Posts

Η Ελλάδα εκτός μνημονίων. Μπορούμε να οραματιζόμαστε την μεταμνημονιακή εποχή με προμνημονιακές λογικές;

Και να που η Ελλάδα βρίσκεται πλέον εκτός μνημονίων σε μια ατμόσφαιρα αρκετά «δεσμευτικής» ελευθερίας λόγω των υποχρεώσεων που την ακολουθούν στην μεταμνημονιακή εποχή της.

Αναζητώντας την οικονομική (και όχι μόνο) ανόρθωση αυτής της χώρας και σε αντίθεση με αυτά που ακούμε ή δεν ακούμε από το σύνολο (ατυχώς) των αντιπροσώπων μας στη Βουλή επιβάλλεται η σκέψη μας να επικεντρωθεί και να αναλύσει τα δεδομένα των παρακάτω τριών χρονικών περιόδων.

1. Η Ελλάδα πριν το 2010 και οι λόγοι που την οδήγησαν στα μνημόνια.

Το 2010 η Ελλάδα για να εξυπηρετήσει το δημοσιονομικό της έλλειμμα και λόγω αδυναμίας δανεισμού της από τις αγορές με μη απαγορευτικά επιτόκια καταφεύγει στο μηχανισμό στήριξης. Η σχέση χρέους προς ΑΕΠ ήδη εμφανίζεται προβληματική για να θεωρείται βιώσιμο το χρέος.

Αρκετοί θα ισχυριστούν ότι η κατάρρευση  της Lehman Brothers το 2008 με την κρίση που προκάλεσε στην παγκόσμια οικονομία επηρέασε και την Ελλάδα. Αν και η μετάδοση της κρίσης (από χώρα σε χώρα) ασφαλώς και συμβαίνει στις ανοικτές οικονομίες πόσο μάλλον στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία δεν θεωρούμε ότι ο βαθμός έκθεσης της οικονομίας μας ήταν τόσο μεγάλος ώστε να αιτιολογεί τη μετέπειτα κατάρρευση της χώρας.

Η Ελλάδα και για αρκετά χρόνια πριν φτάσει στην περίοδο 2009 - 10 λειτουργούσε στα πλαίσια ενός κράτους υπερμεγενθυμένου και αντιπαραγωγικού με αποτέλεσμα τη σταδιακή αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Αναφερόμαστε δηλαδή σε υπέρογκα έξοδα «συντήρησης» ενός μηχανισμού που «ανεχόταν» μιας μεγάλης έκτασης παραοικονομία (επομένως σημαντικότατης απώλειας φορολογικών εσόδων). Ταυτόχρονα η  χαμηλή παραγωγικότητα του δημόσιου τομέα δεν συνέβαλλε σημαντικά στο ΑΕΠ – Εισόδημα.

Αναπόφευκτη «κίνηση» σε ένα τέτοιο περιβάλλον ήταν η αύξηση του δανεισμού της οικονομίας. Βέβαια οι δανειστές έχουν την συνήθεια να «ψάχνουν» αρκετά την δυνατότητα αποπληρωμής του δανειζόμενου και αν την βρουν προβληματική απαιτούν μεγάλη αποζημίωση (υψηλά επιτόκια) για το ρίσκο που αναλαμβάνουν ή δεν δανείζουν καθόλου.

2. Η Ελλάδα στην περίοδο 2010 – 2018 ευρισκόμενη εντός μνημονίων

Ευρώπη και ΔΝΤ ανταποκρίνονται στο αίτημα της Ελλάδος και δανείζουν (χρηματοδοτούν) την χώρα «απαιτώντας» δημοσιονομική εξυγίανση που θα επέλθει μέσα από συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις ενώ ταυτόχρονα «επιβάλλουν» (σύμφωνα με την Γερμανική κυρίως άποψη) μέτρα αυστηρής λιτότητας αλλά και δέσμευσης (αν όχι πώλησης) δημόσιου ενεργητικού.

Είναι γνωστό το οικονομικό (και όχι μόνο) περιβάλλον που διαμορφώθηκε στα τελευταία αυτά 8 χρόνια τόσο για το μέσο Έλληνα όσο και από μακροοικονομικής άποψης για τη χώρα και δεν έχει νόημα να αναφερθούμε πάλι στην σημαντικότατη υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου.

Αναμφίβολα μεταρρυθμίσεις σε πολλούς τομείς του τρόπου λειτουργίας - παραγωγής του κράτους έπρεπε να έχουν ήδη συντελεστεί  στην προσπάθεια υγιούς και διατηρήσιμης ανάπτυξης της οικονομίας. Και αυτές έπρεπε να γίνουν σταδιακά (χωρίς το άμεσο της επιβολής τους από τρίτους..) και ασφαλώς με ένα προγραμματισμό ο οποίος:

  • Σχετικά με τα έξοδα δεν θα οδηγούσε σε οριζόντιες περικοπές δαπανών ειδικά σε τομείς ιδιαίτερα σημαντικούς για το κοινωνικό σύνολο – όπως για παράδειγμα αυτοί της υγείας, της παιδείας, της ασφάλειας, κ.α.
  • Αναφορικά με τα έσοδα δεν θα εξαντλούσε την φορολογική ικανότητα των πολιτών μέσω της υπερφορολόγησης με αποτέλεσμα αφενός τη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών και αφετέρου και από ένα σημείο και μετά (Laffer curve)  τη μείωση των φορολογικών εσόδων του κράτους.

Εμείς όμως «επιλέξαμε» για το σκέλος των εξόδων να μας «επιβληθεί» μια αυστηρή και οριζόντια λιτότητα ενώ για αυτό των εσόδων την υπερφορολόγηση των νόμιμων εισοδημάτων και όχι το «κυνήγι» εκείνων που διαφεύγουν «έντεχνα» της φορολόγησης.

Δεν θα διαφωνήσουμε ότι σκληρά μέτρα έπρεπε να ληφθούν για την αντιμετώπιση της κρίσης που είχε βρεθεί η οικονομία μας αλλά ανάλογα μέτρα έχουν (σε αυτές τις περιπτώσεις) προσωρινή παρεμβατική λογική που σημαίνει ότι υπάρχει ημερομηνία λήξης. Η οικονομία σπάνια περιγράφεται ικανοποιητικά με γραμμικές σχέσεις. Είναι γνωστή η κυκλικότητα που δημιουργείται από ενδογενείς και εξωγενείς παράγοντες με αποτέλεσμα τα κατάλληλα «μέτρα» να μην είναι κοινά για όλες τις περιόδους. Η αποτελεσματικότητα της οικονομικής πολιτικής εξαρτάται από το πότε εφαρμόζεται αλλά και από το πότε αποσύρεται έχοντας προηγούμενα επιτελέσει το έργο της

Στην περίπτωση λοιπόν της μακροχρόνιας υιοθέτησής της λιτότητας το αποτέλεσμα δεν θα οδηγήσει σε ανάπτυξη αλλά αντίθετα η ίδια η λιτότητα θα αποτελέσει την τροχοπέδη της ανάπτυξης υποβαθμίζοντας (σε μόνιμη βάση) το βιοτικό επίπεδου του πληθυσμού.

Στο σημείο αυτό υπάρχει ένα ερώτημα για το ποιος και τι ακριβώς επιδιώκει..

3. Η μετά το 2018 εκτός μνημονίων Ελλάδα

Τούτη τη στιγμή η χώρα (ή μέρος αυτής) εμφανίζεται να μην έχει αντιληφθεί το τι συνέβη ή να αρνείται να παραδεχτεί ότι το κατάλαβε. Εξακολουθεί να «παίζει» με τους παλιάς κοπής κομματικούς ξύλινους διαξιφισμούς που στερούνται ουσιαστικής προσπάθειας για το καλύτερο αύριο.

Αυτή η κακής έκδοσης πολιτική αντίληψη δεν μας επιτρέπει να συνειδητοποιήσουμε τον τρόπο με τον οποίο η οικονομία θα ξεπεράσει την κρίση.

Θεωρούμε χρήσιμο προς αυτή την κατεύθυνση να κατανοήσουμε κάποια σημαντικά «δεδομένα» της οικονομικής πολιτικής που σχετίζονται με τα δάνεια που συνάπτουμε, το μέγεθος του ΑΕΠ και τη δυνατότητα ανάπτυξης.

