Posts

Τι σημαίνει για την Ελλάδα η έξοδος από τα μνημόνια

Όσο πλησιάζει το 2018 τόσο μικραίνει και η απόσταση για τον επόμενο Αύγουστο, μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου, όλοι θα θέλαμε να δούμε τη χώρα μας να αποχαιρετά τα μνημόνια. Η προοπτική και μόνο της εξόδου δημιουργεί μια ψυχολογική τόνωση στην προσπάθεια αναζήτησης της χαμένης μας αυτοπεποίθησης σε προσωπικό, κοινωνικό, επαγγελματικό,  και οικονομικό επίπεδο.

Στην Ελλάδα, συνειδητά ή όχι, έχουμε χρονικά «συνδέσει» το τέλος της εποχής των μνημονίων με την περίφημη ανάκαμψη της οικονομίας η οποία (ανάκαμψη) πάντα είναι η νομοτελειακή κατάληξη της όποιας (βαθιάς ή όχι) ύφεσης -  Έτσι όπως στη φύση το πρώτο φως της ημέρας εμφανίζεται πάντα μετά το «βαθύ» σκοτάδι της νύχτας.

Πιστεύουμε ότι πριν καταθέσουμε την άποψή μας για την «εικόνα» της εκτός μνημονίων Ελλάδος θα ήταν χρήσιμη μια αναφορά στις συνθήκες που επικρατούν αρχικά στην παγκόσμια και στη συνέχεια στη Ελληνική οικονομία.

 

Η παγκόσμια οικονομία

Ακολουθώντας λοιπόν την παραπάνω νομοτελειακή «λογική» η παγκόσμια οικονομία ξεπέρασε την κρίση που ξεκίνησε στις ΗΠΑ το 2008 μη την κατάρρευση της Lehman Brothers και η οποία γρήγορα επεκτάθηκε σε όλο τον κόσμο.

Ήδη από το 2011 στις ΗΠΑ και λίγο αργότερα στην ΕΕ το ΑΕΠ έφθασε σε επίπεδα υψηλότερα του 2009. Βεβαίως στην ΕΕ τα ποσοστά ανάπτυξης δεν είναι ομοιόμορφα για όλα τα μέλη της ένωσης. Και ασφαλώς υπάρχουν ακόμα και σήμερα οικονομίες που δεν έχουν επιστρέψει στα επίπεδα προ κρίσεως. Για παράδειγμα, η Ιταλία, η Πορτογαλία και με τη μεγαλύτερη απόκλιση από όλες η Ελλάδα.

Το ξεπέρασμα της κρίσης του 2008 συνοδεύτηκε σε πολιτικό – κοινωνικό επίπεδο από την εμφάνιση σε ύψιστα πολιτικά αξιώματα ατόμων περισσότερο γνωστών για την οικονομική τους επιφάνεια παρά για την πολιτική τους σταδιοδρομία, αλλά και από τη ενδυνάμωση της παρουσίας πολιτικών χώρων ακραίων αντιλήψεων.

Σε οικονομικό επίπεδο η ανάκαμψη των μακροοικονομικών δεικτών δεν έγινε τόσο «ορατή» στην πραγματική οικονομία, ενώ οι παραγωγικές επενδύσεις δεν θυμίζουν εκείνες προηγούμενων ετών.

Ταυτόχρονα οι δείκτες των χρηματιστηρίων καταρρίπτοντας το ένα ρεκόρ κατόπιν του άλλου βρίσκονται σε δυσθεώρητα ύψη που δύσκολα μπορεί κάποιος να δεχτεί ότι αντιπροσωπεύουν την «πραγματική» εικόνα της οικονομίας.

Και βεβαίως το παγκόσμιο χρέος έχει φτάσει (σύμφωνα με το IIF) στο 324% του παγκόσμιου ΑΕΠ (Κρίση χρέους και η δημιουργεία της φούσκας) κάτι που μας αφήνει αναπάντητο το ερώτημα «που θα φτάσει το κόστος του όταν αρχίσει η άνοδος των επιτοκίων»;

 

Η Ελληνική οικονομία

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον της εδώ και χρόνια παγκόσμιας οικονομικής ανάκαμψης η Ελλάδα θέλει (σε 10 περίπου μήνες) να αφήσει πίσω της τα μνημόνια  προσπαθώντας να πείσει – ίσως και την ίδια -  ότι έστω και μικρούς ρυθμούς έχει περάσει από τις αρχές του 2017 σε τροχεία ανάπτυξης αν και εξακολουθεί να είναι η τελευταία χώρα της ΕΕ που η οικονομία της είναι τόσο μακριά από τα μεγέθη του 2009.

