Posts

Η Ελλάδα εκτός μνημονίων. Μπορούμε να οραματιζόμαστε την μεταμνημονιακή εποχή με προμνημονιακές λογικές;

Και να που η Ελλάδα βρίσκεται πλέον εκτός μνημονίων σε μια ατμόσφαιρα αρκετά «δεσμευτικής» ελευθερίας λόγω των υποχρεώσεων που την ακολουθούν στην μεταμνημονιακή εποχή της.

Αναζητώντας την οικονομική (και όχι μόνο) ανόρθωση αυτής της χώρας και σε αντίθεση με αυτά που ακούμε ή δεν ακούμε από το σύνολο (ατυχώς) των αντιπροσώπων μας στη Βουλή επιβάλλεται η σκέψη μας να επικεντρωθεί και να αναλύσει τα δεδομένα των παρακάτω τριών χρονικών περιόδων.

1. Η Ελλάδα πριν το 2010 και οι λόγοι που την οδήγησαν στα μνημόνια.

Το 2010 η Ελλάδα για να εξυπηρετήσει το δημοσιονομικό της έλλειμμα και λόγω αδυναμίας δανεισμού της από τις αγορές με μη απαγορευτικά επιτόκια καταφεύγει στο μηχανισμό στήριξης. Η σχέση χρέους προς ΑΕΠ ήδη εμφανίζεται προβληματική για να θεωρείται βιώσιμο το χρέος.

Αρκετοί θα ισχυριστούν ότι η κατάρρευση  της Lehman Brothers το 2008 με την κρίση που προκάλεσε στην παγκόσμια οικονομία επηρέασε και την Ελλάδα. Αν και η μετάδοση της κρίσης (από χώρα σε χώρα) ασφαλώς και συμβαίνει στις ανοικτές οικονομίες πόσο μάλλον στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία δεν θεωρούμε ότι ο βαθμός έκθεσης της οικονομίας μας ήταν τόσο μεγάλος ώστε να αιτιολογεί τη μετέπειτα κατάρρευση της χώρας.

Η Ελλάδα και για αρκετά χρόνια πριν φτάσει στην περίοδο 2009 - 10 λειτουργούσε στα πλαίσια ενός κράτους υπερμεγενθυμένου και αντιπαραγωγικού με αποτέλεσμα τη σταδιακή αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Αναφερόμαστε δηλαδή σε υπέρογκα έξοδα «συντήρησης» ενός μηχανισμού που «ανεχόταν» μιας μεγάλης έκτασης παραοικονομία (επομένως σημαντικότατης απώλειας φορολογικών εσόδων). Ταυτόχρονα η  χαμηλή παραγωγικότητα του δημόσιου τομέα δεν συνέβαλλε σημαντικά στο ΑΕΠ – Εισόδημα.

Αναπόφευκτη «κίνηση» σε ένα τέτοιο περιβάλλον ήταν η αύξηση του δανεισμού της οικονομίας. Βέβαια οι δανειστές έχουν την συνήθεια να «ψάχνουν» αρκετά την δυνατότητα αποπληρωμής του δανειζόμενου και αν την βρουν προβληματική απαιτούν μεγάλη αποζημίωση (υψηλά επιτόκια) για το ρίσκο που αναλαμβάνουν ή δεν δανείζουν καθόλου.

2. Η Ελλάδα στην περίοδο 2010 – 2018 ευρισκόμενη εντός μνημονίων

Ευρώπη και ΔΝΤ ανταποκρίνονται στο αίτημα της Ελλάδος και δανείζουν (χρηματοδοτούν) την χώρα «απαιτώντας» δημοσιονομική εξυγίανση που θα επέλθει μέσα από συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις ενώ ταυτόχρονα «επιβάλλουν» (σύμφωνα με την Γερμανική κυρίως άποψη) μέτρα αυστηρής λιτότητας αλλά και δέσμευσης (αν όχι πώλησης) δημόσιου ενεργητικού.

