Posts

Η Ελλάδα εκτός μνημονίων. Μπορούμε να οραματιζόμαστε την μεταμνημονιακή εποχή με προμνημονιακές λογικές;

Και να που η Ελλάδα βρίσκεται πλέον εκτός μνημονίων σε μια ατμόσφαιρα αρκετά «δεσμευτικής» ελευθερίας λόγω των υποχρεώσεων που την ακολουθούν στην μεταμνημονιακή εποχή της.

Αναζητώντας την οικονομική (και όχι μόνο) ανόρθωση αυτής της χώρας και σε αντίθεση με αυτά που ακούμε ή δεν ακούμε από το σύνολο (ατυχώς) των αντιπροσώπων μας στη Βουλή επιβάλλεται η σκέψη μας να επικεντρωθεί και να αναλύσει τα δεδομένα των παρακάτω τριών χρονικών περιόδων.

1. Η Ελλάδα πριν το 2010 και οι λόγοι που την οδήγησαν στα μνημόνια.

Το 2010 η Ελλάδα για να εξυπηρετήσει το δημοσιονομικό της έλλειμμα και λόγω αδυναμίας δανεισμού της από τις αγορές με μη απαγορευτικά επιτόκια καταφεύγει στο μηχανισμό στήριξης. Η σχέση χρέους προς ΑΕΠ ήδη εμφανίζεται προβληματική για να θεωρείται βιώσιμο το χρέος.

Αρκετοί θα ισχυριστούν ότι η κατάρρευση  της Lehman Brothers το 2008 με την κρίση που προκάλεσε στην παγκόσμια οικονομία επηρέασε και την Ελλάδα. Αν και η μετάδοση της κρίσης (από χώρα σε χώρα) ασφαλώς και συμβαίνει στις ανοικτές οικονομίες πόσο μάλλον στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία δεν θεωρούμε ότι ο βαθμός έκθεσης της οικονομίας μας ήταν τόσο μεγάλος ώστε να αιτιολογεί τη μετέπειτα κατάρρευση της χώρας.

Η Ελλάδα και για αρκετά χρόνια πριν φτάσει στην περίοδο 2009 - 10 λειτουργούσε στα πλαίσια ενός κράτους υπερμεγενθυμένου και αντιπαραγωγικού με αποτέλεσμα τη σταδιακή αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Αναφερόμαστε δηλαδή σε υπέρογκα έξοδα «συντήρησης» ενός μηχανισμού που «ανεχόταν» μιας μεγάλης έκτασης παραοικονομία (επομένως σημαντικότατης απώλειας φορολογικών εσόδων). Ταυτόχρονα η  χαμηλή παραγωγικότητα του δημόσιου τομέα δεν συνέβαλλε σημαντικά στο ΑΕΠ – Εισόδημα.

Αναπόφευκτη «κίνηση» σε ένα τέτοιο περιβάλλον ήταν η αύξηση του δανεισμού της οικονομίας. Βέβαια οι δανειστές έχουν την συνήθεια να «ψάχνουν» αρκετά την δυνατότητα αποπληρωμής του δανειζόμενου και αν την βρουν προβληματική απαιτούν μεγάλη αποζημίωση (υψηλά επιτόκια) για το ρίσκο που αναλαμβάνουν ή δεν δανείζουν καθόλου.

2. Η Ελλάδα στην περίοδο 2010 – 2018 ευρισκόμενη εντός μνημονίων

Ευρώπη και ΔΝΤ ανταποκρίνονται στο αίτημα της Ελλάδος και δανείζουν (χρηματοδοτούν) την χώρα «απαιτώντας» δημοσιονομική εξυγίανση που θα επέλθει μέσα από συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις ενώ ταυτόχρονα «επιβάλλουν» (σύμφωνα με την Γερμανική κυρίως άποψη) μέτρα αυστηρής λιτότητας αλλά και δέσμευσης (αν όχι πώλησης) δημόσιου ενεργητικού.

Είναι γνωστό το οικονομικό (και όχι μόνο) περιβάλλον που διαμορφώθηκε στα τελευταία αυτά 8 χρόνια τόσο για το μέσο Έλληνα όσο και από μακροοικονομικής άποψης για τη χώρα και δεν έχει νόημα να αναφερθούμε πάλι στην σημαντικότατη υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου.

Αναμφίβολα μεταρρυθμίσεις σε πολλούς τομείς του τρόπου λειτουργίας - παραγωγής του κράτους έπρεπε να έχουν ήδη συντελεστεί  στην προσπάθεια υγιούς και διατηρήσιμης ανάπτυξης της οικονομίας. Και αυτές έπρεπε να γίνουν σταδιακά (χωρίς το άμεσο της επιβολής τους από τρίτους..) και ασφαλώς με ένα προγραμματισμό ο οποίος:

  • Σχετικά με τα έξοδα δεν θα οδηγούσε σε οριζόντιες περικοπές δαπανών ειδικά σε τομείς ιδιαίτερα σημαντικούς για το κοινωνικό σύνολο – όπως για παράδειγμα αυτοί της υγείας, της παιδείας, της ασφάλειας, κ.α.
  • Αναφορικά με τα έσοδα δεν θα εξαντλούσε την φορολογική ικανότητα των πολιτών μέσω της υπερφορολόγησης με αποτέλεσμα αφενός τη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών και αφετέρου και από ένα σημείο και μετά (Laffer curve)  τη μείωση των φορολογικών εσόδων του κράτους.

Εμείς όμως «επιλέξαμε» για το σκέλος των εξόδων να μας «επιβληθεί» μια αυστηρή και οριζόντια λιτότητα ενώ για αυτό των εσόδων την υπερφορολόγηση των νόμιμων εισοδημάτων και όχι το «κυνήγι» εκείνων που διαφεύγουν «έντεχνα» της φορολόγησης.

Δεν θα διαφωνήσουμε ότι σκληρά μέτρα έπρεπε να ληφθούν για την αντιμετώπιση της κρίσης που είχε βρεθεί η οικονομία μας αλλά ανάλογα μέτρα έχουν (σε αυτές τις περιπτώσεις) προσωρινή παρεμβατική λογική που σημαίνει ότι υπάρχει ημερομηνία λήξης. Η οικονομία σπάνια περιγράφεται ικανοποιητικά με γραμμικές σχέσεις. Είναι γνωστή η κυκλικότητα που δημιουργείται από ενδογενείς και εξωγενείς παράγοντες με αποτέλεσμα τα κατάλληλα «μέτρα» να μην είναι κοινά για όλες τις περιόδους. Η αποτελεσματικότητα της οικονομικής πολιτικής εξαρτάται από το πότε εφαρμόζεται αλλά και από το πότε αποσύρεται έχοντας προηγούμενα επιτελέσει το έργο της

Στην περίπτωση λοιπόν της μακροχρόνιας υιοθέτησής της λιτότητας το αποτέλεσμα δεν θα οδηγήσει σε ανάπτυξη αλλά αντίθετα η ίδια η λιτότητα θα αποτελέσει την τροχοπέδη της ανάπτυξης υποβαθμίζοντας (σε μόνιμη βάση) το βιοτικό επίπεδου του πληθυσμού.

Στο σημείο αυτό υπάρχει ένα ερώτημα για το ποιος και τι ακριβώς επιδιώκει..

3. Η μετά το 2018 εκτός μνημονίων Ελλάδα

Τούτη τη στιγμή η χώρα (ή μέρος αυτής) εμφανίζεται να μην έχει αντιληφθεί το τι συνέβη ή να αρνείται να παραδεχτεί ότι το κατάλαβε. Εξακολουθεί να «παίζει» με τους παλιάς κοπής κομματικούς ξύλινους διαξιφισμούς που στερούνται ουσιαστικής προσπάθειας για το καλύτερο αύριο.

Αυτή η κακής έκδοσης πολιτική αντίληψη δεν μας επιτρέπει να συνειδητοποιήσουμε τον τρόπο με τον οποίο η οικονομία θα ξεπεράσει την κρίση.

Θεωρούμε χρήσιμο προς αυτή την κατεύθυνση να κατανοήσουμε κάποια σημαντικά «δεδομένα» της οικονομικής πολιτικής που σχετίζονται με τα δάνεια που συνάπτουμε, το μέγεθος του ΑΕΠ και τη δυνατότητα ανάπτυξης.

Παραθέτοντας και μόνο τη σχέση χρέους προς ΑΕΠ (Debt/GDP) που σήμερα βρίσκεται περίπου στο 180 % (πολύ πάνω του μέσου της Ευρωζώνης 86,7 %) δεν περιγράφουμε και πολύ ικανοποιητικά την πραγματικότητα της βιωσιμότητας ή όχι του χρέους. Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι στην Ιαπωνία ο δείκτης είναι στο 253 % - αυτό δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκη ότι το χρέος της δεν είναι βιώσιμο.

Για να έχουμε μια πιο σαφή εικόνα της δυνατότητας της χώρας να αποπληρώνει τα δάνειά της πρέπει να αναλύσουμε (τουλάχιστον σε πρώτο επίπεδο) και τα δύο μέρη του δείκτη (Debt/GDP).

Συγκεκριμένα για το χρέος (Debt) - σε ποιους χρωστάμε, με τι όρους, και γατί αγόρασαν Ελλάδα; Αναφορικά με το ΑΕΠ - τη σύνθεσή του αλλά και τα περιθώρια αύξησής του.

Βεβαίως όλοι θα συμφωνήσουμε ότι σε αυτή την περίοδο οι προσπάθειες θα πρέπει να στραφούν στην αύξηση του ΑΕΠ η οποία εκτός του προφανούς, δηλαδή της βελτίωσης του δείκτη, θα σημαίνει αύξηση του εισοδήματος.

Προς την κατεύθυνση της αύξησης του ΑΕΠ (ανάπτυξης της οικονομίας) δεν αντιλαμβανόμαστε το πως θα συμβεί αυτό σε μια χώρα με κλειστή τη χορήγηση κεφαλαίων από τις τράπεζες στην οικονομία, με περιορισμένες (έως μηδενικές) κρατικές επενδύσεις, με έλλειψη κινήτρων για ιδιωτικές επενδύσεις, και με συνεχιζόμενη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος (λόγω κυρίως υπερφορολόγησης). Μοιάζει ουτοπικό να περιμένουμε την ανάπτυξη μιας οικονομίας που λειτουργεί στο προηγούμενα αναφερθέν πλαίσιο!

Αναφορικά με τα δάνεια που αναμένουμε μέσω της έκδοσης και διάθεσης κρατικών ομολόγων θα πρέπει να αναφερθούμε πάλι σε γνωστά πράγματα. Και αυτά είναι αφενός ότι έχει μεγάλη σημασία το ποιος και γιατί αγοράζει τα ομόλογα της χώρας σου και αφετέρου τι απόδοση ζητάει για να τα αγοράσει;

Είναι προφανές ότι θα επιθυμούσαμε αγοραστές (δανειστές) που εκτιμούν θετικά τις προοπτικές της χώρας και με βάση τη σχετική σιγουριά που αυτές τους προσφέρουν θα ζητήσουν «λογικά» επιτόκια. Ξέρετε βέβαια ότι υπάρχουν πολλών ειδών «επενδυτές» στις κεφαλαιαγορές και κάποιες κατηγορίες αυτών δεν θα έπρεπε να ανήκουν  στις πρώτες επιλογές μας..

Επίλογος

Ακόμα και σήμερα, 10 χρόνια μετά την αρχή της κρίσης, ο ένας πετάει το μπαλάκι της ευθύνης στον άλλο αποδεικνύοντας ότι ελάχιστα καταλάβαμε (Πως η Βουλή διαψεύδει το όραμά μας για την Ελλάδα μετά το 2018).  Στην όποια συζήτηση γρήγορα εισχωρεί η κομματική αντιπαράθεση με αποτέλεσμα μέσα στη στενότητά της να «χάνεται» η προσπάθεια εύρεσης της αντικειμενικά κατάλληλης οικονομικής πολιτικής που πρέπει να ασκηθεί.

Αυτές οι κοντόφθαλμες λογικές «στραγγαλίζουν» τη χώρα για 10ετίες. Σήμερα αυτό που χρειάζεται είναι η υπέρβαση από την παλιά μας άκαμπτη στενή αντίληψη.  Το θέμα δεν είναι αν θα είναι το κόμμα ΜΟΥ ή το κόμμα ΣΟΥ αλλά ποιος πολιτικός σχηματισμός έχει την βούληση, την υπευθυνότητα αλλά και την ικανότητα να επαναφέρει το χαμόγελο στη χώρα. Μην μπλέκουμε το παρόν με το τι συνέβαινε με τις άνευ ουσίας (αρκετές φορές) αντιπαλότητες του παρελθόντος.

Η Ελλάδα βρίσκεται σε εντελώς άλλη - σε σχέση ακόμα και με το πρόσφατο παρελθόν - ιστορική, πολιτική, κοινωνική, οικονομική και πολιτισμική περίοδο και πρέπει να «πείσει» ότι το έχει αντιληφθεί - πρώτα την ίδια και μετά τους άλλους. Εάν δεν συμβεί αυτό μεταμνημονιακή εποχή στην πραγματικότητα δεν θα υπάρξει ποτέ.

Δεν είναι τα πρόσωπα (πλέον) που θα δρομολογήσουν την είσοδο της Ελλάδος σε πραγματική αναπτυξιακή πορεία - είναι η νέα κουλτούρα που πρέπει να υιοθετηθεί από αυτά.

Πόσο πολύ «μίκρυνε» η ανεξαρτησία της Ελλάδας.

Ανεξαρτησία! Μια λέξη που η μετάφρασή της σε επίπεδο διακρατικών σχέσεων - εδώ και αρκετά χρόνια – επιδέχεται σχετικής μόνο ερμηνείας και όχι απόλυτης. Ιδιαίτερα στο καθεστώς της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας – κοινωνίας περισσότερο αναφερόμαστε στο βαθμό εξάρτησης μιας χώρας από άλλη / ες παρά στην ύπαρξη ή όχι εξάρτησης μια και η τελευταία θεωρείται δεδομένη.

Και βέβαια οι πάντα επίκαιροι - αν και γραμμένοι πριν 150 χρόνια -  στίχοι του  Γεωργίουυ Σουρή «Ποιος είδε κράτος λιγοστό σ΄όλη τη γη μοναδικό, εκατό να ξοδεύει και πενήντα να μαζεύει;» έρχονται να μας θυμίσουν το βασικό λόγο που χρωστάμε στις μέρες μας περίπου το 180 % αυτού που παράγουμε (Είναι βιώσιμο το Ελληνικό χρέος;)

Ασφαλώς αυτός ο υπερδανεισμός (σε σχέση με την αξία της παραγωγής) της χώρας αύξησε τον ήδη υπάρχοντα βαθμό οικονομικής και πολιτικής  εξάρτησης από τους δανειστές της στο σήμερα αλλά ατυχώς και για πολλά από τα επόμενα χρόνια.

Έχουμε αναφερθεί σε παλιότερο άρθρο (Ανόρθωση της Ελλάδος και σε επίπεδο αυτοσεβασμού) ότι ο μέσος Έλληνας βιώνει όχι μόνο οικονομική συρρίκνωση αλλά και αντίστοιχη σμίκρυνση της προσωπικότητάς του σε επίπεδο αυτοεκτίμησης ή πιο απλά περηφάνιας.

Στο πολύ πρόσφατο παρόν γίναμε θεατές (χωρίς δυνατότητα παρέμβασης ή αποχώρησης) των τραγικών γεγονότων που προκάλεσε η καταστροφική πυρκαγιά στο Μάτι της Αττικής, της αποποίησης ευθυνών αλλά και της προκλητικής συμπεριφοράς, της προσπάθειας εμπορευματοποίησης του πόνου, της απαράδεκτης φρασεολογίας δημοσίων προσώπων και της ξύλινης παλαιάς λογικής αντιπαράθεσης άλλων.

Προσπαθώντας να «προχωρήσουμε» (μια και η ζωή το επιβάλλει) έρχεται σήμερα ο τίτλος «Αποστολή εξετελέσθη. Η Ελλάδα πεθαίνει»  του Γερμανικού περιοδικού Der Spiegel του οποίου την ακριβή μετάφραση, όχι των λέξεων αλλά των εννοιών που βρίσκονται πίσω από αυτές, δυσκολευόμαστε αφάνταστα να κατανοήσουμε.

Ποιά είναι η αποστολή που εξετελέσθη; Υπάρχει κάποιος που σχεδίασε κάποια αποστολή και χρησιμοποίησε κατάλληλους τρόπους για την επιτυχή έκβασή της;

Η Ελλάδα πεθαίνει τι ακριβώς σημαίνει;  Αυτή η κατάληξη του τίτλου σχετίζεται με το πρώτο μέρος του;

Σύμφωνα με τη δική μας αντίληψη ο «απίστευτος» αυτός τίτλος επιδέχεται αρκετές ερμηνείες και περιμέναμε οι διευκρινήσεις να έχουν ήδη δοθεί από τους μεν ή να έχουν ζητηθεί (απαιτηθεί) από τους δε.

Το γεγονός ότι τίποτα από τα δύο δεν έχει συμβεί δεν μας αφήνει περιθώρια να αμφισβητήσουμε τις σκέψεις που περιγράφονται στον δικό μας σημερινό τίτλο «Πόσο πολύ μίκρυνε η ανεξαρτησία της Ελλάδας».

Δεν είναι η πρώτη φορά που μέσα από την αρθρογραφία μας θα «θίξουμε» την αναγκαιότητα συλλογικής προσπάθειας με μια νέα, χωρίς μικροκομματικές λογικές,  πολιτική κουλτούρα απαραίτητη για την αναστήλωση της χώρας μας.

Μια χώρα όπου το «πάντα φταίνε οι άλλοι» συναντά την «έλλειψη ειλικρίνειας».

Αυτή η απίστευτη Ελλάδα μετά από 9 χρόνια πρωτόγνωρης κρίσης που την οδήγησε (ουσιαστικά) στην χρεωκοπία της εμφανίζεται να ζει σε μια άλλη πραγματικότητα. Ένα σύνολο τωρινών ή εν δυνάμει «σωτήρων» διεκδικεί το αύριο της εξουσίας πάνω στο πτώμα μιας πτωχευμένης χώρας .

Και σε αυτό το αύριο υποτίθεται βρίσκεται και η βελτίωση του επιπέδου όλων ημών των κοινών θνητών.

Δύο χαρακτηριστικά μας

Είμαστε ο τόπος που πάντα φταίνε οι άλλοι (οι προηγούμενοι, οι επόμενοι και γενικά οι ευρισκόμενοι μακριά) και η λέξη «ειλικρίνεια» δεν συμμετέχει ιδιαίτερα στο λεξιλόγιο αυτών που επιλέγουμε να μας οδηγούν.

Αυτό το φταίξιμο (πάντα) των άλλων δεν σταμάτησε ποτέ με αποτέλεσμα να διαιωνίζεται η αίσθηση αντιπάλων στρατοπέδων μέσα στην ίδια χώρα. Διχαστικές λογικές και πολιτικές είναι ατυχώς γνωστό πόσο ακριβά τις έχουμε πληρώσει και στο παρελθόν.

Έξοδος από τα μνημόνια, ανάκαμψη της οικονομίας, εγκληματικότητα, Σκοπιανό, μεταναστευτικό και πόσα άλλα ηχούν στα ώτα πολιτικών διαφορετικών κομμάτων σαν θέματα τα οποία αντιμετωπίζονται μέσα σε πνεύμα αντιπαλότητας όπου η συναίνεση μοιάζει ενοχλητική «πολυτέλεια».

Ασφαλώς προκειμένου να υποστηρίξεις το μη απαραίτητο της ομαδικής προσπάθειας (Γιατί μας φοβίζει η λέξη συνεργασία) πρέπει να πείσεις ότι από μόνος σου είσαι αρκετός! Και ποιος είναι ο πιο εύκολος τρόπος γι αυτό; Μα η έλλειψη ειλικρίνειας ή στην σύγχρονη αργκό το παραμύθιασμα των μέσα αλλά και των έξω..

Διατηρώντας λοιπόν τις δύο προηγούμενες «οπτικές» θα πάμε την χώρα μπροστά [!!!]

Εάν στο μπροστά δίνουμε την έννοια της συνεχούς υποβάθμισης του βιοτικού επιπέδου του μέσου ‘Έλληνα θα συμφωνήσουμε [..] ότι κινούμαστε και μάλιστα με ακρίβεια προς αυτή την κατεύθυνση.

Περί Οικονομίας και Πολιτικής

Όμως τα πράγματα τα βλέπουμε αρκετά διαφορετικά. Η αίσθηση που έχουμε για τη χώρα μας είναι ότι καταφέραμε (πάλι) να την πτωχεύσουμε με αποτέλεσμα (όπως και κάθε προηγούμενη φορά) να υπάρχει τεράστια οικονομική και πολιτική εξάρτηση από εκείνους που φροντίσαμε να ορίσουμε στο ρόλο του σωτήρα μας!