Εσχάτως μάλιστα ακούγονται και θετικές(!!) εκτιμήσεις από άτομα που δεν μας είχαν συνηθίσει ανάλογα. Όπως για παράδειγμα ο πρώην υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε που πρόσφατα ρωτήθηκε για το πότε θα τελειώσει ο «εφιάλτης» στην Ελλάδα και δήλωσε ότι «Μα πιστεύω ότι έχει τελειώσει, το 2017 τα στοιχεία δείχνουν ότι τα πράγματα ανακάμπτουν».

 

Η επικείμενη έξοδος από τα μνημόνια

Ασφαλώς μετά 8 χρόνια το άκουσμα «τέλος τα μνημόνια» μόνο ευχάριστα μεταφράζεται από τη σκέψη μας. Φανταζόμαστε λοιπόν την Ελλάδα να αφήνει πίσω της την 10ετη ύφεση και να βλέπει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Να βγαίνει στις αγορές και να δανείζεται με όχι απαγορευτικά επιτόκια. Να υπάρχουν ενδεχομένως και κάποια μέτρα ελάφρυνσης του χρέους. Και βέβαια όταν αυτές οι προοπτικές πάψουν να είναι προοπτικές και περάσουν στο στάδιο της πραγματικής «εμφάνισής» τους στην οικονομία να βελτιώνεται και η θέση του μέσου πολίτη της χώρας.

Όμως σε αυτή την εκτός μνημονίων «νέα εποχή» θα υπάρχουν για την οικονομία της Ελλάδας κάποια δεδομένα τα οποία αν αγνοήσουμε ή ξεχάσουμε θα έχουμε κάνει ένα ακόμα λάθος. Ίσως μεγαλύτερο των πολλών προηγούμενων.

Δύο (μόνο) στοιχεία για το «νέο» οικονομικό περιβάλλον..

Βγαίνοντας η χώρα στις αγορές μην περιμένουμε να διαθέτει τα ομόλογά της με αποδόσεις  της τάξης του 1%. Κάτι που σημαίνει ότι ο δανεισμός της παρότι δεν θα είναι απαγορευτικός δεν θα είναι ταυτόχρονα και ελκυστικός. Η παλιά συνταγή «παίρνω δάνεια για να καλύπτω τα κενά» πρέπει να ξεχαστεί μια και αποδείχτηκε καταστροφική. Η «πραγματική» αύξηση του ΑΕΠ της χώρας που θα βασίζεται σε όσο το δυνατόν περιορισμένη συμμετοχή των δανείων (Ο δείκτης Debt/GDP) είναι εκείνη που θα φέρει την «πραγματική» ανάπτυξη, άρα τον περιορισμό του ρίσκου και επομένως τον σταδιακό περιορισμό των spreads των Ελληνικών ομολόγων έναντι των Γερμανικών.

Οι ξένες επενδύσεις που αναμένονται θα γίνουν σε μια χώρα με φτηνούς (πλέον) συντελεστές παραγωγής. Επομένως οι κάτοχοι των συντελεστών δεν θα πρέπει να περιμένουν θεαματικές αποδόσεις (αμοιβές) για την προσφορά τους.

Συμφωνίες «και» για το αύριο..

Θα είναι άδικο έως και ανήθικο να διαγράψουμε από τη σκέψη τους ότι η χώρα έχει δεσμευτεί για αρκετά χρόνια (μετά το 2018) στην επίτευξη συγκεκριμένων στόχων. Για παράδειγμα στη δημιουργία πρωτογενών πλεονασμάτων της τάξης του 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2023 και κοντά στο 2% του ΑΕΠ για την περίοδο 2023-2060 (Συμφωνία Eurogroup 15.06.17) με παράλληλη βέβαια πειθαρχία στο Σύμφωνο Δημοσιονομικής Σταθερότητας

Πρέπει να μας είναι σαφές ότι οι συμφωνίες που έχουμε συνάψει με την ΕΕ και το ΔΝΤ δεν επιτρέπουν στη χώρα την άσκηση οικονομικών πολιτικών που «απολαμβάνουν» την ελευθερία της επιλογής μας. Στην πράξη, η όποια οικονομική πολιτική είναι υποχρεωμένη να ακολουθεί τα συμφωνημένα και ασφαλώς θα υπάρχει έλεγχος για την τήρησή τους. Δεν ασκούμε κριτική για τα κατά ή τα υπέρ τους καθ υπόδειξη άσκησης οικονομικής πολιτικής μια και αφενός εμείς «προσκαλέσαμε τους καθοδηγητές» και αφετέρου υπάρχουν πάντα δύο όψεις σε ένα νόμισμα.