Παραθέτοντας και μόνο τη σχέση χρέους προς ΑΕΠ (Debt/GDP) που σήμερα βρίσκεται περίπου στο 180 % (πολύ πάνω του μέσου της Ευρωζώνης 86,7 %) δεν περιγράφουμε και πολύ ικανοποιητικά την πραγματικότητα της βιωσιμότητας ή όχι του χρέους. Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι στην Ιαπωνία ο δείκτης είναι στο 253 % - αυτό δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκη ότι το χρέος της δεν είναι βιώσιμο.

Για να έχουμε μια πιο σαφή εικόνα της δυνατότητας της χώρας να αποπληρώνει τα δάνειά της πρέπει να αναλύσουμε (τουλάχιστον σε πρώτο επίπεδο) και τα δύο μέρη του δείκτη (Debt/GDP).

Συγκεκριμένα για το χρέος (Debt) - σε ποιους χρωστάμε, με τι όρους, και γατί αγόρασαν Ελλάδα; Αναφορικά με το ΑΕΠ - τη σύνθεσή του αλλά και τα περιθώρια αύξησής του.

Βεβαίως όλοι θα συμφωνήσουμε ότι σε αυτή την περίοδο οι προσπάθειες θα πρέπει να στραφούν στην αύξηση του ΑΕΠ η οποία εκτός του προφανούς, δηλαδή της βελτίωσης του δείκτη, θα σημαίνει αύξηση του εισοδήματος.

Προς την κατεύθυνση της αύξησης του ΑΕΠ (ανάπτυξης της οικονομίας) δεν αντιλαμβανόμαστε το πως θα συμβεί αυτό σε μια χώρα με κλειστή τη χορήγηση κεφαλαίων από τις τράπεζες στην οικονομία, με περιορισμένες (έως μηδενικές) κρατικές επενδύσεις, με έλλειψη κινήτρων για ιδιωτικές επενδύσεις, και με συνεχιζόμενη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος (λόγω κυρίως υπερφορολόγησης). Μοιάζει ουτοπικό να περιμένουμε την ανάπτυξη μιας οικονομίας που λειτουργεί στο προηγούμενα αναφερθέν πλαίσιο!

Αναφορικά με τα δάνεια που αναμένουμε μέσω της έκδοσης και διάθεσης κρατικών ομολόγων θα πρέπει να αναφερθούμε πάλι σε γνωστά πράγματα. Και αυτά είναι αφενός ότι έχει μεγάλη σημασία το ποιος και γιατί αγοράζει τα ομόλογα της χώρας σου και αφετέρου τι απόδοση ζητάει για να τα αγοράσει;

Είναι προφανές ότι θα επιθυμούσαμε αγοραστές (δανειστές) που εκτιμούν θετικά τις προοπτικές της χώρας και με βάση τη σχετική σιγουριά που αυτές τους προσφέρουν θα ζητήσουν «λογικά» επιτόκια. Ξέρετε βέβαια ότι υπάρχουν πολλών ειδών «επενδυτές» στις κεφαλαιαγορές και κάποιες κατηγορίες αυτών δεν θα έπρεπε να ανήκουν  στις πρώτες επιλογές μας..

Επίλογος

Ακόμα και σήμερα, 10 χρόνια μετά την αρχή της κρίσης, ο ένας πετάει το μπαλάκι της ευθύνης στον άλλο αποδεικνύοντας ότι ελάχιστα καταλάβαμε (Πως η Βουλή διαψεύδει το όραμά μας για την Ελλάδα μετά το 2018).  Στην όποια συζήτηση γρήγορα εισχωρεί η κομματική αντιπαράθεση με αποτέλεσμα μέσα στη στενότητά της να «χάνεται» η προσπάθεια εύρεσης της αντικειμενικά κατάλληλης οικονομικής πολιτικής που πρέπει να ασκηθεί.

Αυτές οι κοντόφθαλμες λογικές «στραγγαλίζουν» τη χώρα για 10ετίες. Σήμερα αυτό που χρειάζεται είναι η υπέρβαση από την παλιά μας άκαμπτη στενή αντίληψη.  Το θέμα δεν είναι αν θα είναι το κόμμα ΜΟΥ ή το κόμμα ΣΟΥ αλλά ποιος πολιτικός σχηματισμός έχει την βούληση, την υπευθυνότητα αλλά και την ικανότητα να επαναφέρει το χαμόγελο στη χώρα. Μην μπλέκουμε το παρόν με το τι συνέβαινε με τις άνευ ουσίας (αρκετές φορές) αντιπαλότητες του παρελθόντος.

