Άρθρα

Όταν ο πραγματικός κόσμος «αντιμετωπίζει» την οικονομία.

Ο πραγματικός κόσμος

Και να λοιπόν εμείς οι «ενημερωμένοι, σωστοί και λογικοί» καταναλωτές που επιδιώκοντας το προσωπικό όφελος, σε αυτό που λέγεται "ο πραγματικός κόσμος", και αφού πρώτα δούμε το πορτοφόλι μας (τα χρήματά μας,) άντε και τις τιμές, προβαίνουμε στις ανάλογες κινήσεις (αγορές) ώστε να το αδειάσουμε!

Τώρα αν δεν μας φτάνει το περιεχόμενό του, κανένα πρόβλημα. Ένα καταναλωτικό δάνειο ήταν στη διάθεσή μας (πριν από μια 10ετία)  με συνοπτικές διαδικασίες.

Πρόσθετα δε, έχουμε την υπέρ ικανότητα να γνωρίζουμε όλες τις τιμές, να μην επηρεαζόμαστε από την μόδα, τις νέες συνήθειες, τις προσταγές της νέας τεχνολογίας, τα καλέσματα του marketing και τη συναισθηματική μας διάθεση!

Λειτουργούμε δηλαδή, σαν ένα τέλεια προγραμματισμένο robot;

Ιδιαίτερα ρητορική η ερώτηση, και καθόλου πραγματική, μια και στην πράξη τα ανθρώπινα όντα (όχι τα μηχανήματα) συνήθως λειτουργούν παρορμητικά επηρεαζόμενα από τρίτους παράγοντες που συνήθως είναι πολύ δύσκολη η απομόνωσή τους, επομένως και ο έλεγχός  τους.

Θα θέλαμε να είμαστε εκείνοι οι σωστοί και λογικοί καταναλωτές που αποφεύγουν τις λάθος κινήσεις. Αυτό όμως στους περισσότερους δεν συμβαίνει. Το αποτέλεσμα των λανθασμένων ενεργειών θα φανεί στο λίγο μετά ή στο όχι μακρινό αύριο.

Η οικονομική σκέψη

Για να δούμε όμως τη θέση της οικονομίας σχετικά με το ποια είναι τα χαρακτηριστικά της ορθολογικής συμπεριφοράς και πως ορίζει τον ορθολογικό καταναλωτή. Εκείνον δηλαδή τον «σωστό» καταναλωτή που αναφερθήκαμε προηγουμένως.

Στην οικονομία χρησιμοποιούμε το όρο ορθολογικός καταναλωτής για να χαρακτηρίσουμε εκείνον τον καταναλωτή που λαμβάνοντας υπόψη τους περιορισμούς του εισοδήματος και των τιμών των αγαθών, δαπανά με τέτοιο τρόπο το εισόδημά του ώστε να μεγιστοποιεί τη χρησιμότητα (utility maximisation) από την κατανάλωση. Αυτή είναι η επιδίωξή του.

Και προχωρώντας λίγο την ανάλυση, κατασκευάσαμε τον χάρτη καμπυλών αδιαφορίας και τη γραμμή του εισοδηματικού περιορισμού[1] (budget line) και στο σημείο τομής της δεύτερης με την ευρισκόμενη όσο πιο δεξιά στο χώρο καμπύλη αδιαφορίας[2] (indifference curve) έχουμε τον μέγιστο δυνατό συνδυασμό ποσοτήτων κατανάλωσης δύο αγαθών – έστω, τσάι (Χ) και καφές (Ψ).

Δηλαδή ορίσαμε το σημείο Α (Qx, QΨ) της καμπύλης αδιαφορίας U2 (Διάγραμμα 2.1), όπου ο καταναλωτής με τους περιορισμούς του εισοδήματός του και των τιμών των αγαθών μεγιστοποιεί την χρησιμότητα.