Είναι γνωστό το οικονομικό (και όχι μόνο) περιβάλλον που διαμορφώθηκε στα τελευταία αυτά 8 χρόνια τόσο για το μέσο Έλληνα όσο και από μακροοικονομικής άποψης για τη χώρα και δεν έχει νόημα να αναφερθούμε πάλι στην σημαντικότατη υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου.

Αναμφίβολα μεταρρυθμίσεις σε πολλούς τομείς του τρόπου λειτουργίας - παραγωγής του κράτους έπρεπε να έχουν ήδη συντελεστεί  στην προσπάθεια υγιούς και διατηρήσιμης ανάπτυξης της οικονομίας. Και αυτές έπρεπε να γίνουν σταδιακά (χωρίς το άμεσο της επιβολής τους από τρίτους..) και ασφαλώς με ένα προγραμματισμό ο οποίος:

  • Σχετικά με τα έξοδα δεν θα οδηγούσε σε οριζόντιες περικοπές δαπανών ειδικά σε τομείς ιδιαίτερα σημαντικούς για το κοινωνικό σύνολο – όπως για παράδειγμα αυτοί της υγείας, της παιδείας, της ασφάλειας, κ.α.
  • Αναφορικά με τα έσοδα δεν θα εξαντλούσε την φορολογική ικανότητα των πολιτών μέσω της υπερφορολόγησης με αποτέλεσμα αφενός τη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών και αφετέρου και από ένα σημείο και μετά (Laffer curve)  τη μείωση των φορολογικών εσόδων του κράτους.

Εμείς όμως «επιλέξαμε» για το σκέλος των εξόδων να μας «επιβληθεί» μια αυστηρή και οριζόντια λιτότητα ενώ για αυτό των εσόδων την υπερφορολόγηση των νόμιμων εισοδημάτων και όχι το «κυνήγι» εκείνων που διαφεύγουν «έντεχνα» της φορολόγησης.

Δεν θα διαφωνήσουμε ότι σκληρά μέτρα έπρεπε να ληφθούν για την αντιμετώπιση της κρίσης που είχε βρεθεί η οικονομία μας αλλά ανάλογα μέτρα έχουν (σε αυτές τις περιπτώσεις) προσωρινή παρεμβατική λογική που σημαίνει ότι υπάρχει ημερομηνία λήξης. Η οικονομία σπάνια περιγράφεται ικανοποιητικά με γραμμικές σχέσεις. Είναι γνωστή η κυκλικότητα που δημιουργείται από ενδογενείς και εξωγενείς παράγοντες με αποτέλεσμα τα κατάλληλα «μέτρα» να μην είναι κοινά για όλες τις περιόδους. Η αποτελεσματικότητα της οικονομικής πολιτικής εξαρτάται από το πότε εφαρμόζεται αλλά και από το πότε αποσύρεται έχοντας προηγούμενα επιτελέσει το έργο της

Στην περίπτωση λοιπόν της μακροχρόνιας υιοθέτησής της λιτότητας το αποτέλεσμα δεν θα οδηγήσει σε ανάπτυξη αλλά αντίθετα η ίδια η λιτότητα θα αποτελέσει την τροχοπέδη της ανάπτυξης υποβαθμίζοντας (σε μόνιμη βάση) το βιοτικό επίπεδου του πληθυσμού.

Στο σημείο αυτό υπάρχει ένα ερώτημα για το ποιος και τι ακριβώς επιδιώκει..

3. Η μετά το 2018 εκτός μνημονίων Ελλάδα

Τούτη τη στιγμή η χώρα (ή μέρος αυτής) εμφανίζεται να μην έχει αντιληφθεί το τι συνέβη ή να αρνείται να παραδεχτεί ότι το κατάλαβε. Εξακολουθεί να «παίζει» με τους παλιάς κοπής κομματικούς ξύλινους διαξιφισμούς που στερούνται ουσιαστικής προσπάθειας για το καλύτερο αύριο.