Ανεξάρτητα από το πώς θέλουν - για τους δικούς τους λόγους - κυβέρνηση και αντιπολίτευση  (Πανηγυρισμοί και απογοητεύεσεις) να εμφανίζουν την μετά μνημονίων εποχή η εποπτεία και ο έλεγχος της Ελλάδος από τους δανειστές της δεν θα σταματήσει με την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια - προγράμματα.

 

Επίλογος

Κλείνοντας την αναφορά μας στην μετά μνημονίων Ελλάδα θέλουμε να επισημάνουμε δύο παράγοντες που δεν πρέπει να αγνοήσουμε και από τους οποίους ο πρώτος είναι εκτός της σφαίρας ελέγχου της χώρας.

Όπως αναφέραμε στο πρώτο μέρος του άρθρου η ανάπτυξη (μετά την κρίση του 2008) της παγκόσμιας οικονομίας συνοδεύεται από αρκετά όχι ενθαρρυντικά στοιχεία μεταξύ των οποίων η διόγκωση του παγκόσμιου χρέους, τα συνεχή ρεκόρ των χρηματιστηριακών δεικτών, η εμφάνιση και ενδυνάμωση ακραίων πολιτικών ομάδων και η παρουσία σε καίριες ηγετικές πολιτικές θέσεις ατόμων άγνωστων προηγούμενα στην πολιτική σκηνή.

Δημιουργείται σταδιακά ένα «μίγμα» δεδομένων του οποίου η «εκτόνωση» είναι θέμα χρόνου να συμβεί.

Θέλουμε να ελπίζουμε ότι η διαδικασία οικονομικής ανάκαμψης της Ελλάδας δεν θα συναντήσει στην εξέλιξή της την εμφάνιση μιας νέας κρίσης στην παγκόσμια οικονομία. Μια τέτοια συγκυρία ασφαλώς θα αποτελούσε τροχοπέδη στην προσπάθεια της χώρας.

Ο δεύτερος παράγοντας αφορά το απαραίτητο της συνειδητοποίησης από κάθε πλευρά (κράτος και πολίτες) ότι η χώρα δεν πρέπει και ούτε θα μπορεί να επιστρέψει στην «ασυδοσία» παλαιότερων εποχών. Έχουμε αναφερθεί και σε προηγούμενο άρθρο (Νεα μέτρα και αντίμετρα αλλά χωρίς αναφορά σε νέα κουλτούρα) ότι είναι επιτακτική ανάγκη για την Ελλάδα η αλλαγή κουλτούρας στην συμπεριφορά της απέναντι και στους πολίτες της αλλά και σε τρίτους

Για να αντιμετωπιστεί τη νέα εποχή θα πρέπει πρώτα να «αποδεχτούμε» τα λάθη που κάναμε. Στη συνέχεια, και θα λέγαμε άμεσα, θα πρέπει να «φτιάξουμε» τη σχέση κράτους  - πολίτη. Η αντιπαλότητα που υφίσταται σήμερα λόγω κυρίως της έλλειψης εμπιστοσύνης που υπάρχει εκατέρωθεν πηγαίνει τη χώρα μόνο προς τα πίσω.

 

Η χώρα μας έχοντας ήδη αλλάξει κατά πολύ την εικόνα της ξεκινάει την αναζήτηση μιας νέας ταυτότητας. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν ενωμένοι και απαγκιστρωμένοι από τις λανθασμένες «οπτικές» του παρελθόντος να «χαράξουμε» την πορεία αυτής της νέας Ελλάδας μακριά από τις υπερβολές - θετικές και αρνητικές - που βιώσαμε στις περιόδους πριν και μετά το 2008 αντίστοιχα.





Συμφωνία Eurogroup 15.06.17. Τι "ακριβώς" σημαίνει για την οικονομία.

Έκλεισε λοιπόν η δεύτερη αξιολόγηση με μια ακόμα «συμφωνία». Νέα Συμφωνία Eurogroup! Βέβαια σε προηγούμενο άρθρο έχουμε εκφράσει τη λύπη μας για την χαμένη έννοια κάποιων λέξεων.