Γραμμή εισοδηματικού περιορισμού και καμπύλες αδιαφορίας

Γραμμή εισοδηματικού περιορισμού και καμπύλες αδιαφορίας. Μανώλης Αναστόπουλος

Ασφαλώς, η όποια μεταβολή των τιμών των αγαθών ή του εισοδήματος, ισοδυναμεί με μετατόπιση της γραμμής του εισοδηματικού περιορισμού, και επομένως με τον προσδιορισμό ενός νέου σημείου μεγιστοποίησης της χρησιμότητας.

Για παράδειγμα, μια μείωση της τιμής του τσαγιού (ΡΧ) θα οδηγήσει σε αύξηση της ποσότητας που θα καταναλωθεί (αλλά και σε μείωσης της ποσότητας του καφέ), κάτι που εμφανίζεται στο Διάγραμμα 2.2 με μετατόπιση της Γ.Ε.Π1 προς τα δεξιά (καμπύλη Γ.Ε.Π2) και με νέο σημείο (δυνατής) μεγιστοποίησης της χρησιμότητας το Β επί της U3.

Στη συνέχεια, και αν ενώσουμε τα σημεία Α και Β, μπορούμε να κατασκευάσουμε την καμπύλη ζήτησης του τσαγιού η οποία δείχνει (όπως θα αναλύσουμε παρακάτω) τις ζητούμενες ποσότητες σε διαφορετικά επίπεδα τιμών.

Οικονομική σκέψη vs πραγματικού κόσμου

Η επίδραση της μεταβολής των τιμών.

Η επίδραση της μεταβολής των τιμών. Μανώλης Αναστόπουλος

Έχοντας μια συνάρτηση χρησιμότητας (έστω η κλασική Cobb-Douglas: U = Χα . Ψβ ) και με την βοήθεια των παραγώγων μπορούμε εύκολα να υπολογίσουμε τον οριακό λόγο υποκατάστασης (MRS – Marginal rate of substitution). Ο MRS αφενός εκφράζει την κλίση της καμπύλης αδιαφορίας σε ένα συγκεκριμένο σημείο, και αφετέρου τη σχέση ανταλλαγής μεταξύ των δύο αγαθών, την οποία σχέση ο καταναλωτής είναι διατεθειμένος να δεχτεί.

Βρίσκουμε και την κλίση της Γ.Ε.Π που εκφράζει το λόγο (Px/PΨ) με τον οποίο τα δύο αγαθά μπορούν να ανταλλαγούν, και χρησιμοποιώντας την μέθοδο του Lagrange[3] βρίσκουμε τις άριστες (δυνατές) ποσότητες κατανάλωσης των δύο αγαθών (μεγιστοποίηση της χρησιμότητας), κάτω από τους περιορισμούς του εισοδήματος και των τιμών - σημείο Α (Διάγραμμα 2.1 - σημείο τομής των καμπυλών).

Αυτό που περιγράφουμε είναι ένα μοντέλο (οικονομικό – μαθηματικό) που μας επιτρέπει να λύσουμε ένα «πρόβλημα». Πρόσθετα, μας βοηθά αφενός να καταλάβουμε το πως λειτούργησε η καταναλωτική μας συμπεριφορά και αφετέρου μας δίνει την δυνατότητα να την προβλέψουμε στο μέλλον. Και αυτά, μέσα σε ένα θεωρητικό πλαίσιο συμπεριφοράς του καταναλωτή που οδηγεί στην μεγιστοποίηση της χρησιμότητας.

Λειτουργούμε όμως έτσι;

Ασφαλώς όμως στην καθημερινότητα (στον πραγματικό κόσμο), μπαίνοντας σε ένα super market  ή ένα πολυκατάστημα, δεν υπολογίζουμε τον οριακό λόγο υποκατάστασης για τον εξισώνουμε με τον λόγο των τιμών ώστε να αποφασίσουμε ποια ποσότητα αγαθών θα αγοράσουμε.

Ναι, θα δούμε τις τιμές, θα προβληματιστούμε αν θα αγοράσουμε το Α ή το Β προϊόν (και ατυχώς όχι πάντα σε σχέση με τα χρήματα που έχουμε) έχοντας την «θέληση» να καλύψουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις ανάγκες μας, δηλαδή να μεγιστοποιήσουμε την χρησιμότητα από την κατανάλωση.

Όμως όταν αγοράζουμε, δεν χρησιμοποιούμε «παραγώγους», αλλά περισσότερο το ένστικτο, την παρόρμηση, την ψυχολογία της στιγμής. Και αυτή η στιγμή, μπορεί να έχει επηρεαστεί από μια άριστα διακοσμημένη βιτρίνα, από την ικανότητα ενός υπαλλήλου να πείθει, από τη σκηνή μιας εκπομπής στην τηλεόραση, από κάποιον που περπάταγε στο απέναντι πεζοδρόμιο και τράβηξε το βλέμμα μας, από μια σχετική διαφήμιση, από το χρόνο αναφοράς, από την ψυχολογία[4] (διάθεση) μας στην συγκεκριμένη μέρα, ακόμα και από τον καιρό.

Η λίστα των πιθανών παραγόντων που είναι δυνατόν να μας επηρεάσει δεν εξαντλείται με τα προηγούμενα παραδείγματα.

Ο μέσος άνθρωπος, δεν έχει πετύχει να τιθασεύει την όποια ψυχολογία (συναίσθημα) της στιγμής μέσα από της λογική που «υποτίθεται» ότι πάντα υπάρχει[5]. Και βέβαια η λογική δεν είναι «μια» για όλους.

Αυτό είναι κάτι που το marketing και οι σύγχρονες τεχνικές του γνωρίζουν πολύ καλά.

Επίλογος

Καταλήγοντας, και αναφορικά με την καταναλωτική μας συμπεριφορά μας, είναι δύσκολο να αποδεχτούμε ότι η ορθολογική συμπεριφορά (rational behavior) είναι εκείνη που χαρακτηρίζει την καθημερινότητά μας. Αντίθετα, είμαστε της άποψης ότι λειτουργούμε κάτω από συνθήκες άμεσης ή έμμεσης «καθοδήγησης» ή με παρόρμηση της στιγμής.

Σε αυτή την περίπτωση, θα αναφερόμαστε σε μη ορθολογική συμπεριφορά (Irrational behavior) οπότε δεν αποδεχόμαστε την ύπαρξη του Homo economicus[6]

Είναι πολύ δύσκολο να αποκτήσουμε την ικανότητα να «νικήσουμε» το marketing ή να απομονώσουμε την (σε συγκεκριμένο χρόνο) διάθεσή μας.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Πως θα καταλάβουμε τη οικονομία».

[1] Η γραμμή εισοδηματικού περιορισμού ορίζεται  ανάλογα με το εισόδημα (Ι) και τις ποσότητες (Q) και τιμές (Ρ) δύο αγαθών (Χ και Ψ). Δηλαδή, Ι = Qx.Px + QΨΨ

[2] Μια καμπύλη αδιαφορίας αναφέρεται σε συνδυασμούς ποσοτήτων δύο αγαθών (Χ και Ψ) που είναι διατεθειμένος να καταναλώσει ένας καταναλωτής. Χαρακτηριστικό της καμπύλης είναι το κάθε σημείο της ορίζει ένα  συνδυασμό που δίνει στον καταναλωτή την ίδια χρησιμότητα (U) με οποιοδήποτε άλλο. Βέβαια όσο πιο δεξιά βρίσκεται μια καμπύλη στον χάρτη καμπυλών αδιαφορίας ο καταναλωτής απολαμβάνει μεγαλύτερη χρησιμότητα.

[3] Joseph-Louis Lagrange (1736 -  1813). Γάλλος (κατ άλλους Ιταλός) μαθηματικός και αστρονόμος.

[4] Η πρώτη αναφορά έγινε από τον Σκωτσέζο οικονομολόγο – φιλόσοφο  Adam Smith (1723 – 1790)  ο οποίος υποστήριξε ότι η ψυχολογία του ατόμου δεν είναι πάντα άριστη και κατά συνέπεια μπορεί να επηρεάσει την ορθότητα των οικονομικών αποφάσεων.