Αυτή η κακής έκδοσης πολιτική αντίληψη δεν μας επιτρέπει να συνειδητοποιήσουμε τον τρόπο με τον οποίο η οικονομία θα ξεπεράσει την κρίση.

Θεωρούμε χρήσιμο προς αυτή την κατεύθυνση να κατανοήσουμε κάποια σημαντικά «δεδομένα» της οικονομικής πολιτικής που σχετίζονται με τα δάνεια που συνάπτουμε, το μέγεθος του ΑΕΠ και τη δυνατότητα ανάπτυξης.

Παραθέτοντας και μόνο τη σχέση χρέους προς ΑΕΠ (Debt/GDP) που σήμερα βρίσκεται περίπου στο 180 % (πολύ πάνω του μέσου της Ευρωζώνης 86,7 %) δεν περιγράφουμε και πολύ ικανοποιητικά την πραγματικότητα της βιωσιμότητας ή όχι του χρέους. Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι στην Ιαπωνία ο δείκτης είναι στο 253 % - αυτό δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκη ότι το χρέος της δεν είναι βιώσιμο.

Για να έχουμε μια πιο σαφή εικόνα της δυνατότητας της χώρας να αποπληρώνει τα δάνειά της πρέπει να αναλύσουμε (τουλάχιστον σε πρώτο επίπεδο) και τα δύο μέρη του δείκτη (Debt/GDP).

Συγκεκριμένα για το χρέος (Debt) - σε ποιους χρωστάμε, με τι όρους, και γατί αγόρασαν Ελλάδα; Αναφορικά με το ΑΕΠ - τη σύνθεσή του αλλά και τα περιθώρια αύξησής του.

Βεβαίως όλοι θα συμφωνήσουμε ότι σε αυτή την περίοδο οι προσπάθειες θα πρέπει να στραφούν στην αύξηση του ΑΕΠ η οποία εκτός του προφανούς, δηλαδή της βελτίωσης του δείκτη, θα σημαίνει αύξηση του εισοδήματος.

Προς την κατεύθυνση της αύξησης του ΑΕΠ (ανάπτυξης της οικονομίας) δεν αντιλαμβανόμαστε το πως θα συμβεί αυτό σε μια χώρα με κλειστή τη χορήγηση κεφαλαίων από τις τράπεζες στην οικονομία, με περιορισμένες (έως μηδενικές) κρατικές επενδύσεις, με έλλειψη κινήτρων για ιδιωτικές επενδύσεις, και με συνεχιζόμενη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος (λόγω κυρίως υπερφορολόγησης). Μοιάζει ουτοπικό να περιμένουμε την ανάπτυξη μιας οικονομίας που λειτουργεί στο προηγούμενα αναφερθέν πλαίσιο!

Αναφορικά με τα δάνεια που αναμένουμε μέσω της έκδοσης και διάθεσης κρατικών ομολόγων θα πρέπει να αναφερθούμε πάλι σε γνωστά πράγματα. Και αυτά είναι αφενός ότι έχει μεγάλη σημασία το ποιος και γιατί αγοράζει τα ομόλογα της χώρας σου και αφετέρου τι απόδοση ζητάει για να τα αγοράσει;

Είναι προφανές ότι θα επιθυμούσαμε αγοραστές (δανειστές) που εκτιμούν θετικά τις προοπτικές της χώρας και με βάση τη σχετική σιγουριά που αυτές τους προσφέρουν θα ζητήσουν «λογικά» επιτόκια. Ξέρετε βέβαια ότι υπάρχουν πολλών ειδών «επενδυτές» στις κεφαλαιαγορές και κάποιες κατηγορίες αυτών δεν θα έπρεπε να ανήκουν  στις πρώτες επιλογές μας..

