Άρθρα

Μια περισσότερο «πραγματική» διδασκαλία.

Όταν διδάσκεις Οικονομικά σε μαθητές που προετοιμάζονται για την εισαγωγή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση έχεις (μεταξύ άλλων) να αντιμετωπίσεις δύο βασικά θέματα.

Το πρώτο σχετίζεται με το ότι το εκπαιδευτικό σύστημα «προωθεί» την εμφύτευση έτοιμης γνώσης μέσα σε συγκεκριμένα χρονικά πλαίσια, και το δεύτερο (καθόλου ασύνδετο με το πρώτο) την αίσθηση των παιδιών ότι αρκετές φορές αναφέρεσαι σε μη πραγματικές  καταστάσεις.

Η επιδιωκόμενη μεταφορά έτοιμης γνώσης είναι εκείνη που δημιουργεί την εντύπωση στα παιδία ότι πρόκειται για ένα θεωρητικό μάθημα και η προσέγγισή του “απαιτεί” την αποστήθιση εννοιών.

Ατυχώς, η συγκεκριμένη μορφή των εξετάσεων, αλλά και η απαραίτητη (..) επιτυχία στο μάθημα, αναγκάζει μερικές φορές τους καθηγητές να υιοθετήσουν μεθόδους διδασκαλίας τις οποίες μεταφράζοντας οι μαθητές οδηγούνται στην παραπάνω λανθασμένη αίσθηση περί θεωρητικού μαθήματος.

Πράγματι είναι δύσκολο να συναντήσεις μαθητή που να μην γνωρίζει “απ έξω” το νόμο της ζήτησης. Αναρωτιέμαι όμως πόσοι μαθητές έχουν αντιληφθεί τι κρύβεται σε πραγματικό επίπεδο πίσω από τον συγκεκριμένο νόμο. Ποιοι είναι εκείνοι οι παράγοντας που οδηγούν τον καταναλωτή να συμπεριφέρεται σύμφωνα με τον παραπάνω νόμο; Γιατί ανάλογα με το αγαθό ή το χρόνο αναφοράς, οι παράγοντες μπορεί να διαφοροποιούνται;

Και βέβαια η “κονσερβοποίηση” της γνώσης δεν δίνει περιθώρια για τέτοια ερωτήματα.

Ένα από τα αποτελέσματα της παραπάνω “ξύλινης” μεταφοράς γνώσης στους μαθητές είναι και η δημιουργούμενη αίσθηση της αναφοράς σε μη πραγματικές καταστάσεις.

Πράγματι, στο άκουσμα της καμπύλης παραγωγικών δυνατοτήτων της οικονομίας που παράγει ΜΟΝΟ δύο αγαθά έρχεται αυτόματα η ερώτηση των παιδιών ”μα υπάρχει τέτοια οικονομία;».

Όταν δε ακούνε και ότι η αύξηση της παραγωγής όπλων σημαίνει μείωση της ποσότητας παραγωγής του ψωμιού, στο προηγούμενο ερώτημα προστίθεται και το “ τι σχέση έχουν τα όπλα με το ψωμί;»

Που να βρεθεί ο χρόνος για να τους αναφέρεις σαν παράδειγμα το πως διαχειρίζονται οι ίδιοι στην καθημερινότητά τους το (περιορισμένο) χαρτζιλίκι το οποίο λόγω ακριβώς του ότι είναι περιορισμένο τους αναγκάζει στο να επιλέξουν που θα το καταναλώσουν. Έτσι λοιπόν αποφασίζουν για το είδος της διασκέδασης τους. Για παράδειγμα, ποτό, φαγητό, σινεμά ή καφέ και πόσες φορές ανά είδος. Φυσικά κάθε φορά που θα πιούν ένα ποτό ξέρουν ότι δεν θα μπορούν να δουν μια ταινία και βέβαια όταν αυξάνουν τις εξόδους για φαγητό αναγκαστικά  μειώνουν τις φορές που θα πάνε για ποτό ή καφέ.

Και όλα αυτά, δηλαδή το ότι αναγκάζονται να επιλέξουν οφείλεται στο περιορισμένο χαρτζιλίκι τους. Επομένως γιατί και η οικονομία με τους περιορισμένους συντελεστές που διαθέτει να μην αναγκάζεται να επιλέγει το τι θα παράγει;

Νομίζω ότι με τέτοια ανάλυση θα τους είναι πολύ εύκολο να αντιληφθούν και το κόστος ευκαιρίας των αγαθών, και τη μορφή της  καμπύλης παραγωγικών δυνατοτήτων της οικονομίας, και ότι φυσικά μπορεί να γίνεται αναφορά σε υποθετική οικονομία, αλλά η  ανάλυση της είχε ήδη μεταφερθεί στον πραγματικό κόσμο μέσα από το προηγούμενο παράδειγμα που αφορούσε τη δική τους πραγματική συμπεριφορά.

Πάντα υπάρχουν τρόποι η γνώση να πάει παρακάτω. Το θέλουμε όμως;

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ υπόσταση των ΥΠΟΘΕΤΙΚΩΝ μοντέλων της Οικονομίας.

Είναι πολλές οι φορές που μαθητές ή φοιτητές (στα πρώτα 6μηνα) αμφισβητούν την πρακτική χρησιμότητα των “θεωρητικών” οικονομικών υποδειγμάτων. Αυτή η αμφισβήτηση άλλοτε εκφράζεται άμεσα – λεκτικά, ενώ σε άλλες περιπτώσεις “προδίδεται” από τη γλώσσα του σώματος.