Η «συμφωνία» - όπως πάντα συμβαίνει – χαιρετίστηκε με διθυράμβους από ορισμένους ενώ αμφισβητήθηκε το πραγματικό όφελός της από άλλους πανηγυρισμοί και απογοητεύσεις.

Η διαφορετική ανάγνωση του ίδιου γεγονότος είναι συνηθισμένη και γίνεται εκνευριστικά αναμενόμενη ειδικά όταν οι αναγνώστες «μεταφράζουν» με πολιτικά μόνο κριτήρια.

Οι δικές μας σκέψεις - το έχουμε αναφέρει επανειλημμένα – δεν μορφοποιούνται με βάση πολιτικές λογικές ή κατευθύνσεις. Προέρχονται και αναπτύσσονται με κριτήρια του επιστημονικού χώρου που ανήκουμε. Και αυτός είναι δεν είναι η πολιτική, αλλά η Οικονομία.

Σκεπτόμενοι λοιπόν με αυτή την ιδιότητα θέλουμε να καταθέσουμε τις απόψεις μας για τη νέας Συμφωνίας Eurogroup της 15ης Ιουνίου 2017.

Πρωτογενή πλεονάσματα  –  Επικείμενη έξοδος από τα προγράμματα

Η Ελλάδα δεσμεύτηκε με τη δημιουργία πρωτογενών πλεονασμάτων της τάξης του 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2023 και κοντά στο 2% του ΑΕΠ για την περίοδο 2023-2060 (!!)

Δηλαδή από το σήμερα και για τα επόμενα 43 χρόνια συμφωνούμε σε συγκεκριμένα μεγέθη ανεξάρτητα από τους κύκλους της οικονομίας. Τι είδους οικονομία θα έχουμε; Τόσο ισχυρή, που χωρίς νέα αύξηση των φόρων ή νέα μείωση των κοινωνικών δαπανών θα πετυχαίνουμε τα συγκεκριμένα πλεονάσματα;

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για ποιες ακριβώς θα είναι οι σχέσεις του μέσου Έλληνα με το Κράτος αναφορικά με τις φορολογικές υποχρεώσεις (!!) του, αλλά και με την «επιστροφή» από τη μεριά του κράτους κοινωνικών παροχών προς αυτόν.

Έχοντας αναλάβει τις προηγούμενες υποχρεώσεις μέχρι το 2060 δεν αντιλαμβανόμαστε την «έννοια» της λήξης των προγραμμάτων - μνημονίων τον Αύγουστο του 2018..

Συγχρόνως αναρωτιόμαστε γιατί να γίνεται συζήτηση για ελάφρυνση του χρέους αν η οικονομία μας μπορεί να παράγει τέτοια σταθερά πρωτογενή πλεονάσματα σε τόσο μεγάλο βάθος χρόνου. Μια τέτοια υπερ-οικονομία θα δανείζει, δεν θα δανείζεται. Επομένως πολύ εύκολα θα είναι συνεπής προς τις παλιές δανειακές υποχρεώσεις της!

Κάποια όνειρα είναι όμορφα!

Βιωσιμότητα χρέους – Ποσοτική χαλάρωση - Έξοδος στις αγορές

Είναι τόσο μεγάλη η ασάφεια αυτών που ακούστηκαν σχετικά με τη βιωσιμότητα του Ελληνικού χρέους που δυστυχώς τείνουν να επιβεβαιώσουν την άποψή μας debt/GDP ότι με τις τωρινές λογικές δεν θεωρείται βιώσιμο από τους πιστωτές της χώρας μας.

Στην άποψή μας αυτή συνηγορεί η απαίτηση της ΕΕ και του ΔΝΤ για τα συγκεκριμένα πρωτογενή πλεονάσματα. Και τη σφραγίζει η άρνηση (μέχρι σήμερα) να μπει η Ελλάδα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ.

Αν η αίσθηση της ευρύτερης αγοράς είναι κοντά στην άποψή μας μάλλον μπορούμε να φανταστούμε τον χαρακτήρα των funds που θα ζητήσουν Ελληνικά ομόλογα (όταν επιχειρήσουμε την έξοδό μας στις αγορές), τα ασφάλιστρα κινδύνου που θα δεχτούμε και επομένως και το κόστος αυτού του δανεισμού. Και είναι γνωστό ότι υπάρχουν και απαιτητικοί αλλά και επιθετικοί δανειστές..