Επίλογος

Ακόμα και σήμερα, 10 χρόνια μετά την αρχή της κρίσης, ο ένας πετάει το μπαλάκι της ευθύνης στον άλλο αποδεικνύοντας ότι ελάχιστα καταλάβαμε (Πως η Βουλή διαψεύδει το όραμά μας για την Ελλάδα μετά το 2018).  Στην όποια συζήτηση γρήγορα εισχωρεί η κομματική αντιπαράθεση με αποτέλεσμα μέσα στη στενότητά της να «χάνεται» η προσπάθεια εύρεσης της αντικειμενικά κατάλληλης οικονομικής πολιτικής που πρέπει να ασκηθεί.

Αυτές οι κοντόφθαλμες λογικές «στραγγαλίζουν» τη χώρα για 10ετίες. Σήμερα αυτό που χρειάζεται είναι η υπέρβαση από την παλιά μας άκαμπτη στενή αντίληψη.  Το θέμα δεν είναι αν θα είναι το κόμμα ΜΟΥ ή το κόμμα ΣΟΥ αλλά ποιος πολιτικός σχηματισμός έχει την βούληση, την υπευθυνότητα αλλά και την ικανότητα να επαναφέρει το χαμόγελο στη χώρα. Μην μπλέκουμε το παρόν με το τι συνέβαινε με τις άνευ ουσίας (αρκετές φορές) αντιπαλότητες του παρελθόντος.

Η Ελλάδα βρίσκεται σε εντελώς άλλη - σε σχέση ακόμα και με το πρόσφατο παρελθόν - ιστορική, πολιτική, κοινωνική, οικονομική και πολιτισμική περίοδο και πρέπει να «πείσει» ότι το έχει αντιληφθεί - πρώτα την ίδια και μετά τους άλλους. Εάν δεν συμβεί αυτό μεταμνημονιακή εποχή στην πραγματικότητα δεν θα υπάρξει ποτέ.

Δεν είναι τα πρόσωπα (πλέον) που θα δρομολογήσουν την είσοδο της Ελλάδος σε πραγματική αναπτυξιακή πορεία - είναι η νέα κουλτούρα που πρέπει να υιοθετηθεί από αυτά.

Γιατί η επιθετικότητα και η αδιαφορία έγιναν τόσο έντονες;

Χωρίς αμφιβολία αποτελεί χαρακτηριστικό της φύσης του ανθρώπου η αντίδρασή του στην εμφάνιση του διαφορετικού. Βέβαια ο βαθμός της αντίδρασης διαφοροποιείται ανάλογα με την ευρύτερη παιδεία του καθενός, με το πόσο πολύ «νέο» είναι το διαφορετικό, με το πόσο κοντά μας βρίσκεται, αλλά και με την προσωπικότητά μας.

Πράγματι βιώνοντας την «νέα» Ελλάδα, αυτή τη μετά το 2009, θα συναντήσουμε συμπεριφορές πολλών αποχρώσεων! Κάποιες δεν θα τις λέγαμε εντελώς καινούριες - η συχνότητα όμως της εμφάνισής τους ή / και η ένταση της  έκφρασής τους δεν μας ήταν και τόσο γνωστές.

Η περισσότερο ορατή έκφραση αυτής του νεοτερίστικου στυλ μας ίσως να είναι η εκνευριστική αδιαφορία ή / και η έντονη επιθετικότητα που βγάζουμε προς πρόσωπα ή καταστάσεις ανεξάρτητα αν το δικαιούνται ή όχι.

Οδηγώντας

Ευρισκόμενοι στο τιμόνι του αυτοκινήτου μας θα πρέπει να «θυμηθούμε» ότι ο οδηγός του προπορευόμενου αυτοκινήτου ΔΕΝ είναι αντίπαλος ούτε εχθρός μας. ΔΕΝ μας έχει βλάψει σε προσωπικό, οικογενειακό, φιλικό  ή επαγγελματικό επίπεδο. Επίσης ΔΕΝ έχει λιγότερα  δικαιώματα από εμάς στην χρήση των δρόμων.