[5] Δύο βραβεία Nobel έχουν απονεμηθεί στους Daniel Kahneman(2002) και στον Richard H. Thaler (2017) των οποίων οι εργασίες ήταν πάνω στη σχέση οικονομικών και ψυχολογίας στην ατομική λήψη αποφάσεων.

[6] Ο όρος Homo economicus αναφέρεται στην ικανότητα του ανθρώπου να παίρνει ορθολογικές αποφάσεις και πρώτος αναφέρθηκε στον όρο ο  John Stuart Mills το 1836.

Ορθολογική συμπεριφορά και αποτελεσματικότητα των αγορών. Περνώντας από τη θεωρία στην πράξη. (Μέρος Α – Ορθολογική συμπεριφορά)

Ο καταναλωτής και κατά πόσο μπορεί να τον χαρακτηρίζει η Ορθολογική συμπεριφορά (Rational behavior)

Σύμφωνα με την «θεωρία» υποτίθεται ότι (σαν καταναλωτές) έχουμε πλήρη γνώση των συνθηκών της αγοράς και με τους περιορισμούς του εισοδήματος και των τιμών (των αγαθών) κάνουμε τις σωστές επιλογές κατανομής του περιορισμένου εισοδήματός μας ώστε να μεγιστοποιήσουμε τη χρησιμότητα από την κατανάλωση.

Μια τέτοια συμπεριφορά σαν την προηγούμενη χαρακτηρίζεται σαν ορθολογική.

Αν όμως πέραν της θεωρητικής προσέγγισης θελήσουμε να σκεφτούμε το πως η καταναλωτική συμπεριφορά μας «εμφανίζεται» στην καθημερινότητά μας μάλλον θα «ανακαλύψουμε» ότι η δυνατότητα ύπαρξης «πραγματικής» ορθολογικής συμπεριφοράς αμφισβητείται για συγκεκριμένους λόγους:

  1. Έχουμε πράγματι πλήρη γνώση των συνθηκών της αγοράς;

Μήπως η πληροφόρησή μας είναι εκείνη που θέλουν οι επιχειρήσεις, τα ΜΜΕ ή το κράτος να έχουμε; Και αν ισχύει το δεύτερο, αυτή η πληροφόρηση είναι «πάντα» αυτή που χρειαζόμαστε για να κρίνουμε σωστά τις επιλογές μας; Λειτουργεί δηλαδή απαραίτητα υπέρ μας;

Κάποια παραδείγματα:

Πόσο πλήρης (για εμάς) ήταν η πληροφόρηση που είχαμε το 1999 όταν κάποια επίσημα χείλη διατυμπάνιζαν «το σπάσιμο των 7.000 μονάδων στο ΧΑΑ», ενώ κάποια άλλα (επίσης επίσημα) κτυπούσαν το καμπανάκι τονίζοντας πως «οι αποτιμήσεις της αγοράς είναι ανώτερες από εκείνες των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, πράγμα που συνεπάγεται κινδύνους». Παρεμπιπτόντως, την επόμενη ημέρα της συνέντευξης που έδωσε ο δεύτερος σε Ιταλική εφημερίδα και ανέφερε τα περί κινδύνου μεγάλη μερίδα των ΜΜΕ ζήτησαν την «κεφαλή του επί πίνακι». Είχε τολμήσει να επαληθευτεί μετά από μόλις 2 μήνες...

Πόσο μας έγιναν «γνωστές» οι συνθήκες τις αγοράς όταν 10 χρόνια μετά (2008) ο δανεισμός προς τον ιδιωτικό τομέα σημειώνει ιστορικό ρεκόρ 125,4 € δις (http://econtopia.gr/8-xronia-litotita-2/) και ένα χρόνο μετά (2009) σπάει η φούσκα των δανείων;