Με τι όρους θα δανειστούμε;

Ανάπτυξη

Ασφαλώς το ζητούμενο!. Όμως με τα προηγούμενα δεδομένα ή με τις προσωπικές εκτιμήσεις μας δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε το πως η οικονομία θα ανακάμψει.

Συγκεκριμένα είναι γνωστό ότι νέο χρήμα δεν μπορούμε να κόψουμε.  Η ΕΚΤ – τουλάχιστον επί του παρόντος - δεν μας το προσφέρει έμμεσα μέσω αγοράς Ελληνικών ομολόγων (ποσοτική χαλάρωση). Συνθήκες έλευσης επενδύσεων από το εξωτερικό δεν υπάρχουν μέσα σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας και δυσπιστίας. Η έλλειψη ρευστότητας, οι ιδιαίτερα υψηλοί  φορολογικοι συντελεστές και πάμπολλα γενικά αντικινήτρα, ούτε την ντόπια διάθεση καθιστούν ορατή. Φοροδιαφυγή, παραοικονομία και αδιαφάνεια εξακολουθούν να πρωταγωνιστούν.

Πως η οικονομία θα μπεί σε τροχιά ανόδου;

Για Επίλογο

Δεν θέλουμε να πιστέψουμε στην ύπαρξη σκοτεινών σχεδίων γι αυτόν τον τόπο. Κάτι τέτοιο θα αδυνατούσε περισσότερο τη δύναμη της άποψης και της σκέψης προς την κατεύθυνση της «δημιουργίας» καλύτερων οικονομικά ημερών.

Θα επιθυμούσαμε να είμαστε αισιόδοξοι. Όμως σκεπτόμενοι «αμιγώς» οικονομικά δεν μπορούμε να υιοθετήσουμε  τον στρουθοκαμηλισμό αλλά και ούτε να δεχτούμε την ύπαρξη μαγικών συνταγών στο χώρο της επιστήμης μας. Αντίθετα πιστεύουμε στο πρόγραμμα, στην οργάνωση, στη βούληση, στη γνώση, και βέβαια στην ικανότητα εφαρμογής της.

Πρωτογενές πλεόνασμα ~ Πανηγυρισμοί, Απογοητεύσεις και Ερωτηματικά

ΠΑΝΗΓΥΡΙΣΜΟΙ λοιπόν για πρωτογενές πλεόνασμα  3,9 % του ΑΕΠ για το 2016, πολύ πάνω από τον στόχο του 0,5 %. Σε προηγούμενη αρθογραφία έχουμε αναφέρει βέβαια ότι ο όρος «πρωτογενές πλεόνασμα» σημαίνει ότι τα έσοδα είναι μεγαλύτερα των δαπανών αλλά χωρίς οι τόκοι για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους να περιλαμβάνονται (υπολογίζονται) στις δαπάνες.

Ασφαλώς, η ύπαρξη πρωτογενών πλεονασμάτων είναι γενικά μια «ένδειξη» θετικής πορείας για την οικονομία. Μεταξύ άλλων δίνει στη χώρα και τη δυνατότητα (τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο) να μην «εκλιπαρεί» για νέα δάνεια ώστε να αντιμετωπίσει τις τρέχουσες υποχρεώσεις της.

Βεβαίως έχει ενδιαφέρον αφενός να αναλυθεί το πως ακριβώς προκύπτει το θετικό πρόσημο της πράξης Έσοδα μείον Δαπάνες, και αφετέρου να «αποτιμηθεί» το πραγματικό κόστος αυτού του «συν».

Για παράδειγμα, σε μια χώρα θα μπορούσαμε να μειώσουμε τις δαπάνες για υγεία, παιδεία, και γενικά κοινωνική πρόνοια, να μην πληρώνουμε τις εντός του κράτους υποχρεώσεις, και στο σκέλος των εσόδων να δράσουμε πολύ «αποτελεσματικά» φορολογώντας..γενικά φορολογώντας τα πάντα.

Αν «πάει» η σκέψη μας σε τέτοιες λογικές θα πρέπει να συμφωνήσουμε ότι δεν έχουμε «ενδείξεις» οικονομικής ανάκαμψης που μεταξύ άλλων θα οδηγούσε και σε μια πιθανή βιωσιμότητα του χρέους, αλλά μάλλον αναφερόμαστε σε τριτοκοσμικές οικονομικές πολιτικές που ασφαλώς οδηγούν στην διαιώνιση της ύφεσης και στην ολοένα και αυξανόμενη απόσταση από το πραγματικό beak even point των δημόσιων οικονομικών.

Δηλαδή, σε μικροοικονομικό επίπεδο, το σημερινά υπερχρεωμένο νοικοκυριό «κόβει» από, ή δεν «πληρώνει» καθόλου, ενοίκια, δίδακτρα σπουδών για τα παιδιά του, ιατρικές εξετάσεις, ΔΕΗ, βενζίνη για το αυτοκίνητό του, τα απαραίτητα από το Super Market, και αν παρ'λπίδα έχει λαμβάνειν από το γείτονα.., απαιτεί την κεφαλήν επί πίνακι. Φυσικά με τέτοιες πολιτικές λιτότητας δίνει αναμφίβολα «ζωή» στο τώρα του, αλλά όχι προοπτική μείωσης των χρεών του. Και αυτά είναι πολλά, ενώ οι δανειστές δεν  κάνουν «δώρα»!

ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗ αντικαθιστά τους πανηγυρισμούς όταν συνειδητοποιείς ότι οι τρόποι - μέθοδοι με τους οποίους  δημιουργήθηκε το πρωτογενές πλεόνασμα είχαν την επαναστατική έως και πρωτότυπη οικονομική λογική της δημιουργίας «πρωτογενούς ελλείμματος» στη μέση Ελληνική οικογένεια ή επιχείρηση!

Η ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗ συνεχίζεται και παραμερίζει τους πανηγυρισμούς αν σκεφτούμε ότι ο Τραπεζικός τομέας (παρά την ανακεφαλαίωση) εξακολουθεί να μην χορηγηθεί κεφάλαια στον εξασθενισμένο μέσο Έλληνα που ψάχνοντας την προσωπική του ανάκαμψη θέλει να δημιουργήσει μια νέα δουλειά. Γίνεται δε ακόμα πιο έντονη αναλογιζόμενοι το μέγεθος των φόρων που θα «ακολουθήσουν» την όποια ιδιωτική πρωτοβουλία αν (παρά την έλλειψη χρηματοδότησης) θελήσει να εμφανιστεί. Και ασφαλώς οι υψηλοί φορολογικού συντελεστές δεν αποτέλεσαν ποτέ κίνητρο επένδυσης σε (γνωστή) οικονομία!

ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΑ προκύπτουν για την παρατεταμένη εσκεμμένη άγνοια του όρου επένδυση σε διάφορους χειριστές της Ελληνικής γλώσσας! Θα θέλαμε να ενεργοποιήσουμε στη μνήμη τους ότι επένδυση (σε οικονομικούς όρους) ΔΕΝ σημαίνει «ψωνίζω» σε πλειστηριασμό ή «αγοράζω» κάτι που υπάρχει όταν έχω (κατά λάθος πάντα..) φροντίσει να του μειώσω ασφυκτικά την αξία του. Αντίθετα η λέξη αφορά την «δημιουργία» ενός νέου έργου, μιας νέας επιχείρησης ή ενός νέου κτιρίου.

Αυτό το χαρακτηριστικό του νέου είναι εκείνο που θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας, νέα εισοδήματα, νέα δυνατότητα αποπληρωμής χρεών, νέα κατανάλωση, άρα και νέα αύξηση της παραγωγής. Και από ότι γνωρίζουμε (τους τελευταίους αιώνες..) έτσι οι οικονομίες παίρνουν μπρος!

Εμείς πάντως θα ΠΑΝΗΓΥΡΙΖΑΜΕ αν βλέπαμε τα «εγκαίνια» των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων για την ισχυροποίηση ή την ορθολογική λειτουργία της οικονομίας. Κάτι που δεν σημαίνει νέα μέτρα λιτότητας.

ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΟΜΑΣΤΕ που υιοθετούμε οικονομικά μοντέλα ανάπτυξης (!) που οδηγούν στην προσωρινή ευημερία των αριθμών..

Και παραμένουμε με τη ρητορική ΕΡΩΤΗΣΗ: Μήπως δεν είμαστε καλοί οικονομολόγοι για να μεταφράζουμε σωστά ή έστω  ικανοποιητικά, αυτές που «ατιμώρητα» κυκλοφορούν ελεύθερα και αυτοαποκαλούνται οικονομικές λογικές;

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το