Η χώρα σε οικονομικό επίπεδο κατ ουσία δεν μπορεί να ασκήσει δική της δημοσιονομική  και νομισματική πολιτική. Τα περιθώρια των «δικών» της επιλογών είναι ελάχιστα και φυσικά θα εφαρμοστούν κατόπιν ελέγχου και σύμφωνης γνώμης των «θεσμών».

Πρόσφατα «αναγκαστήκαμε» να συνειδητοποιήσουμε ότι και σε πολιτικό επίπεδο είμαστε κάτω από την βούληση ή και των διαταγών των έξω φίλων (θεσμών). Το Σκοπιανό, η τύχη των δύο φυλακισμένων στη γειτονική μας χώρα στρατιωτικών μας, το μεταναστευτικό και δυστυχώς πολλά άλλα δεν μας αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης του ποιος αποφασίζει.

Κύριοι δεν είναι δύσκολο να «αντιληφθείτε» τι λέμε! Σταματήστε επιτέλους να «παίζετε» στην πλάτη ενός τόσο περήφανου λαού (Η Ελλάδα αναβαθμίζει τη λογική της;). Μην διαγράφετε την ύπαρξη πολιτισμού και παιδείας στη χώρα που δίδαξε αυτές τις έννοιες σε ολόκληρο τον κόσμο!

ΣΥΜΠΛΕΥΣΤΕ επιτέλους…

Το Ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και οι άγνωστες σε εμάς [..] διαπιστώσεις του ΟΟΣΑ.

Οι πρόσφατες διαπιστώσεις του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) για το Ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα τις οποίες μαζί με τις προτάσεις του αναφέρει στην έκθεσή του με τίτλο «Education for a Bright Future in Greece» μας αναγκάζουν για μια ακόμα φορά να αναρωτηθούμε γιατί «επιτρέπουμε» σε τρίτους να μας υποδεικνύουν καταστάσεις που γνωρίζουμε ιδιαίτερα καλά.

Στην περίπτωση λοιπόν του επιπέδου της παρεχόμενης εκπαίδευσης θα πρέπει - σύμφωνα με την προηγούμενη λογική μας - να «ισχυριστούμε» (και πάλι) ότι δεν γνωρίζουμε τα δομικά προβλήματα του χώρου τα οποία εδώ και δεκαετίες τον χαρακτηρίζουν!

Θα ήταν πράγματι βολικό (για ορισμένους) να αιτιολογήσουμε το ατυχές επίπεδο της «πραγματικής παιδείας» που προσφέρουμε στους νέους μας επικαλούμενοι την μετά το 2009 κρίση της Ελληνικής οικονομίας.

Να υποστηρίξουμε δηλαδή (για παράδειγμα) ότι «φταίνε» οι πολλοί αναπληρωτές που προσελήφθησαν αντί μονίμων στα πλαίσια των γενικών περικοπών των δημοσίων δαπανών. Και με τέτοιες «εύκολες» συλλογιστικές να καταλήξουμε ότι «ανακαλύψαμε» την αιτία της χαμηλής ποιότητας της υπηρεσίας που προσφέρει το σχολείο.

Η πραγματικότητα βέβαια είναι αρκετά διαφορετική, έχει τις ρίζες της στο παρελθόν, και βασικός υπεύθυνος για την ποιότητα της παρεχόμενης παιδείας είναι ο φορέας που χαράσσει την πολιτική στο χώρο της.

Δεν είναι χαρακτηριστικό των τελευταίων και μόνο 10 ετών ότι:

  1. Ο τρόπος λοιπόν διδασκαλίας των μαθημάτων είναι αποκομμένος από την μεταφορά εφοδίων (Έτοιμη γνώση ή εργαλεία σκέψης για την απόκτησή της) ανακάλυψης της γνώσης και αντίθετα είναι προσαρμοσμένος στην στείρα μεταφορά της.
  2. Το σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν εξετάζει την δυναμική της σκέψης του εξεταζόμενου αλλά (σε μεγάλο βαθμό) την ικανότητα απομνημόνευσης εννοιών αρκετές φορές  χωρίς την απαραίτητη κατανόησή τους. Κάτι που ασφαλώς «καταργεί» την δυνατότητα ανάλυσης, κρίσης και εξαγωγής συμπερασμάτων.

Οι έχοντες διδάξει σε τμήματα προετοιμασίας του International Baccalaureate (IΒ) ή του Βρετανικού GCE A-Levels αντιλαμβάνονται πλήρως τη διαφορά.

  1. Ο καθηγητής σταδιακά «αφοπλίστηκε» με αποτέλεσμα στη νέα μορφή του σχολικού περιβάλλοντος το λειτούργημα που επιτελούσε να «μετονομαστεί» σε επάγγελμα (Καθηγητές στο ρόλο του σύγχρονου πολυεργαλείου)
  2. Στο πλαίσιο των σχολικών δραστηριοτήτων η αξιοποίηση της νέας τεχνολογίας […] με τη χρήση των εφαρμογών της περισσότερο «διοχετεύεται» στην βελτίωση του (ανταγωνιστικού) προφίλ των εμπλεκόμενων φορέων παρά στην πραγματική βελτίωση του επιπέδου των μαθητών προσδίδοντάς τους ανταγωνιστικά εφόδια για την όποια αυριανή επαγγελματική δραστηριότητά τους.
  3. Σε τελική ανάλυση αυτό το σύστημα «εμφανίζεται» να μην προετοιμάζει σκεπτόμενα όντα με δυναμική στη σκέψη τους αλλά να προσφέρει συγκεκριμένα καλούπια τυποποιημένης - προγραμματισμένης «τροφής» του εγκεφάλου (Παλινωδίες στην παιδεία και τα γιατί) .

Μας είναι πράγματι δύσκολο να αμφισβητήσουμε την «ύπαρξη αλήθειας» στις προηγούμενες αναφορές με αποτέλεσμα στη σκέψη μας να εξακολουθεί να αιωρείται το αρχικό ερώτημα.

Γιατί «περιμένουμε» να κατονομάσουν άλλοι (τρίτοι) τα προβλήματά μας όταν και γνωστά (μια και εμείς τα δημιουργήσαμε) μας είναι, αλλά και (ευτυχώς) υπάρχουν ακόμα άτομα – μαθητές και φοιτητές που φροντίζουν  να μας τα υπενθυμίζουν.

Η απορία μας αποκτά ευρύτερες διαστάσεις με τη μεταφορά της σκέψης μας και σε άλλους τομείς της κοινωνίας μας δεδομένου ότι επίσης «αναμέναμε» αντίστοιχα το ΔΝΤ, τους θεσμούς και τα μνημόνια να μας υποδείξουν (και αργότερα επιβάλλουν) την αναγκαιότητα για παράδειγμα μεταρρυθμίσεων στη λειτουργία του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Άραγε θα υπάρξει κάποτε η στιγμή που αυτή η χώρα θα σταματήσει να «τιμωρεί» τον εαυτό της;

 

ΥΓ. Θέλω να ευχαριστήσω (μεταξύ αρκετών άλλων) τον Γιώργο – ένα νέο 18 ετών - ο οποίος δεν «συμβιβάζεται» με τον προκαθορισμένο τρόπο σκέψης αλλά με ένα πολιτισμένο «ύφος» που πηγάζει από την ξεχωριστή του προσωπικότητα «απαιτεί» την ανάλυση – αιτιολόγηση του τώρα για να οδηγηθεί στην προσωπική του πρόβλεψη – εκτίμηση του αύριο..

Οι Ελληνοτουρκικές κρίσεις και η αλλαγή του τρόπου αντιμετώπισής τους

Απρίλιος του 2018 και ενώ με επίκεντρο τη Συρία δεν έχει αποκλειστεί το ενδεχόμενο μιας πιθανής σύρραξης γιγάντων στην Ανατολική Μεσόγειο,  λίγο πιο βόρεια οι σχέσεις της Ελλάδος με την Τουρκία δοκιμάζονται και πάλι.

Είναι αυτό το γνωστό «φλερτ» των δύο χωρών που με διάφορες μορφές έκφρασης φροντίζει να συντηρείται μέσα στα χρόνια.

Παραβιάσεις του εναέριου χώρου, είσοδος στα χωρικά ύδατα, βόλτες ερευνητικών σκαφών, διεκδικήσεις νησίδων, αμφισβητήσεις της υφαλοκρηπίδας, αποτελούν - τουλάχιστον τα τελευταία 40 χρόνια - μερικές από τις «επιλογές» της Τουρκίας στο όνομα της πολυετούς αυτής «σχέσης».

Η περίοδος 1976 - 1996

Ήταν το 1976 όταν το Τουρκικό σκάφος «Χόρα» βγήκε στο Αιγαίο για έρευνες σχετικές με υποθαλάσσια κοιτάσματα πετρελαίου. Έντεκα  χρόνια αργότερα, το 1987 έρχεται το ίδιο πλοίο με το νέο του όνομα «Σισμίκ» για να  διεξάγει και πάλι έρευνες για πετρέλαιο. Περνάνε περίπου δέκα χρόνια από τότε και το 1996 έχουμε  την κρίση των Ιμίων.

Και στις τρεις περιπτώσεις Ελλάδα και Τουρκία βρέθηκαν στα πρόθυρα πολεμικής σύρραξης η οποία αποφθέχθηκε με συντονισμένους πολιτικούς χειρισμούς της Ελλάδος βασισμένους στην υπεύθυνη στάση, στην διπλωματία, αλλά και στην επέμβαση κρατών  στο πλαίσιο των  διεθνών σχέσεων της χώρας.

Στο σήμερα 2018

Η γειτονική χώρα (Τουρκία) στις μέρες μας δεν πρωτοτυπεί. Επαναλαμβάνεται με συνεχείς προκλήσεις στον εναέριο και θαλάσσιο χώρο του Αιγαίου πελάγους, νοτιότερα στην Κύπρο, αλλά στα βόρεια σύνορα του Έβρου όπου έχει συλλάβει και φυλακίσει δύο Έλληνες στρατιωτικούς χωρίς (μετά από 40 ημέρες) να έχει απαγγείλει συγκεκριμένη κατηγορία.

Και πάλι λοιπόν οι δύο χώρες είναι αντιμέτωπες με το ενδεχόμενο κάποιου «ατυχήματος» ικανού να οδηγήσει σε πολεμική σύρραξη άγνωστης διάρκειας.

Η Ελλάδα απέναντι στις προκλήσεις

1. Στο χθες

Έχει κατά τη  γνώμη μας ενδιαφέρον  μια προσπάθεια σκιαγράφησης του προφιλ των πρωθυπουργών της Ελλάδος που βρέθηκαν στο τιμόνι της χώρας στις κρίσιμες περιόδους τους παρελθόντος αλλά και του σήμερα.

Στις δύο πρώτες κρίσεις του 1976 και 1987 πρωθυπουργοί της χώρας ήταν αντίστοιχα οι Κωνσταντίνος Καραμανλής και Ανδρέας Παπανδρέου. Ανεξάρτητα από την όποια κριτική δέχτηκαν κατά τη διάρκεια της πολιτικής τους καριέρας για την προσφορά τους σε αυτόν τον τόπο η ηγετική φυσιογνωμία και των δύο δεν είναι εύκολο να αμφισβητηθεί.

Στο σημείο αυτό να διευκρινιστεί ότι ο ηγέτης είναι μια ξεχωριστή προσωπικότητα που μεταξύ των πολλών άλλων χαρακτηριστικών του έχει την ικανότητα να εμπνέει, να επηρεάζει αλλά και να πείθει.

Η κρίση του 1996 βρίσκει τον Κώστα Σημίτη (μετά την παραίτηση για λόγους υγείας του Α. Παπανδρέου) στην αντίστοιχη θέση. Ένας πολιτικός που επίσης έγινε αποδέκτης και αρνητικής κριτικής σε μια εποχή που οι ηγέτες σταδιακά και σε παγκόσμιο επίπεδο παραχωρούν την «θέση» τους στους  τεχνοκράτες – διαχειριστές καταστάσεων. Αυτό είναι το νέο «πρότυπο» πολιτικής ηγεσίας. Και στην περίπτωση του Κώστα Σημίτη δεν μπορείς να αρνηθείς την ικανότητα που είχε στο να «τηρεί» τις προδιαγραφές του νέου (για την τότε εποχή) προφίλ πολιτικού.

2. Στο σήμερα

Μεταφερόμενοι στις μέρες μας ασφαλώς δεν συναντάμε καμία από τις δύο προηγούμενες μορφές πολιτικών.

Ίσως να είμαστε μπροστά στην εν δυνάμει γέννηση ενός νέου προφίλ πολιτικού και αυτός να είναι ο λόγος που δεν μπορούμε να «αντιληφθούμε» με ποιο τρόπο η Ελλάδα στο σήμερα αντιμετωπίζει τις «παραδοσιακές» προκλήσεις της Τουρκίας.

Ανεξάρτητα από το προηγούμενο ενδεχόμενο αυτό που μας ανησυχεί έντονα είναι το γεγονός ότι «μένουμε» στο να καυτηριάζουμε τη συμπεριφορά του «Σουλτάνου» χωρίς για μια ακόμα φορά (Η άγνωστη επόμενη μέρα της Ελλάδος) να εξετάζουμε το τι εμείς κάνουμε ή πως εμείς θα προετοιμαστούμε για να αντιμετωπίσουμε την αναμφίβολα προβληματική λογική του. Αυτό ασφαλώς δείχνει έλλειψη στρατηγικής.

Είμαστε της άποψης ότι το πρόβλημα με την Τουρκία δεν θα λυθεί ούτε θα ξεπεραστεί (έστω προσωρινά) «ψυχαναλύοντας» και μόνο την προσωπικότητα του Ερντογάν.

Αυτό που χρειαζόμαστε (λαμβάνοντας υπόψη το συμπέρασμα της ψυχανάλυσης) είναι να προχωρήσουμε με «σωστούς» πολιτικούς χειρισμούς ώστε να μπορέσουμε να αποτρέψουμε ή να περιορίσουμε την εκδήλωση της όποιας πτυχής του χαρακτήρα του υπό ψυχολογική εξέταση γείτονα.

Αυτοί βέβαια οι κατάλληλοι χειρισμοί δεν ασκούνται μέσα σε πλαίσιο αντιφατικών κινήσεων – δηλώσεων εμπλουτισμένων με «εξ αποστάσεως» λεονταρισμούς που κατά τη γνώμη κάποιων μια στολή παραλλαγής μπορεί να τους προσφέρει .

Άλλα απαιτούνται, και μεταξύ των πολλών άλλων, απαραίτητη είναι η ύπαρξη «σύμπλευσης» σε τόσο σημαντικά εθνικά θέματα όχι μόνο μεταξύ των μελών του κυβερνώντος κόμματος αλλά και μεταξύ όλων των πολιτικών σχηματισμών της χώρας.

Αυτή η ενιαία σταθερή γραμμή είναι εκείνη που βγαίνει προς τα έξω και ηχεί έντονα στα ώτα του συνομιλητή. Είναι η ίδια που παραμερίζει ή αντίθετα ενδυναμώνει τον ανθρώπινο φόβο ανάλογα της εμπιστοσύνης που εμπνέουν τα πρόσωπα που ασκούν την εξουσία.  Είναι η πηγή έμπνευσης που θα «ζητήσει» το μέσα μας αν βρεθούμε αντιμέτωποι με καταστάσεις που ασφαλώς απευχόμαστε.

Είναι όλα εκείνα που θα θέλαμε να «υπάρχουν» αλλά σήμερα δυσκολευόμαστε πολύ να τα διακρίνουμε.

ΥΓ. Και βέβαια το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην γραβάτα - που αναφέρει και ο Φρανσουά Ολάντ στο προσφάτως εκδοθέν βιβλίο του – αλλά στο πως «μεταφράζεις» την απουσία της μια και η ενδυματολογική προτίμηση συνήθως συνάδει με αυτό που θέλεις να περάσεις προς τα έξω.

Το ποδόσφαιρο το γνώρισα πολύ «αλλιώς» όπως και αυτή τη χώρα..

Κυριακή βράδυ και η Ελλάδα παρακολουθεί ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι που κρατάει προσηλωμένους τους θεατές για 180 λεπτά (χωρίς την παράταση..) και βέβαια παρά την διπλή χρονικά διάρκειά του δεν τελειώνει. Αυτό λέγεται θέαμα - διπλάσιος χρόνος αλλά και όχι the end αλλά to be continued!

Ατυχώς επαναλαμβανόμαστε σαν χώρα και σε αυτό το θέμα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που στο ποδοσφαιρικό γήπεδο πήραν το ρόλο του πρωταγωνιστή από του παίκτες διάφορα πρωτοπαλίκαρα με πρωτότυπους εξοπλισμούς και γενικά με περίεργες συμπεριφορές!

Με αυτή την έννοια – της επανάληψης – δεν μας εντυπωσιάζει το γεγονός μια και το έργο έχει ξαναπαιχτεί, και όχι μόνο μια φορά. Αυτό που κυριαρχεί στη σκέψη μας είναι θυμός, απογοήτευση και βέβαια αποχή!

Αποχή. Μια λέξη που αν την «ψάξεις» θα αντιληφθείς ότι είναι η «κατάληξη» δεκάδων άλλων!

Για να αναλύσουμε λίγο το θέμα.

Αποφασίζω λοιπόν μια ωραία Κυριακή (μπορεί να είναι και Σάββατο..) να πάω στο γήπεδο να δω «μπάλα» όπως έλεγαν κάποτε.

Ωραία! Ξεκινάω λοιπόν και προσεκτικός και παρατηρητικός όπως είμαι ρίχνω τις ματιές μου για να αποφύγω καμιά «ξώφαλτση» από παρέες που ίσως έχουμε διαφορετική οπτική στους «χρωματισμούς». Βεβαίως, έχω τα ματάκια μου (έντονα) ανοιχτά γιατί άλλα παιδάκια μπορεί να «παίζουν» μεταξύ τους αλλά το να μου ΄ρθει κι εμένα κάνα «δωράκι» στο κεφάλι δεν αποκλείεται.

Έφτασα όμως σώος. Στρογγυλοκάθομαι και περιμένω τις ομάδες να εμφανιστούν στο γήπεδο. Η ατμόσφαιρα δεν με αφήνει να «νιώσω» την περίοδο της αναμονής. Ακούω χαρούμενους ανθρώπους να μιλάνε ιδιαίτερα πολιτισμένα και έχοντας προσέξει τη λεπτομέρεια της κάθε λέξης που χρησιμοποιούν. Το ανθολόγιο τους έχει παραλήπτη την αντίπαλη ομάδα της οποίας οι οπαδοί (όχι φίλαθλοι) απουσιάζουν! Το πρώτο ωραίο! Παίζουν δύο ομάδες αλλά οι φίλαθλοι είναι μόνο της μιας!

Αρχίζει το ματς! Τι θέαμα είναι αυτό! Ποια Μπαρτσελόνα, Λίβερπουλ και Μπάγερν; Εδώ να δεις πως παίζετε το ποδόσφαιρο! Είμαστε χρόνια μπροστά - κάτι σαν τον Άγιαξ όταν πρωτοεμφανίστηκε!

Και να που ήμουν «τυχερός» και το ματς δεν τελειώνει. Μέσα σε αυτήν την ξέφρενη γιορτή κάποιοι ζαλισμένοι από τη σαμπάνια πετούν προς τον αγωνιστικό χώρο διάφορα «παιχνίδια». Ενώ άλλοι «μπουκάρουν» σε αυτόν. Τους αρέσει η αμεσότητα – δεν μπορούν την απόσταση.

Και κάπως έτσι μετά από τέσσερεις ώρες φεύγω χορτάτος από ποδόσφαιρο και έχοντας προηγούμενα απολαύσει την έννοια του πολιτισμού.

Γυρνάω σπίτι μου – προσεκτικός πάντα – στα τριγύρω ενδεχόμενα ανοίγω την τηλεόραση και η εικόνα βρίσκεται ακόμα εκεί!

Το μετά και οι σκέψεις

Περνάνε μέρες, βγαίνουν (από τις αρχές) ανακοινώσεις οι οποίες το τι ακριβώς εννοούν και σε ποιους απευθύνονται δεν αντιλαμβάνομαι, και μετά από λίγο να ΄μαστε μπροστά στο ίδιο υπερθέαμα!

Οι απέξω της χώρας μιλάνε για Grexit! Να οι συνειρμικές σκέψεις. Αυτό τον όρο που τώρα αφορά το χώρο του ποδοσφαίρου τον άκουγα πάνω από 2 χρόνια για την Ελλάδα. Μήπως τελικά το ποδόσφαιρο της χώρας μου είναι μια μικρογραφία του ευρύτερου περιβάλλοντος!

Και εδώ αρχίζει ο απολογισμός. Τώρα σταματάνε τα αστειάκια και ξεκινούν τα σοβαρά. Είναι η ώρα της πραγματικότητας. Έχω ένα ρητορικό ερώτημα για τον εαυτό μου: Που πήγα και γιατί; Είναι οι στιγμές που μου μιλάω αλλά δεν παίρνω απαντήσεις. Απαξιώ να ασχοληθώ με τις απορίες μου. Με θεωρώ εκτός τόπου και χρόνου. Θυμώνω μαζί μου που με υποτίμησα τόσο πολύ.

Το αποφάσισα λοιπόν πριν με χαστουκίσω. Απέχω!

Το ποδόσφαιρο το γνώρισα πολύ αλλιώς όπως και αυτή τη χώρα..





Η Ελλάδα των χαμένων ευκαιριών (Δεύτερο μέρος)

Ασφαλώς θα θέλαμε  οι εξαγωγές (Exports) της χώρας μας να είναι μεγαλύτερες των εισαγωγών (Imports), οπότε το Εμπορικό ισοζύγιο (Balance of trade)  δηλαδή η διαφορά των δύο αυτών μεγεθών να εμφάνιζε πλεόνασμα.

Όμως η πραγματικότητα για τη χώρα μας ήταν και είναι διαφορετική. Συνηθίσαμε λοιπόν δυστυχώς να αναφερόμαστε πάντα στο “έλλειμμα” του εν λόγω λογαριασμού μια και εισάγουμε μεγαλύτερη “αξία” από αυτήν που εξάγουμε.

Είναι προφανές ότι το εν λόγω έλλειμμα θα μπορούσε να μειωθεί, είτε μειώνοντας τις εισαγωγές μας, είτε αυξάνοντας τις εξαγωγές μας ή με ταυτόχρονη μεταβολή (προς την προηγούμενη κατεύθυνση) των δύο υπό συζήτηση μεγεθών.

Η χώρα μας, πλήρες μέλος της Ε.Ε από τον Ιούνιο του 2000 και έχοντας υιοθετήσει το ευρώ (€) από την 1η Φεβρουαρίου του 2002, βιώνει την κατάργηση ποσοτικών περιορισμών, δασμών αλλά και την “απαλλαγή” του ρίσκου της μεταβολής της ισοτιμίας μεταξύ των τοπικών νομισμάτων. Το τελευταίο, στην προ ευρώ εποχή, ανάγκαζε πολλές Έλληνες εισαγωγείς στην προθεσμιακή αγορά συναλλάγματος για να αποφύγουν πιθανή υποτίμηση της δραχμής (όχι απαραίτητα αναγκαστική).

Προσπαθώντας να κάνουμε μια “ενδοσκόπηση” στην πορεία των εισαγωγών, εξαγωγών, και εμπορικού ισοζυγίου από το 2001 μέχρι την αρχή της κρίσης 2008- 2009 και αργότερα μέχρι το 2012 θα καταλήγαμε στις παρακάτω παρατηρήσεις.

ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ

Πάνω από το 40 % του συνόλου των εισαγωγών της Ελλάδας προέρχεται από την Γερμανία, Ιταλία, Γαλλία και Ολλανδία, δηλαδή από κράτη μέλη της ΕΕ.

Από τα (περίπου) 2800 εκατομμύρια € του 2001 φτάνουν το ύψος των (περίπου) 6000 εκατομμυρίων € τον Ιούλιο του 2008. Δηλαδή υπερδιπλασιάζονται! Στην συνέχεια μειώνονται (λόγω της κρίσης) για να σταθεροποιηθούν από το 2009 μέχρι το 2012 σε ένα μέσο επίπεδο της τάξης των  4000 εκατομμυρίων € ( ± 500).

ΕΞΑΓΩΓΕΣ

Αντίστοιχα πάνω από το 30 % του συνόλου των εξαγωγών της Ελλάδας οδεύει προς Γερμανία, Ιταλία και άλλες χώρες μέλη της ΕΕ.

Από τα (περίπου) 1200 εκατομμύρια € του 2001 φτάνουν τα (περίπου) 1800 εκατομμύρια € το 2008-09. Στην συνέχει και για την περίοδο 2009-11 σταθεροποιούνται κάτω από τα 1500 εκατομμύρια € για να ανακάμψουν στη συνέχεια και να ξεπεράσουν τα 2500 εκατομμύρια € το 2012.

ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΙΣΟΖΥΓΙΟ

Από το έλλειμμα των (περίπου) 1600 εκατομμυρίων € του 2001 φτάνουν σε έλλειμμα (περίπου) 4000 € την περίοδο 2008-09 για να μειωθεί το έλλειμμα σε (περίπου) 1500 εκατομμύρια € το 2012.

 

Εισαγωγές – Εξαγωγές – Εμπορικό Ισοζύγιο (δισ.ευρώ)

Συνοψίζοντας:

  1. Στην περίοδο 2001 – 2008 είχαμε αύξηση των εισαγωγών κατά 114%, ενώ η αύξηση των εξαγωγών ήταν 50%. Αποτέλεσμα αύξηση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου.

Θα θέλαμε να υποθέσουμε ότι η θεαματική μεταβολή του μεγέθους των εισαγωγών οφειλόταν στην αύξηση εισαγόμενων πρώτων υλών, εξοπλισμού, τεχνολογίας, κ.α. που θα συμμετείχαν στη δημιουργία κεφαλαίου για την μετέπειτα ανάπτυξη της οικονομίας. Όμως μια τέτοια υπόθεση ανήκει στη σφαίρα της “ρομαντικής” σκέψης μια και η αύξηση οφείλεται κατά μεγάλο βαθμό στην αύξηση εισαγόμενων καταναλωτικών αγαθών.

  1. Το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου της χώρας μας παρέμεινε το 2012 ως είχε (περίπου) το 2001.

Με τα δεδομένα αυτά δυσκολευόμαστε να αντιληφθούμε τον τρόπο με τον οποίο η χώρα μας “ εκμεταλλεύτηκε” προς όφελός της την μεγαλύτερη αγορά που άνοιξε με την είσοδό της στην Ε.Ε αλλά και την ασφάλεια (εξάλειψη κινδύνου συναλλαγματικής ισοτιμίας) που τις προσέφερε το ενιαίο νόμισμα του ευρώ (€).

Η Ελλάδα των χαμένων ευκαιριών (Πρώτο μέρος)

Θεωρούμε αυτονόητο ότι στην προσπάθεια της κάθε χώρας για ανάπτυξη θα πρέπει (μεταξύ άλλων) να αξιοποιήσει και εκείνους τους τομείς της Οικονομίας της που της προσφέρουν πλεονέκτημα έναντι άλλων χωρών. Δηλαδή η Οικονομία θα πρέπει κυρίως να προσανατολιστεί σε εκείνες τις δραστηριότητες που είναι ή μπορεί να είναι ανταγωνιστική στην διεθνή αγορά.

Η Ελλάδα είναι γνωστό ότι ουδέποτε διέθετε, για παράδειγμα ισχυρή βιομηχανία. Αντιθέτως, οι ισχυροί πόλοι για την εν δυνάμει οικονομική ανάπτυξή της σχετίζονταν ή έπρεπε να σχετίζονται με: α) τον τουρισμό (λόγω της μοναδικής γεωγραφικής της θέσης και της ύπαρξης των πανέμορφων και διάσπαρτων στα πελάγη της νησιών) β) την παιδεία και τον πολιτισμό (λόγω της βαριάς κληρονομίας μας σε αυτούς τους τομείς) και γ) την ναυτιλία (λόγω του παραδοσιακού δαιμόνιου των Ελλήνων στο θαλάσσιο εμπόριο που κατέστησε τη χώρα μας παγκόσμια δύναμη).

Στην παρούσα ανάλυση θα αναφερθούμε στο τι ΔΕΝ έκανε η Ελλάδα στο κομμάτι των εξαγωγών για να βελτιώσει την μονίμως προβληματική σχέση εισαγωγών –  εξαγωγών της. Συγκεκριμένα να αναφέρουμε ότι:

  • Πριν την καθιέρωση του ευρώ (€) την 1η Ιανουαρίου του 2002, το νόμισμα μας η δραχμή διακυμαίνεται ελεύθερα στην διεθνή αγορά συναλλάγματος και προσδιορίζει (με βάση την προσφορά και τη ζήτηση) την ισοτιμία της σε σχέση με τα άλλα νομίσματα.
  • Οι υποτιμήσεις της δραχμής. Μια δυνατότητα με αρνητική ηχώ στα αισθητήρια όργανα της ακοής των περισσοτέρων μας. Και πράγματι οι τρεις τελευταίες υποτιμήσεις τις δραχμής το 1983,1985 και 1998, της τάξεως περίπου του 14 % η κάθε μια, έγιναν για να αντιμετωπισθούν τα ελλείμματα του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών αλλά και για την αντιμετώπιση των διεθνών κερδοσκοπικών κέντρων (που έπαιζαν) με τις ισοτιμίες, τα ομόλογα, κ.α.

Ασφαλώς, οι κερδοσκοπικές επιθέσεις ήταν αποτέλεσμα της απελευθέρωσης της κίνησης των κεφαλαίων  και της διεθνοποίησης της χρηματιστηριακής αγοράς.

Από την επόμενη ημέρα της υποτίμησης, η Ελλάδα πλήρωνε πιο ακριβά τα χρέη της, τις εισαγωγές της, κ.α. Για παράδειγμα, το 1995 η ισοτιμία δολαρίου / δραχμής ήταν 1 / 237. Μια υποτίμηση της τάξεως του 14 % σήμαινε νέα ισοτιμία 1 / 270. Δηλαδή χρειαζόμασταν πλέον 270 δραχμές (έναντι 237) για να αγοράσουμε ένα δολάριο.

Εννοείται ότι με τη σειρά τους (σαν αλυσιδωτή αντίδραση)  και άλλα μεγέθη της οικονομίας είχαν λόγω της υποτίμησης αρνητικό επηρεασμό, αλλά δεν είναι σκοπός μας να αναφερθούμε με την συγκεκριμένη ανάλυση σε αυτά.

  • Όμως η υποτίμηση του νομίσματος πάντα έχει και μια άλλη διάσταση και αφορά τις εξαγωγές. Συγκεκριμένα το Ελληνικό προϊόν γίνεται πιο “φτηνό”. Και χρησιμοποιώντας τον όρο προϊόν εννοούμε όχι μόνο τις εξαγωγές αγαθών οι οποίες ασφαλώς αυξάνονται, αλλά και τον μονίμως ξεχασμένο  τομέα του τουρισμού. Είναι φανερό ότι όταν πλέον με 1 δολάριο ο ξένος αγοράζει αξία 270 δραχμών, έναντι 237.

Ανεξάρτητα από τους λόγους που οδήγησαν την Ελλάδα στην υποτίμηση της δραχμής, θα θέλαμε να εστιάσουμε την προσοχή μας ότι ΔΕΝ εκμεταλλεύτηκε τα υπέρ που της προσέφερε στο σκέλος των εξαγωγών και του τουρισμού.

Γνωρίζουμε ότι η ανταγωνιστικότητα ενός  προϊόντος είναι αποτέλεσμα μεμονωμένης ή συνδυαστικής προσφοράς καλής τιμής, ποιότητας και εξυπηρέτησης. Και ακριβώς εδώ ΔΕΝ εκμεταλλευτήκαμε, την λόγω της υποτίμησης, καλύτερης (για τους ξένους) τιμής ούτε των εξαγώγιμων προϊόντων μας, ούτε της υπηρεσίας (εισαγώγιμος τουρισμός).

Δυστυχώς, επικαλούμενοι την αύξηση του κόστους, ΔΕΝ βελτιώσαμε την ποιότητα των προϊόντων μας (που θα έδινε νέα ώθηση στην αύξηση των εξαγωγών), άλλα και επίσης ΔΕΝ βελτιώσαμε το επίπεδο της υπηρεσίας που ποσφέραμε στον τουρισμό.

Σχετικά δε με τον τουρισμό, ουδέποτε κατά την γνώμη μας ασχοληθήκαμε σαν χώρα σοβαρά, με την έννοια της κατάλληλης υποδομής και παιδείας στον συγκεκριμένο χώρο, κάτι που θα βελτίωνε το επίπεδο της προσφερόμενης υπηρεσίας. Χαρακτηριστικά να αναφέρουμε ότι στην Ελλάδα ΔΕΝ υπάρχει Πανεπιστημιακή σχολή σχετική με τον τουρισμό!

Κλείνοντας αυτό το πρώτο μέρος μένουμε με τη αίσθηση ότι από τα τεράστια κονδύλια που εισέρευσαν στην χώρα από την Ευρωπαϊκή Ένωση (από την 10ετία του 1980) ελάχιστα (συγκριτικά) διοχετεύσαμε προς την κατεύθυνση της έρευνας και ανάπτυξης, της καινοτομίας, του εκσυγχρονισμού που θα επέτρεπαν την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των εξαγώγιμων προϊόντων μας (άρα στην αύξηση των εξαγωγών) ώστε να αυξηθεί η ντόπια παραγωγή, άρα το ΑΕΠ και το εισόδημα, επομένως να αυξηθεί η αξία της χώρας.

Μάλλον, και επί της ουσίας, χρησιμοποιήθηκαν για να αυξήσουν την κατανάλωση από το εξωτερικό (δηλαδή αύξηση των εισαγωγών αντί αύξησης των εξαγωγών). Και βέβαια, η λήψη δανείων ήταν κάτι σαν απαραίτητη για την συνέχιση της υπέρ-κατανάλωσης κυρίως εισαγόμενων αγαθών Ατυχώς όμως (για εμάς) ο υπέρ-χρεωμένος  έχει πάντα μικρότερη αξία.