Αλήθεια ενημέρωσε κάποιος τον μέσο Έλληνα ότι στην πιθανή επιλογή του να δανείσει το Ελληνικό κράτος αγοράζοντας ομόλογα υπάρχει το ενδεχόμενο να του επιβάλλουν τραγικό «κούρεμα» στην αξίας τους; Όμως τον πληροφόρησαν ότι «έτσι» έπρεπε να βοηθήσει στην ανακεφαλαίωση των τραπεζών οι οποίες «μαύρισαν» το όνομά του όταν δεν μπορούσε να αποπληρώσει (μέσα στην κρίση) το δάνειο που αυτές τον «παρακάλεσαν» (http://econtopia.gr/metasximatismos-rolou-trapezon-krisi-2008-meros-b/) να συνάψει δύο μόλις χρόνια πριν  Υπήρχαν πολλοί «ενημερωμένοι» για κάτι διαφορετικό πέραν του ότι τα κρατικά ομόλογα «είχαν τη φήμη» τοποθέτησης (σχεδόν) μηδενικού ρίσκου;

  1. Μεγιστοποίηση χρησιμότητας

Κατασκευάζοντας μια καμπύλη αδιαφορίας για 2 αγαθά και με μια καμπύλη εισοδηματικού περιορισμού «βρίσκουμε» διαγραμματικά το σημείο που θέλουμε! Παραγωγίζουμε και τις συναρτήσεις και να και οι «σωστές» ποσότητες! Όλα καλά και λυμένα λοιπόν! (http://econtopia.gr/i-theoria-tis-xrisimothtas-oi-vasikes-ipotheseis/)

    • Αυτά τα 2 αγαθά που ασχολούμαστε πόσο κοντά (αριθμητικά) είναι στην πραγματικότητα των καθημερινών καταναλωτικών αποφάσεών μας;
    • Χρησιμότητα λαμβάνουμε «μόνο» από την κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών;
    • Ή το νέο profile του ανθρώπινου είδους ορίζει τη χρησιμότητα μόνο με αριθμούς αγνοώντας ποιοτικά χαρακτηριστικά, όπως ο ελεύθερος χρόνος μας, η ηρεμία μας (http://econtopia.gr/i-krimeni-apo-arithmous-euimeria-tis-poiotitas/ ) ή η άρνησή μας να περάσουμε την πόρτα της κατάθλιψης.

       3.   Πρόσθετα

θα πρέπει να «θυμηθούμε» ότι αναφερόμαστε σε ανθρώπους (όχι σε robots) κάτι που σημαίνει την πιθανή διαφοροποίηση της συμπεριφοράς σε ελάχιστο χρονικό διάστημα λόγω πραγματικής ή όχι μεταβολής κάποιου στοιχείου του εσωτερικού ή εξωτερικού περιβάλλοντος. Το γεγονός αυτό δυσχεραίνει την γενίκευση ή την ύπαρξη γραμμικών σχέσεων στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Η συμβολή των behavioral economics  σε αυτό το σημείο είναι ιδιαίτερα σημαντική.

Και έχοντας την (υπό αμφισβήτηση σωστή για τις επιλογές ΜΑΣ) πληροφόρηση, μια «λογική» χρησιμότητας που ενδεχομένως διαφωνούμε και την ανθρώπινη υπόστασή μας «θέλουμε» να  αναφερόμαστε σε rational behavior!

Μήπως θα πρέπει να ξανασκεφτούμε αν «αυτό» το rational χαρακτηρίζει τη δική ΜΑΣ συμπεριφορά ή τα θέλω ΑΛΛΩΝ;

 

Στο Μέρος Β θα αναφερθούμε στο κατά πόσο οι αγορές χαρακτηρίζονται αποτελεσματικές.

 

Όταν οι επιθυμίες «μετονομάστηκαν» σε ανάγκες

Ο πλούσιος  κόσμος των λέξεων σου προσφέρει πληθώρα επιλογών ώστε να συντάξεις - ανάλογα με το τι επιδιώκεις - ένα μήνυμα σαφές και εύκολα κατανοητό ή ελλιπές και ενδεχομένως παραπλανητικό. Στη δεύτερη περίπτωση «παίρνεις βοήθεια» από κάποιες λέξεις που εμφανίζονται «γειτονικές» αλλά στην πράξη η εννοιολογική απόσταση που τις χωρίζει αριθμεί εκατοντάδες χιλιόμετρα!