Θα ήταν λοιπόν χρήσιμο να σταματήσουμε τις παράλογες και επικίνδυνες «απαιτήσεις». Ενίοτε αυτές  εκφράζονται με το να σταματάμε όπου μας βολεύει. Άλλοτε με το να οδηγούμε σύμφωνα με δικούς μας κανόνες κυκλοφορίας (όχι αυτούς του ΚΟΚ). Και βέβαια συχνά - πυκνά κάνοντας επίδειξη της γνώσης μας στα Γαλλικά του δρόμου όταν κάποιος «τολμήσει» να αναρωτηθεί γιατί δεν είναι αντιληπτό το αυτονόητο στην οδήγηση.

Η βόλτα με το σκύλο μας

Είναι από κάθε άποψη όμορφη η εικόνα της βόλτας συντροφιά με τον πιστό μας φίλο. Βέβαια πολύ στο ξαφνικά οι περισσότεροι τον «λατρέψαμε». Μέσα στη βιασύνη μας δεν πληροφορηθήκαμε σε πρώτο χρόνο για κάποια «πρέπει» που συνοδεύουν αυτή την βόλτα. Αλλά και στη συνέχεια δεν αντιληφθήκαμε ότι η μη τήρηση αυτών των πρέπει αναγκάζει τους υπόλοιπους περιπατητές (ανθρώπους και σκύλους) να κοιτούν περισσότερο κάτω, παρά μπροστά... Όμως «έτσι μας βολεύει».

Το «ανίκητο» εγώ

Βασικό χαρακτηριστικά της Δημοκρατίας - έστω και στη σημερινή της μορφή - είναι ο δημόσιος διάλογος. Εκεί συναντώνται οι διαφορετικές απόψεις. Ο λόγος και ο αντίλογος. Η τεκμηριωμένη άποψη - ανεξάρτητα αν θα συμφωνήσουμε με αυτήν.

Είναι ατυχές ότι άτομα που δυσκολεύονται να ακούσουν, διαβάσουν και «αντιληφθούν» την Ελληνική γλώσσα (δεν αναφερόμαστε σε αλλοδαπούς) ή που δεν είναι γνώστες του υπό συζήτηση θέματος, αλλά με φανερό τον «ξερολισμό» τους, χωρίς ίχνος αυτογνωσίας εκφράζουν «κάτι» που το ονομάζουν άποψη. Συχνά μάλιστα η ανυπαρξία «γήινης» άποψης συνοδεύεται και από τα άριστα Γαλλικά που λέγαμε πριν!

Σαν συμπέρασμα

Τελικά, ο καθένας διαλέγει τον τρόπο προστασίας του από παρόμοιες συμπεριφορές. Και βέβαια θα είναι εκείνος που θα του επιφέρει το μικρότερο δυνατό προσωπικό κόστος αλλά και θα του διασφαλίσει τη μικρότερη δυνατή έκθεση απέναντι σε συνανθρώπους του που «αποφάσισαν» να καταργήσουν βασικούς κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς.

Η επιθετικότητα ή / και η αδιαφορία κάποιων (ολοένα και περισσότερων) είναι έντονη. Τόσο πολύ που «οδηγεί» τους υπόλοιπους  σε μια σταδιακή απομάκρυνση ή αποστασιοποίηση από το σύνολο με την ταυτόχρονη δημιουργία ενός (δικού τους) μικρόκοσμου. Είναι ένας τρόπος προάσπισης του εαυτού τους από τον ανά περίπτωση επιθετικό ή αδιάφορο έξω κόσμο. Αυτή και αν θα είναι «νέα» Ελλάδα!

Θα θέλαμε λοιπόν να «διευκρινίσουμε σε (δυστυχώς) αρκετούς το αυτονόητο» - και αυτό είναι ότι «ΔΕΝ αντιμετωπίζετε ΜΟΝΟ εσείς την εδώ και 9 χρόνια νέα κατάσταση της χώρας μας». Το πρόβλημα έχει αγγίξει σε διαφορετικό ίσως βαθμό αλλά όλους μας.

Όμως η αντιμετώπιση του προβλήματος ΔΕΝ βρίσκεται στον εκφυλισμό της παιδείας μας. 

 

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το