Η Ελλάδα βρίσκεται σε εντελώς άλλη - σε σχέση ακόμα και με το πρόσφατο παρελθόν - ιστορική, πολιτική, κοινωνική, οικονομική και πολιτισμική περίοδο και πρέπει να «πείσει» ότι το έχει αντιληφθεί - πρώτα την ίδια και μετά τους άλλους. Εάν δεν συμβεί αυτό μεταμνημονιακή εποχή στην πραγματικότητα δεν θα υπάρξει ποτέ.

Δεν είναι τα πρόσωπα (πλέον) που θα δρομολογήσουν την είσοδο της Ελλάδος σε πραγματική αναπτυξιακή πορεία - είναι η νέα κουλτούρα που πρέπει να υιοθετηθεί από αυτά.

Πόσο πολύ «μίκρυνε» η ανεξαρτησία της Ελλάδας.

Ανεξαρτησία! Μια λέξη που η μετάφρασή της σε επίπεδο διακρατικών σχέσεων - εδώ και αρκετά χρόνια – επιδέχεται σχετικής μόνο ερμηνείας και όχι απόλυτης. Ιδιαίτερα στο καθεστώς της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας – κοινωνίας περισσότερο αναφερόμαστε στο βαθμό εξάρτησης μιας χώρας από άλλη / ες παρά στην ύπαρξη ή όχι εξάρτησης μια και η τελευταία θεωρείται δεδομένη.

Και βέβαια οι πάντα επίκαιροι - αν και γραμμένοι πριν 150 χρόνια -  στίχοι του  Γεωργίουυ Σουρή «Ποιος είδε κράτος λιγοστό σ΄όλη τη γη μοναδικό, εκατό να ξοδεύει και πενήντα να μαζεύει;» έρχονται να μας θυμίσουν το βασικό λόγο που χρωστάμε στις μέρες μας περίπου το 180 % αυτού που παράγουμε (Είναι βιώσιμο το Ελληνικό χρέος;)

Ασφαλώς αυτός ο υπερδανεισμός (σε σχέση με την αξία της παραγωγής) της χώρας αύξησε τον ήδη υπάρχοντα βαθμό οικονομικής και πολιτικής  εξάρτησης από τους δανειστές της στο σήμερα αλλά ατυχώς και για πολλά από τα επόμενα χρόνια.

Έχουμε αναφερθεί σε παλιότερο άρθρο (Ανόρθωση της Ελλάδος και σε επίπεδο αυτοσεβασμού) ότι ο μέσος Έλληνας βιώνει όχι μόνο οικονομική συρρίκνωση αλλά και αντίστοιχη σμίκρυνση της προσωπικότητάς του σε επίπεδο αυτοεκτίμησης ή πιο απλά περηφάνιας.

Στο πολύ πρόσφατο παρόν γίναμε θεατές (χωρίς δυνατότητα παρέμβασης ή αποχώρησης) των τραγικών γεγονότων που προκάλεσε η καταστροφική πυρκαγιά στο Μάτι της Αττικής, της αποποίησης ευθυνών αλλά και της προκλητικής συμπεριφοράς, της προσπάθειας εμπορευματοποίησης του πόνου, της απαράδεκτης φρασεολογίας δημοσίων προσώπων και της ξύλινης παλαιάς λογικής αντιπαράθεσης άλλων.

Προσπαθώντας να «προχωρήσουμε» (μια και η ζωή το επιβάλλει) έρχεται σήμερα ο τίτλος «Αποστολή εξετελέσθη. Η Ελλάδα πεθαίνει»  του Γερμανικού περιοδικού Der Spiegel του οποίου την ακριβή μετάφραση, όχι των λέξεων αλλά των εννοιών που βρίσκονται πίσω από αυτές, δυσκολευόμαστε αφάνταστα να κατανοήσουμε.

Ποιά είναι η αποστολή που εξετελέσθη; Υπάρχει κάποιος που σχεδίασε κάποια αποστολή και χρησιμοποίησε κατάλληλους τρόπους για την επιτυχή έκβασή της;

Η Ελλάδα πεθαίνει τι ακριβώς σημαίνει;  Αυτή η κατάληξη του τίτλου σχετίζεται με το πρώτο μέρος του;

Σύμφωνα με τη δική μας αντίληψη ο «απίστευτος» αυτός τίτλος επιδέχεται αρκετές ερμηνείες και περιμέναμε οι διευκρινήσεις να έχουν ήδη δοθεί από τους μεν ή να έχουν ζητηθεί (απαιτηθεί) από τους δε.

Το γεγονός ότι τίποτα από τα δύο δεν έχει συμβεί δεν μας αφήνει περιθώρια να αμφισβητήσουμε τις σκέψεις που περιγράφονται στον δικό μας σημερινό τίτλο «Πόσο πολύ μίκρυνε η ανεξαρτησία της Ελλάδας».

Δεν είναι η πρώτη φορά που μέσα από την αρθρογραφία μας θα «θίξουμε» την αναγκαιότητα συλλογικής προσπάθειας με μια νέα, χωρίς μικροκομματικές λογικές,  πολιτική κουλτούρα απαραίτητη για την αναστήλωση της χώρας μας.

Τα αίτια της κρίσης και η βιωσιμότητα της Ελληνικής Οικονομίας

Ο Adam Smith στο περίφημο βιβλίο του  Ο πλούτος των Εθνών (1776)  διακήρυττε στην τότε κοινωνία ότι το άτομο επιδιώκοντας το προσωπικό του συμφέρον οδηγείται από κάποιο “αόρατο χέρι” στην προώθηση του γενικού καλού.

Χωρίς καμία διάθεση κριτικής του τεράστιου για την εποχή έργου του θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι “σιωπηλά” αναφερόταν σε συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού, δηλαδή σε εκείνη τη μορφή αγοράς που κανείς δεν διαθέτει τόση “δύναμη” ώστε να μπορεί να επηρεάσει τις τιμές των αγαθών - υπηρεσιών. Ακόμα πιο απλά, καμιά επιχείρηση δεν έχει τη δυνατότητα να πουλήσει το προϊόν της ούτε 10 cents περισσότερο από την τιμή που έχει διαμορφωθεί στην αγορά.

Βεβαίως γνωρίζουμε ότι ο πλήρης ανταγωνισμός είναι μια ιδεατή μορφή αγοράς με ελάχιστη έως μηδενική παρουσία στον πραγματικό κόσμο. Αντιθέτως, στην πραγματική οικονομία υπάρχουν μορφές αγοράς (ολιγοπώλια, καρτέλ, μονοπώλια) που στην προσπάθεια των επιχειρήσεων μεγιστοποίησης του κέρδους ασφαλώς και μπορούν να διαμορφώνουν, συμφωνούν, ή και να επιβάλλουν στην αγορά την τιμή που θέλουν!

Η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας καταργώντας πολλούς περιορισμούς στην διακίνηση κεφαλαίων, προϊόντων, τεχνολογίας, πληροφορίας αλλά και marketing..έδωσε την δυνατότητα – μεταξύ πολλών άλλων, σε όποιον είχε στην κατοχή του μεγάλη ποσότητα προϊόντος ή χρήματος να μπορεί να επηρεάσει την τιμή του, όχι μόνο σε τοπικό, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο!

Μετά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο, οπότε και γεννήθηκε ή σχεδιάστηκε η  ιδέα της παγκοσμιοποίησης, το διεθνές εμπόριο αναπτύσσεται θεαματικά με συμπληρωματικό της ανάπτυξης στοιχείο την “επιβολή” των διεθνών καταναλωτικών προτύπων. Σταδιακά “μαθαίνουμε” τον όρο υπερκατανάλωση του οποίου όρου μια από τις μεταφράσεις είναι ξοδεύoυμε περισσότερα από όσα παράγουμε (εισόδημά μας). Και πως γίνεται αυτό; Εύκολα! Αρχίζουμε την  “αφαίμαξη” στις αποταμιεύσεις μας. Ωραία! Και όταν τις “τελειώσουμε”; Ακόμα πιο εύκολα! Βρίσκουμε κάποιον (από αυτούς που λέγαμε προηγουμένως) με μεγάλη ποσότητα  αγαθού - στην προκείμενη περίπτωση χρήματος στα χέρια του και δανειζόμαστε!