Ταξιδεύοντας λοιπόν με τη σκέψη μας από το μακρινό χθες στο σήμερα αναμφίβολα καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι διαχρονικά υπάρχει ανάπτυξη,  το βιοτικό επίπεδο βελτιώνεται που μεταξύ άλλων σημαίνει ότι ο μέσος άνθρωπος καλύπτει ολοένα και περισσότερες από τις ανάγκες του.

Βέβαια μέσα στο χρόνο κάποιες  λέξεις έχουν την συνήθεια να αναβαθμίζονται!

Έτσι λοιπόν διαπιστώνουμε ότι οι επιθυμίες του χθες «συστήνονται» σαν ανάγκες στο σήμερα!

Κάποιοι θα ισχυριστούν ότι αυτή η μετονομασία είναι απόρροια της ανάπτυξης – και δεν θα έχουν άδικο. Όμως αν η ανάπτυξη σημαίνει ότι φτάσαμε στο σημείο να προσπαθούμε να ικανοποιήσουμε τις απεριόριστες επιθυμίες (πρώην ανάγκες) μάλλον και στη λέξη ανάπτυξη δίνουμε άλλη έννοια.

Μοιάζει αναγκαίο να «αντιληφθούμε» - αποκωδικοποιώντας τα βιωματικά ταξίδια μας -  ότι η ατμόσφαιρα που δημιουργήθηκε τα τελευταία 50 - 60 χρόνια με κύριο εκφραστή την παγκοσμιοποίηση δεν συμμετείχε μόνο θετικά στη ζωή μας αλλά μας «επέβαλλε» και την αποδοχή αρνητικών νέων δεδομένων.

Για παράδειγμα, ο έμφυτος μιμητισμός μας όταν συνοδεύεται από «ελαστικά» φίλτρα  αξιολόγησης γίνεται εύκολα διαχειρίσιμος από πωλητές ευημερίας!

Και μέσα σε αυτόν τον θαυμαστό νέο κόσμο ξεχυθήκαμε να καλύψουμε όλο και περισσότερες ή με ολοένα και καλύτερο τρόπο τις σημερινές επιθυμίες – με εντολή στον εγκέφαλο να τις θεωρεί και ονομάζει ανάγκες -  οι οποίες βέβαια θα υπολείπονται των όποιων νέων του κάθε αύριο.

Το συγκεκριμένο «παιχνίδι» διαφυγής και αποστασιοποίησης της πραγματικότητας είναι τόσο ελκυστικό που μας έκανε να ξεχάσουμε και την έννοια της φθίνουσας οριακής χρησιμότητας (diminishing marginal utility) που μάθαμε στο πρώτο έτος των οικονομικών σπουδών μας.

Σύμφωνα λοιπόν με αυτήν -  η πρόσθετη χρησιμότητα (ικανοποίηση) που παίρνουμε από την  κατανάλωση μιας επιπλέον μονάδας ενός αγαθού (από ένα σημείο και μετά) μειώνεται όταν αυξάνεται η ποσότητα που καταναλώνουμε.

Ας θυμηθούμε για παράδειγμα πόσο μεγαλύτερη ήταν η ικανοπόιησή μας όταν αποκτήσαμε το πρώτο μας αυτοκίνητο σε σχέση με αυτή που αντλήσαμε όταν έχοντας ήδη το πρώτο αγοράσαμε το δεύτερο.

Τελικά τι είναι αυτό που στο σήμερα χρειαζόμαστε; Μεγαλύτερη κάλυψη επιθυμιών από τις ήδη (πολλές) ικανοποιημένες ανάγκες ή η λύση είναι Μια νέας μορφής επανάσταση;

Ασφαλώς με τις προηγούμενες αναφορές μας δεν υποστηρίζουμε ότι πρέπει να γυρίσουμε στις λογικές ζωής του χθες.

Όμως το γεγονός ότι το αληθινό χαμόγελο και η αίσθηση της πραγματικής ικανοποίησης γίνονται ολοένα και περισσότερο δυσδιάκριτα στους περισσότερους από εμάς θα πρέπει να μας προβληματίσει για το ενδεχόμενο η μετονομασία των λέξεων να μη λειτουργεί υπέρ μας…