Άρθρα

Πρωτογενές πλεόνασμα ~ Πανηγυρισμοί, Απογοητεύσεις και Ερωτηματικά

ΠΑΝΗΓΥΡΙΣΜΟΙ λοιπόν για πρωτογενές πλεόνασμα  3,9 % του ΑΕΠ για το 2016, πολύ πάνω από τον στόχο του 0,5 %. Σε προηγούμενη αρθογραφία έχουμε αναφέρει βέβαια ότι ο όρος «πρωτογενές πλεόνασμα» σημαίνει ότι τα έσοδα είναι μεγαλύτερα των δαπανών αλλά χωρίς οι τόκοι για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους να περιλαμβάνονται (υπολογίζονται) στις δαπάνες.

Ασφαλώς, η ύπαρξη πρωτογενών πλεονασμάτων είναι γενικά μια «ένδειξη» θετικής πορείας για την οικονομία. Μεταξύ άλλων δίνει στη χώρα και τη δυνατότητα (τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο) να μην «εκλιπαρεί» για νέα δάνεια ώστε να αντιμετωπίσει τις τρέχουσες υποχρεώσεις της.

Βεβαίως έχει ενδιαφέρον αφενός να αναλυθεί το πως ακριβώς προκύπτει το θετικό πρόσημο της πράξης Έσοδα μείον Δαπάνες, και αφετέρου να «αποτιμηθεί» το πραγματικό κόστος αυτού του «συν».

Για παράδειγμα, σε μια χώρα θα μπορούσαμε να μειώσουμε τις δαπάνες για υγεία, παιδεία, και γενικά κοινωνική πρόνοια, να μην πληρώνουμε τις εντός του κράτους υποχρεώσεις, και στο σκέλος των εσόδων να δράσουμε πολύ «αποτελεσματικά» φορολογώντας..γενικά φορολογώντας τα πάντα.

Αν «πάει» η σκέψη μας σε τέτοιες λογικές θα πρέπει να συμφωνήσουμε ότι δεν έχουμε «ενδείξεις» οικονομικής ανάκαμψης που μεταξύ άλλων θα οδηγούσε και σε μια πιθανή βιωσιμότητα του χρέους, αλλά μάλλον αναφερόμαστε σε τριτοκοσμικές οικονομικές πολιτικές που ασφαλώς οδηγούν στην διαιώνιση της ύφεσης και στην ολοένα και αυξανόμενη απόσταση από το πραγματικό beak even point των δημόσιων οικονομικών.

Δηλαδή, σε μικροοικονομικό επίπεδο, το σημερινά υπερχρεωμένο νοικοκυριό «κόβει» από, ή δεν «πληρώνει» καθόλου, ενοίκια, δίδακτρα σπουδών για τα παιδιά του, ιατρικές εξετάσεις, ΔΕΗ, βενζίνη για το αυτοκίνητό του, τα απαραίτητα από το Super Market, και αν παρ'λπίδα έχει λαμβάνειν από το γείτονα.., απαιτεί την κεφαλήν επί πίνακι. Φυσικά με τέτοιες πολιτικές λιτότητας δίνει αναμφίβολα «ζωή» στο τώρα του, αλλά όχι προοπτική μείωσης των χρεών του. Και αυτά είναι πολλά, ενώ οι δανειστές δεν  κάνουν «δώρα»!

ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗ αντικαθιστά τους πανηγυρισμούς όταν συνειδητοποιείς ότι οι τρόποι - μέθοδοι με τους οποίους  δημιουργήθηκε το πρωτογενές πλεόνασμα είχαν την επαναστατική έως και πρωτότυπη οικονομική λογική της δημιουργίας «πρωτογενούς ελλείμματος» στη μέση Ελληνική οικογένεια ή επιχείρηση!

Η ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗ συνεχίζεται και παραμερίζει τους πανηγυρισμούς αν σκεφτούμε ότι ο Τραπεζικός τομέας (παρά την ανακεφαλαίωση) εξακολουθεί να μην χορηγηθεί κεφάλαια στον εξασθενισμένο μέσο Έλληνα που ψάχνοντας την προσωπική του ανάκαμψη θέλει να δημιουργήσει μια νέα δουλειά. Γίνεται δε ακόμα πιο έντονη αναλογιζόμενοι το μέγεθος των φόρων που θα «ακολουθήσουν» την όποια ιδιωτική πρωτοβουλία αν (παρά την έλλειψη χρηματοδότησης) θελήσει να εμφανιστεί. Και ασφαλώς οι υψηλοί φορολογικού συντελεστές δεν αποτέλεσαν ποτέ κίνητρο επένδυσης σε (γνωστή) οικονομία!

ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΑ προκύπτουν για την παρατεταμένη εσκεμμένη άγνοια του όρου επένδυση σε διάφορους χειριστές της Ελληνικής γλώσσας! Θα θέλαμε να ενεργοποιήσουμε στη μνήμη τους ότι επένδυση (σε οικονομικούς όρους) ΔΕΝ σημαίνει «ψωνίζω» σε πλειστηριασμό ή «αγοράζω» κάτι που υπάρχει όταν έχω (κατά λάθος πάντα..) φροντίσει να του μειώσω ασφυκτικά την αξία του. Αντίθετα η λέξη αφορά την «δημιουργία» ενός νέου έργου, μιας νέας επιχείρησης ή ενός νέου κτιρίου.

Αυτό το χαρακτηριστικό του νέου είναι εκείνο που θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας, νέα εισοδήματα, νέα δυνατότητα αποπληρωμής χρεών, νέα κατανάλωση, άρα και νέα αύξηση της παραγωγής. Και από ότι γνωρίζουμε (τους τελευταίους αιώνες..) έτσι οι οικονομίες παίρνουν μπρος!

Εμείς πάντως θα ΠΑΝΗΓΥΡΙΖΑΜΕ αν βλέπαμε τα «εγκαίνια» των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων για την ισχυροποίηση ή την ορθολογική λειτουργία της οικονομίας. Κάτι που δεν σημαίνει νέα μέτρα λιτότητας.

ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΟΜΑΣΤΕ που υιοθετούμε οικονομικά μοντέλα ανάπτυξης (!) που οδηγούν στην προσωρινή ευημερία των αριθμών..

Και παραμένουμε με τη ρητορική ΕΡΩΤΗΣΗ: Μήπως δεν είμαστε καλοί οικονομολόγοι για να μεταφράζουμε σωστά ή έστω  ικανοποιητικά, αυτές που «ατιμώρητα» κυκλοφορούν ελεύθερα και αυτοαποκαλούνται οικονομικές λογικές;

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Μια περισσότερο «πραγματική» διδασκαλία.

Όταν διδάσκεις Οικονομικά σε μαθητές που προετοιμάζονται για την εισαγωγή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση έχεις (μεταξύ άλλων) να αντιμετωπίσεις δύο βασικά θέματα.

Το πρώτο σχετίζεται με το ότι το εκπαιδευτικό σύστημα «προωθεί» την εμφύτευση έτοιμης γνώσης μέσα σε συγκεκριμένα χρονικά πλαίσια, και το δεύτερο (καθόλου ασύνδετο με το πρώτο) την αίσθηση των παιδιών ότι αρκετές φορές αναφέρεσαι σε μη πραγματικές  καταστάσεις.

Η επιδιωκόμενη μεταφορά έτοιμης γνώσης είναι εκείνη που δημιουργεί την εντύπωση στα παιδία ότι πρόκειται για ένα θεωρητικό μάθημα και η προσέγγισή του “απαιτεί” την αποστήθιση εννοιών.

Ατυχώς, η συγκεκριμένη μορφή των εξετάσεων, αλλά και η απαραίτητη (..) επιτυχία στο μάθημα, αναγκάζει μερικές φορές τους καθηγητές να υιοθετήσουν μεθόδους διδασκαλίας τις οποίες μεταφράζοντας οι μαθητές οδηγούνται στην παραπάνω λανθασμένη αίσθηση περί θεωρητικού μαθήματος.

Πράγματι είναι δύσκολο να συναντήσεις μαθητή που να μην γνωρίζει “απ έξω” το νόμο της ζήτησης. Αναρωτιέμαι όμως πόσοι μαθητές έχουν αντιληφθεί τι κρύβεται σε πραγματικό επίπεδο πίσω από τον συγκεκριμένο νόμο. Ποιοι είναι εκείνοι οι παράγοντας που οδηγούν τον καταναλωτή να συμπεριφέρεται σύμφωνα με τον παραπάνω νόμο; Γιατί ανάλογα με το αγαθό ή το χρόνο αναφοράς, οι παράγοντες μπορεί να διαφοροποιούνται;

Και βέβαια η “κονσερβοποίηση” της γνώσης δεν δίνει περιθώρια για τέτοια ερωτήματα.

Ένα από τα αποτελέσματα της παραπάνω “ξύλινης” μεταφοράς γνώσης στους μαθητές είναι και η δημιουργούμενη αίσθηση της αναφοράς σε μη πραγματικές καταστάσεις.

Πράγματι, στο άκουσμα της καμπύλης παραγωγικών δυνατοτήτων της οικονομίας που παράγει ΜΟΝΟ δύο αγαθά έρχεται αυτόματα η ερώτηση των παιδιών ”μα υπάρχει τέτοια οικονομία;».

Όταν δε ακούνε και ότι η αύξηση της παραγωγής όπλων σημαίνει μείωση της ποσότητας παραγωγής του ψωμιού, στο προηγούμενο ερώτημα προστίθεται και το “ τι σχέση έχουν τα όπλα με το ψωμί;»

Που να βρεθεί ο χρόνος για να τους αναφέρεις σαν παράδειγμα το πως διαχειρίζονται οι ίδιοι στην καθημερινότητά τους το (περιορισμένο) χαρτζιλίκι το οποίο λόγω ακριβώς του ότι είναι περιορισμένο τους αναγκάζει στο να επιλέξουν που θα το καταναλώσουν. Έτσι λοιπόν αποφασίζουν για το είδος της διασκέδασης τους. Για παράδειγμα, ποτό, φαγητό, σινεμά ή καφέ και πόσες φορές ανά είδος. Φυσικά κάθε φορά που θα πιούν ένα ποτό ξέρουν ότι δεν θα μπορούν να δουν μια ταινία και βέβαια όταν αυξάνουν τις εξόδους για φαγητό αναγκαστικά  μειώνουν τις φορές που θα πάνε για ποτό ή καφέ.

Και όλα αυτά, δηλαδή το ότι αναγκάζονται να επιλέξουν οφείλεται στο περιορισμένο χαρτζιλίκι τους. Επομένως γιατί και η οικονομία με τους περιορισμένους συντελεστές που διαθέτει να μην αναγκάζεται να επιλέγει το τι θα παράγει;

Νομίζω ότι με τέτοια ανάλυση θα τους είναι πολύ εύκολο να αντιληφθούν και το κόστος ευκαιρίας των αγαθών, και τη μορφή της  καμπύλης παραγωγικών δυνατοτήτων της οικονομίας, και ότι φυσικά μπορεί να γίνεται αναφορά σε υποθετική οικονομία, αλλά η  ανάλυση της είχε ήδη μεταφερθεί στον πραγματικό κόσμο μέσα από το προηγούμενο παράδειγμα που αφορούσε τη δική τους πραγματική συμπεριφορά.

Πάντα υπάρχουν τρόποι η γνώση να πάει παρακάτω. Το θέλουμε όμως;