Είναι πράγματι δύσκολο πριν εμβαθύνεις κάποιες έννοιες, δηλαδή τις εξετάσεις σε επόμενο (Πανεπιστημιακό) επίπεδο, να αντιληφθείς το εάν ή όχι λειτουργούν στην πραγματικότητα.

Ένα παράδειγμα θα μπορούσε να είναι η Καμπύλη Παραγωγικών Δυνατοτήτων η οποία - ως γνωστόν - μας προσδιορίζει τις μέγιστες παραγωγικές δυνατότητες μιας οικονομίας εάν τηρούνται οι γνωστές προϋποθέσεις λειτουργίας της. Βεβαίως εδώ “βρίσκεται” και το κλασικό ερώτημα: Υπάρχει οικονομία που παράγει μόνο δύο αγαθά; ΟΧΙ, δεν υπάρχει, αλλά…

Πριν προχωρήσουμε στην “μεταφορά” της χρησιμότητας του παραπάνω υποδείγματος της “υποθετικής” οικονομίας στην “πραγματική” θα θέλαμε να αναφερθούμε (εν συντομία) σε δύο από τα βασικά χαρακτηριστικά της σημερινής κατάστασης της Ελληνικής οικονομίας.

Θα την χαρακτηρίζαμε λοιπόν σαν μια οικονομία α) βυθισμένη στην ύφεση, με αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης της παραγωγής - εισοδήματός της (ΑΕΠ) και β) με πολύ υψηλή ανεργία,  που ασφαλώς προσπαθεί να ανακάμψει, δηλαδή να αυξήσει την παραγωγή και την απασχόληση, αλλά με τρόπο που εμείς δεν αντιλαμβανόμαστε.

Επιστρέφοντας στην καμπύλη παραγωγικών δυνατοτήτων να εστιάσουμε την προσοχή μας στα παρακάτω σημεία:

  1. Στην θέση των δύο (2) αγαθών που παράγονται μπορείτε να φανταστείτε δύο (2) ομάδες αγαθών (π.χ. κεφαλαιουχικά – καταναλωτικά) ή δύο (2) κλάδους της οικονομίας (π.χ. βιομηχανία – τουρισμός).
  2. Είναι γνωστό ότι η αύξηση της ποσότητας ενός αγαθού πραγματοποιείται (κατά κανόνα) με μεταφορά συντελεστών παραγωγής από το άλλο αγαθό.
  3. Όταν η οικονομία λειτουργεί σε ένα σημείο που βρίσκεται στον εσωτερικό χώρο της εν λόγω καμπύλης, είτε ΔΕΝ χρησιμοποιεί όλους τους διαθέσιμους συντελεστές παραγωγής, είτε ΔΕΝ τους χρησιμοποιεί ορθολογικά, ή συμβαίνουν ταυτόχρονα και τα δύο προηγούμενα, με αποτέλεσμα να μην εξαντλεί τις παραγωγικές της δυνατότητες. Το ότι δεν τις εξαντλεί δεν σημαίνει ότι δεν τις  έχει!
  4. Η μετατόπιση της καμπύλης προς τα δεξιά, σημαίνει αύξηση των παραγωγικών δυνατοτήτων (οικονομική ανάπτυξη) το οποίο είναι και ένα από τα ζητούμενα όλων των οικονομιών.

Μεταφερόμενοι τώρα στην “πραγματική” εικόνα της Ελληνικής οικονομίας φανταστείτε το τι θα συνέβαινε ΑΝ γινόταν ανακατανομή, μεταφορά δηλαδή πόρων (συντελεστών παραγωγής) από ένα κλάδο παραγωγής που λόγω ειδικών αλλά και γενικότερων οικονομικών συνθηκών βρίσκεται σε ύφεση – αδράνεια (π.χ. βιομηχανία ή κατασκευές) σε άλλο κλάδο που έχει, αλλά και ειδικά στη χώρα μας, ΠΡΕΠΕΙ να έχει δυναμική (π.χ. τουρισμός – εξαγωγές). Σε αυτήν την περίπτωση θα πετυχαίναμε το “ορθολογικό” της χρήσης των παραγωγικών συντελεστών για τη συγκεκριμένη  οικονομία.

Η παραπάνω κίνηση – μεταξύ άλλων - θα μπορούσε να σημαίνει και μερική αξιοποίηση των “εν δυνάμει” παραγωγικών συντελεστών, με αποτέλεσμα η οικονομία να  “πλησιάζει” τις μέγιστες παραγωγικές της δυνατότητες. Ασφαλώς με αυτό τον τρόπο δεν θα εξασφαλίζαμε την “πλήρη” απασχόληση των παραγωγικών συντελεστών (εξάλλου αυτό είναι επικίνδυνο για την οικονομία) αλλά θα μειώναμε την ανεργία.

Τέλος, είναι γνωστό ότι η ανάπτυξη ενός κλάδου δευτερογενώς αφορά και άλλους τομείς που λειτουργούν “περιφερειακά” του πρώτου και επηρεάζονται θετικά από αυτόν. Για παράδειγμα, η ανάπτυξη του τουρισμού, συμπαρασύρει και εκείνες τις υπηρεσίες – τομείς που απαραίτητα συνοδεύουν την άφιξη των τουριστών (εστίαση,  εμπορικά καταστήματα, κ.α.).

Ελπίζουμε με αυτή τη σύντομη αναφορά στην Καμπύλη Παραγωγικών Δυνατοτήτων μιας ΥΠΟΘΕΤΙΚΗΣ οικονομίας να είναι περισσότερο αντιληπτό ότι η λέξη ΥΠΟΘΕΤΙΚΗ δεν απέχει πάντα  από τη λέξη ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ.