Posts

Η νέα γενιά αντιμετωπίζει το λάθος ή την αντίφαση;

Η νέα γενιά είναι εκείνη που θα αλλάξει τον κόσμο.

Είναι εκείνα τα άτομα που θα δημιουργήσουν το καλύτερο αύριο αποφεύγοντας τα λάθη του χθες.

 

Πόσες 10ετίες «εκτοξεύονται» στην ατμόσφαιρα παρόμοιες με τις παραπάνω δηλώσεις; Πόση «υποτιθέμενη συγκίνηση» κατακλύζει το προσωπείο των σημερινών «σοφών» όταν (με τρεμάμενη φωνή) αναφέρονται στους νέους;

Χωρίς ασφαλώς να αμφισβητούμε τη δυναμική της νέας γενιάς, έχουμε σοβαρές επιφυλάξεις αν η υποδομή που της προσφέρεται στο σήμερα συμβάλλει με θετικό τρόπο στην διαμόρφωση ενός καλύτερου αύριο.

Προσπαθώντας να φανταστούμε μια κοινωνία «ανώτερη» της σημερινής θα πρέπει πρώτα να διευκρινίσουμε το πως ορίζουμε το «ανώτερη» και στη συνέχεια αν συμφωνήσουμε ότι αυτός ο όρος μας οδηγεί και στο καλύτερη (για την «ισορροπία» του μέσου ανθρώπου) θα πρέπει να αποδεχτούμε το γεγονός ότι είναι απαραίτητη η εμφάνιση ενός μέσου «ανώτερου» μυαλού (σκεπτικού) που θα κτίσει το βελτιωμένο αύριο.

Πόσο ειλικρινείς είμαστε;

Ωραία η σε θεωρητικό επίπεδο ανάλυση, αλλά η σκέψη μας διαβαίνοντας τα καθημερινά μονοπάτια της «πραγματικής» ατμόσφαιρας του σήμερα συναντά  δύο ψέματα!

Το πρώτο σχετίζεται με το «υλικό» που προσφέρουμε στους νέους. Και αναφερόμαστε στο επίπεδο της παρεχόμενης εκπαίδευσης, της παιδείας και κουλτούρας γενικότερα.

Εμείς την εκπαίδευση την αντιλαμβανόμαστε σαν την παροχή εφοδίων σκέψης (Τι πρέπει να προσφέρουμε στους νέους) για να πάει η γνώση παρακάτω. Είναι μια διαδικασία προσφοράς «δυναμικού» και αυτό ασφαλώς δεν γίνεται με μεταφορά στείρας γνώσης αλλά με την παροχή πληροφοριών η «αξιοποίηση» των οποίων θα δημιουργήσει νέα γνώση χωρίς να καταργεί τον πολιτισμό. Και βέβαια η αξιοποίηση προϋποθέτει την ικανότητα ανάλυσης, κρίσης και εξαγωγής συμπερασμάτων.

Ατυχώς δεν  μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι (εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων) κάτι τέτοιο πράγματι συμβαίνει. Αντίθετα θεωρούμε ότι η παροχή έτοιμης και κατευθυνόμενης γνώσης (;;) είναι αυτό που χαρακτηρίζει την εποχή, ενώ ταυτόχρονα τις περισσότερες φορές (σιωπηρά) προάγουμε τον ανταγωνισμό αντί της συνεργασίας.

Το δεύτερο αφορά τα ποιοτικά, όχι ποσοτικά (Η μάθηση προτιμά την ποιότητα) στοιχεία του περιβάλλοντος και στο κατά πόσο αυτά βοηθούν στον καθορισμό του στίγματος ή στην απώλεια του προσανατολισμού των νέων.

Καθημερινά λοιπόν ερχόμαστε αντιμέτωποι - πολλές φορές ακούσια - με την υπερπληροφόρηση, τον καταιγισμό της εικόνας, τα fake news, την θεοποίηση της copy paste λογικής, την εικονική πραγματικότητα που παρουσιάζεται στα social media, τον βιασμό της λέξης ελευθερία, την ωραιοποίηση του ανύπαρκτου, τη μαζικοποίηση, την υιοθέτηση του ψέματος ως βασικού εργαλείου επικοινωνίας, την εσχάτως σε Ευρωπαϊκό κράτος αντικατάσταση των λέξεων (και πολύ χειρότερα των εννοιών) πατέρας και μητέρα με «αριθμούς» αλλά και την ρομποτοποίηση της σκέψης μέσω της (θέλουμε να πιστεύουμε ελεγχόμενης) τεχνητής νοημοσύνης και βέβαια την είσοδο των περισσοτέρων στο club της κατάθλιψης.

Δυσκολευόμαστε να φανταστούμε – θεωρήσουμε ότι  ένα ανάλογο περιβάλλον συμβάλλει στην ισορροπία της σκέψης ώστε να δημιουργήσει το καλύτερο αύριο.

Κάποια συμπεράσματα

Ορισμένοι θα «ακούσουν» στις προηγούμενες γραμμές συντηρητικές απόψεις με άρωμα νοσταλγίας του χθες. Όμως οι συγκεκριμένες αναφορές μας απλά δίνουν το στίγμα  της σημερινής ατμόσφαιρας χωρίς να το συγκρίνουμε με το αντίστοιχο χθεσινό.

Δεν υπάρχει επιστροφή στο πριν και ούτε μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε καλύτερο ή χειρότερο. Η όποια σύγκριση (πέραν του φιλοσοφικού επιπέδου) φαντάζει ατυχής μια και αναφερόμαστε σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες.

Όμως όταν «καταλύεις» την ελευθερία της ορθολογικής σκέψης του εγκεφάλου επιβάλλοντας (πλαγίως) συγκεκριμένα μοντέλα λειτουργίας και συμπεριφοράς δεν κάνεις απλά λάθος αλλά υποθάλπτεις εσκεμμένα και με αντιδημοκρατικό τρόπο το αύριο.

Μήπως αφοπλίζουμε εγκεφάλους δημιουργώντας «μπερδεμένα» μυαλά μέσα από την αντίφαση των πράξεων - ενεργειών μας και με την κατάργηση (έως και αντιστροφή) της έννοιας των λέξεων.

Και πολλές φορές το λάθος είναι προτιμητέο από την αντίφαση…

Η άγνωστη επόμενη μέρα της Ελλάδας.

Και έτσι όπως πλησιάζει το καλοκαίρι της εξόδου της Ελλάδας από τα μνημόνια  ολοένα και φαντάζει πιο έντονο το ερώτημα «Ποια θα είναι η επόμενη μέρα;»

Ο προβληματισμός  παίρνει τη μορφή της ανησυχίας γιατί ενώ είναι γνωστό ότι το αύριο - εκτός εξαιρέσεων – δεν μας το χαρίζουν (άρθρο)  εξακολουθούμε να μην ακούμε και κυρίως να μην βλέπουμε  τον σχεδιασμό εκείνου του προγράμματος που θα μας οδηγήσει στην επόμενη μέρα.

Η χώρα εμφανίζεται να κινείται ή να ετοιμάζετε να ταξιδέψει σε αχαρτογράφητα νερά  χωρίς διάθεση προγραμματισμού του ταξιδιού της.

Αυτό που ατυχώς παρατηρείται είναι μια προσωρινή «συμμόρφωση» προς τα προαπαιτούμενα για να κλείσει μια ακόμα αξιολόγηση και να εισπράξουμε τη δόση μας. Αμέσως μετά «ξεχνιόμαστε» και επανερχόμαστε σε παλιές λογικές.

Για παράδειγμα, επειδή απαίτησαν οι δανειστές να μειωθούν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του δημοσίου δουλέψαμε και Κυριακές για να βγουν κάποιες συντάξεις. Μετά όμως το πρόγραμμα υπολογισμού των συντάξεων μας έβγαλε κάποιο πρόβλημα και δεν συνεχίστηκε η έκδοση νέων!

Δηλαδή αυτό σημαίνει ότι αναγκαστικά και προσωρινά κάνουμε κάτι με το οποίο επί της ουσίας διαφωνούμε! Αν είναι έτσι, εμείς πως θα καταλάβουμε τις «διαθέσεις» των υπευθύνων όταν δεν θα υπάρχει η έντονη απαίτηση των θεσμών στη μετά μνημονίων εποχή;

Όμως κάπου μας διαφεύγουν βασικά θέματα. Η οικονομία ενεργοποιείται από την ύπαρξη «πληροφορίας». Ιδιαίτερα μετά από περιόδους κρίσης η πληροφόρηση για το αύριο είναι απαραίτητη, Είναι αυτή που θα ωθήσει την εμφάνιση ή όχι της νέας επιχειρηματικής πρωτοβουλίας. Και αν η τελευταία δεν υπάρξει είτε από τον ιδιωτικό τομέα είτε από τον δημόσιο η ανάπτυξη θα παραμείνει στα όνειρά μας.

Σε προηγούμενο άρθρο (πως κινείται η Ελλάδα) έχουμε εκφράσει τις απόψεις μας για το ότι η χώρα επιβάλλεται να αλλάξει κουλτούρα - κυρίως πολιτική. Ο χρόνος που περνάει δυστυχώς μας γεννάει έντονους προβληματισμούς για το αν υπάρχει πράγματι διάθεση για κάτι τέτοιο.

Είναι τουλάχιστον λυπηρό το γεγονός ότι για μια ακόμα φορά κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας. Πάλι το χθες εμφανίζεται ότι δεν μας έκανε σοφότερους. Μοιάζουμε να είμαστε φανατικοί υποστηρικτές παρελθοντολογικών λογικών οι ποίες  αποδυνάμωσαν τη χώρα.

Σε αυτή την περίοδο της σύγχρονης ιστορίας της Ελλάδας υπάρχει όμως κάτι που δεν έχουμε αντιληφθεί ή εθελοτυφλούμε σφυρίζοντας αδιάφορα.

Η φτωχοποίηση δεν περιορίζεται στο σήμερα  αλλά εισχωρεί και στη σκέψη της νέας γενιάς για το αύριο.

Το τελευταίο είναι και το χειρότερο, Η νέα γενιά να σου γυρνάει την πλάτη επειδή δεν της δείχνεις το δρόμο της επόμενης μέρας.


Επίδομα νεανικής αλληλεγγύης: Μήπως αποτελεί την εύκολη λύση;

Πριν από λίγες μέρες η κυβέρνηση ανακοίνωσε την χορήγηση ενός εφάπαξ επιδόματος ύψους 400 ευρώ για όλους τους νέους ηλικίας 18-24 ετών, υπό την προϋπόθεση ότι είναι εγγεγραμμένοι στον ΟΑΕΔ από τον περασμένο Οκτώβριο και εξακολουθούν να παραμένουν άνεργοι.

Η παραπάνω πρωτοβουλία αποτελεί ένα μέτρο κοινωνικής πολιτικής και η έκφρασή του εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια της εκάστοτε κυβέρνησης. Ωστόσο ο επιδοματικός χαρακτήρας του μέτρου αυτού είναι ένα σημείο που μας προβληματίζει έντονα.

Ασφαλώς το ποσό των 400 ευρώ μπορεί να είναι εξαιρετικά σημαντικό και βοηθητικό για έναν άνεργο νέο, δεν παύει όμως να είναι μια εύκολη λύση από την πλευρά της κυβέρνησης. Και δεν είναι αυτό που περιμένει ο νέος ή ο μέσος Έλληνας

Στόχος της κυβέρνησης σε μια χώρα πρωταθλήτρια στην ανεργία των νέων στην Ευρωπαϊκή ένωση θα έπρεπε να ήταν το να βρουν οι νέοι αυτοί δουλειά. Το επίδομα ίσως να κάνει τις επερχόμενες χριστουγεννιάτικες διακοπές πιο ευχάριστες αλλά δεν θα μπορέσει να του δώσει μια διέξοδο από το πρόβλημα της ανεργίας. Τα 400 ευρώ δεν βοηθούν τον νέο που προσπαθεί να φτιάξει την επαγγελματική του ζωή αναζητώντας μια ευκαιρία για αξιοπρεπή απασχόληση.

Αυτές οι πρακτικές είναι καταλύτης στην διόγκωση του brain drain, της φυγής στο εξωτερικό νέων επιστημόνων εξαιρετικά καταρτισμένων κάνοντας την Ελλάδα να χάνει το σπουδαιότερο μέρος του ανθρώπινου κεφαλαίου της.

Η δύσκολη αλλά βιώσιμη λύση ενίσχυσης των νέων δεν είναι άλλη από το να βρουν δουλειά.

Είναι στο χέρι της κυβέρνησης η μείωση των φόρων στις επιχειρήσεις και των ασφαλιστικών εισφορών ώστε οι επιχειρήσεις να είναι σε θέση να προσλαμβάνουν νέους με ανθρώπινες συνθήκες. Είναι στο χέρι της κυβέρνησης η βελτίωση του επενδυτικού κλίματος της χώρας ώστε να γίνει φιλική σε επενδύσεις που δημιουργούν θέσεις εργασίας και γεννούν ευκαιρίες απασχόλησης. Είναι στο χέρι της κυβέρνησης να γεφυρώσει το χάσμα στην σύνδεση μεταξύ των πανεπιστημίων και της αγοράς.

Η παραπάνω λύση, αν και γνωστή και χιλιοειπωμένη, μοιάζει ακόμα πολύ μακρινή παρά την αδήριτη ανάγκη να υλοποιηθεί. Ο λόγος είναι ότι απαιτείται η απομάκρυνση από ευκαιριακές και ψηφοθηρικές λογικές οι οποίες στην χώρα μας είναι δυστυχώς βαθιά ριζωμένες. Η λογική του «δίνω επίδομα-παίρνω ψήφους» δεν μπορεί να έχει θέση στην Ελλάδα που φιλοδοξεί το καλοκαίρι να πετύχει «καθαρή έξοδο από τα μνημόνια».

Κλείνοντας, θέλω να σημειώσω πως το ελπιδοφόρο είναι ότι όντας 23 ετών και συναναστρεφόμενος καθημερινά με νέους αυτών των ηλικιών, η απόρριψη των εύκολων λύσεων είναι πλέον καθολική. Ας ελπίσουμε αυτή η τάση να οδηγήσει σταδιακά στην μεταστροφή της κυβέρνησης σε πρακτικές ουσιαστικής βοήθειας των άνεργων νέων.

Δημήτρης Νταγιάντης, Μεταπτυχιακός φοιτητής στο τμήμα οικονομικής επιστήμης του ΟΠΑ με κατεύθυνση "Εφαρμοσμένα οικονομικά και χρηματοοικονομικά"