Το αν σκεφτήκαμε μια “λεπτομέρεια”, δηλαδή την δυνατότητά ή όχι, του μελλοντικού (άγνωστου) εισοδήματός μας για εξόφληση του δανείου είναι θέμα που αναλύσαμε σε προηγούμενη δημοσίευση.

Προβάλλοντας το παραπάνω μικροοικονομικό σενάριο σε μακροοικονομικό επίπεδο ΔΕΝ θα παρατηρήσουμε σημαντικές διαφορές στην συμπεριφορά των κρατών σε σχέση με τα δάνεια (debt) που συνάπτουν.

Ένας από του μακροοικονομικούς δείκτες που χρησιμοποιούνται για να υπολογιστεί η ικανότητα της χώρας να αποπληρώσει το χρέος της και κατά συνέπεια προσδιορίζει και το κόστος δανεισμού της (επιτόκιο) είναι η σχέση χρέους προς ΑΕΠ (debpt/GDP).

Ο όρος χρέος (debt) περιλαμβάνει - μεταξύ άλλων, τα δάνεια που έχει συνάψει η χώρα και οφείλει να αποπληρώσει, αλλά και τα κρατικά ομόλογα που έχει εκδώσει τα οποία αγοράστηκαν από τρίτους (χώρες, διεθνή Funds ή και ιδιώτες) και τα οποία ασφαλώς αποτελούν “μορφή” δανεισμού. Αγοράζοντας κάποιος κρατικό ομόλογο στην πραγματικότητα δανείζει το κράτος που το έχει εκδώσει.

Ο όρος ΑΕΠ - ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (GDP)  περιλαμβάνει την συνολική αξία της παραγωγής τελικών αγαθών και υπηρεσιών μιας χώρας, το μέγεθος της οποίας με  βάση την 3πλη ισότητας της μακροοικονομίας, αντιστοιχεί αφενός στο ύψος των εισοδημάτων που παρήχθησαν και αφετέρου στην συνολική δαπάνη.

Καταλαβαίνουμε ότι η κάθε χώρα θα ήθελε η σχέση debt / GDP να είναι όσο το δυνατόν χαμηλότερη.

Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι στην Ελλάδα η σχέση αυτή ήταν 22,6 (1980) , 60 (1990), 94 (2000)  και ύψος ρεκόρ 170 (2012)!

 

Πηγή: http://www.tradingeconomics.com

 

Αναζητώντας τα αίτια της τόσο βαθειάς ύφεσης στην Ελλάδα  η σκέψη μας – μεταξύ πολλών άλλων δομικών προβλημάτων της Ελληνικής οικονομίας (σε κάποια από αυτά αναφερθήκαμε σε προηγούμενο άρθρο “ Η Ελλάδα των χαμένων ευκαιριών”)  οδεύει και στην προαναφερθείσα σχέση dept / GDP.

Είναι προφανές ότι διαχρονικά η σχέση αυτή επιδεινώθηκε θεαματικά!

Με αυτά τα δεδομένα μας φαντάζει πολύ δύσκολο (έως αδύνατον) μια οικονομία να ονομαστεί “βιώσιμη”, δηλαδή να αποκτήσει τη δυνατότητα αποπληρωμής των χρεών της τα οποία συνεχώς διογκώνονται, ενώ  η παραγωγή της (το εισόδημά της) συνεχώς συρρικνώνεται.

Κλείνοντας τις παραπάνω σκέψεις θεωρούμε προφανές ότι αν η Ελλάδα ΔΕΝ αποφασίσει επιτέλους: να αλλάξει δομικά, να ορίσει τους στόχους της προγραμματίζοντας και την κατάλληλη πορεία για την επίτευξή τους, να εκμεταλλευτεί τα σημεία που είναι δυνατή - ανταγωνιστική, να μειώσει την απίστευτη φοροδιαφυγή και παραοικονομία της, να δημιουργήσει κίνητρα για υγιείς επενδύσεις, ΟΥΔΕΠΟΤΕ θα μπορέσει να ονομαστεί “βιώσιμη” οικονομία.

Και βέβαια στην περίπτωση των τόσων πολλών ΔΕΝ (..)  η συνέχεια είναι μια λέξη που ακούει στο όνομα πτώχευση ή στην καλύτερη περίπτωση εξαθλίωση.

Ασφαλώς ευχόμαστε να κάνουμε λάθος..