Posts

Παγκόσμιο δημόσιο χρέος και ΑΕΠ

Δημόσιο χρέος και ΑΕΠ. Μια σχέση που μας παραπέμπει σε μικροοικονομικό επίπεδο στην απόφαση ενός νοικοκυριού να δανειστεί όταν έχει εξαντλήσει τους τρόπους αύξησης του εισοδήματός του και αισθάνεται την ανάγκη κάλυψης πρόσθετων αναγκών.Το αν είναι «οικονομικά» σωστή η σύναψη του δανείου είναι βέβαια κάτι που πρέπει να εξεταστεί με προσοχή.

Αντίστοιχα σε μακροοικονομικό επίπεδο τα κράτη καταφεύγουν σε δανεισμό (από το εσωτερικό ή το εξωτερικό), δηλαδή δημιουργούν χρέη (Debt) προκειμένου να καλύψουν βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις και ελλείμματα ή να χρηματοδοτήσουν αναπτυξιακά προγράμματα που θα οδηγήσουν στην αύξηση της παραγωγής και του εισοδήματος ΑΕΠ ( GDP).

Η σχέση του χρέους προς το ΑΕΠ (Debt/Gdp) - όπως έχει αναλυθεί σε προηγούμενο άρθρο (Ο δείκτης χρέος / ΑΕΠ) – θα πρέπει να βρίσκεται σε μια «λογική» αναλογία που θα επιτρέπει στην οικονομία να αντιμετωπίζει τις δανειακές υποχρεώσεις της που σε ένα μέρος(στην Ιαπωνία ιδιαίτερα μεγάλο) σχετίζονται και αφορούν τους πολίτες της ίδιας της χώρας.

Ασφαλώς το επιθυμητό - πέραν των βραχυπρόθεσμων διευκολύνσεων – θα έπρεπε να είναι τα κεφάλαια από τον δανεισμό του κράτους να διοχετεύονται σε παραγωγικές επενδύσεις που θα δώσουν την δυνατότητα αύξησης του ΑΕΠ με στόχευση την ανάπτυξη της οικονομίας κάτι που θα οδηγήσει και στη βελτίωση του δείκτη χρέος /ΑΕΠ.

Ατυχώς για την πραγματική ανάπτυξη - σε όρους βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού – ο υπερδανεισμός των κρατών εμφανίζεται να «θεμελιώνεται» σαν σύγχρονη λογική ανεξάρτητα της πραγματικής (για την οικονομία) αναγκαιότητας του.

 

Παγκόσμια οικονομία

Σε παγκόσμιο επίπεδο και με τα οικονομικά δεδομένα του 2017 το ΑΕΠ (GDP) βρισκόταν περίπου στα USD 80 τρις,ενώ το δημόσιο χρέος (Public Debt) στα USD 61τρις, δηλαδή το τελευταίο αντιπροσωπεύει το περίπου 78 % του ΑΕΠ ενώ στις ανεπτυγμένεςχώρες βρίσκεται στα όρια του 100%.

Να σημειώσουμε ότι δεν αναφερόμαστε στο χρέος (δημόσιο και ιδιωτικό). Αυτό ανέρχεται στο ίδιο διάστημα πάνω από το 220 % του ΑΕΠ.

Ανάλογο ενδιαφέρον έχει το να παρατηρήσουμε την μεταβολή των δύο μεγεθών μεταξύ 2012 – 2017 αλλά κυρίως το δυσανάλογο της μεταβολής του χρέους σε σχέση με το ΑΕΠ.

Συγκεκριμένα και όπως εμφανίζεται στο  https://www.statista.com  το παγκόσμιο ΑΕΠ μεταξύ 2012 – 2017 αυξήθηκε από τα USD 74,69 τρις σε USD 80,05 τρις, δηλαδή ποσοστό αύξησης περίπου 7%.

Στην ίδια χρονική περίοδο το παγκόσμιο δημόσιο  χρέος από τα USD 47,48 τρις εκτοξεύτηκε στα 60,99 τρις, δηλαδή ποσοστό αύξησης περίπου 28,4%.

Ασφαλώς η ταχύτερη αύξηση του χρέους σε σχέση με το ΑΕΠ θα εμφανίσει εντονότερη κρατική παρέμβαση την οικονομία που μεταξύ άλλων σημαίνει αύξηση των φόρων, ενώ ταυτόχρονα θα είναι υπαρκτό (αν όχι πολύ πιθανό) το ενδεχόμενο εμφάνισης κρίσης εάν το χρέος δεν εξυπηρετείται.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναρωτηθούμε αν η αύξηση του ΑΕΠ όταν συνοδεύεται από μεγαλύτερη αύξηση του χρέους σημαίνει κατ ανάγκη και βελτίωση του εισοδήματος των πολιτών..

 

Η συμμετοχή των οικονομικά ισχυρών κρατών

Όπως αναφέρεται στο https://www.weforum.org οι ΗΠΑ συμμετέχουν στο παγκόσμιο ΑΕΠ με 24.4%, η ΚΙΝΑ με 15,4%, η ΙΑΠΩΝΙΑ με 6,13% και η ΓΕΡΜΑΝΙΑ με 4,63%, δηλαδή οι τέσσερεις πιο ισχυρά οικονομικά χώρες συμμετέχουν κατά περίπου 50% στο παγκόσμιο ΑΕΠ.

Ταυτόχρονα το ποσοστό συμμετοχής στο παγκόσμιο χρέος είναι για τις ΗΠΑ 31,8 %, για την ΚΙΝΑ 7,9 %, την Ιαπωνία 18,8 %, ενώ για την ΓΕΡΜΑΝΙΑ περίπου 4,2%, δηλαδή στο σύνολο τους οι τέσσερεις αυτές χώρες από μόνες τους οι τρεις πρώτες έχουν το περίπου το 63% του χρέους.

Εξετάζοντας την εξέλιξη του ΑΕΠ των παραπάνω κρατών για το 2018 θα παρατηρήσουμε τους παρακάτω ρυθμούς μεταβολής μεταξύ 3ου και 2ου τριμήνου.

ΗΠΑ : 3 % έναντι 2,9%

ΚΙΝΑ: 1,6 % έναντι 1,7%

ΙΑΠΩΝΙΑ: - 0,3 % έναντι 0,8 %

ΓΕΡΜΑΝΙΑ: - 0,2% έναντι 0,5%

Η παραπάνω εικόνα (εκτός των ΗΠΑ) είναι αρκετά ανησυχητική και ελπίζουμε στην αντιστροφή της  στο 4ο τρίμηνο του έτους.

Επίλογος

Κατά τη γνώμη μας το παγκόσμιο δημόσιο χρέος βρίσκεται σε πολύ υψηλό επίπεδο σε σχέση με το ΑΕΠ κάτι το οποίο είναι πιθανό να οδηγήσει σε παγκόσμια κρίση.

Κάτι τέτοιο δεν μπορούμε να το αποκλείσουμε για όσο διάστημα διατηρούνται σε πολλές οικονομίες τα μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα των οποίων η κάλυψη γίνεται περισσότερο μέσω αύξησης του ήδη υπάρχοντος χρέους και λιγότερο μέσω αύξησης της παραγωγής.

Αντιλαμβανόμαστε ότι μια πιθανή εμφάνιση «προβλημάτων» στις χρηματοπιστωτικές αγορές τι θα σημαίνει για τις χώρες που θα αναζητούν κεφάλαια από απρόθυμους υποψήφιους δανειστές.

Η πραγματική μείωση ή η μείωση του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ στο 3 τρίμηνο του έτους (έναντι του 2ου τριμήνου) για τις 3 από τις πιο ισχυρές οικονομικά χώρες θεωρούμε ότι πρέπει να μας έχει τουλάχιστον σε επιφυλακή για την εξέλιξη της πορείας της παγκόσμιας οικονομίας.

Η καμπύλη Laffer και η Ελληνική πραγματικότητα.

Θα γυρίσουμε 44 χρόνια πίσω στο 1974 για να θυμηθούμε μια ιστορία που έχει λάβει θρυλικές διαστάσεις ακόμα και σήμερα. Σύμφωνα λοιπόν με την ιστορία της εποχής, το 1974 ο οικονομολόγος Arthur Laffer σε μια συνάντηση του με δημοσιογράφους της “Wall Street Journal” και αμερικανούς ρεπουμπλικάνους πολιτικούς, χάραξε πάνω σε μια χαρτοπετσέτα την ομώνυμη καμπύλη στην προσπάθεια του να επιχειρηματολογήσει εναντίον της σχεδιαζόμενης αύξησης φόρων από τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Gerald Ford.

Η περίφημη αυτή καμπύλη (Laffer curve) έχει την εξής μορφή:

Laffer curve

Τι μας δείχνει η  καμπύλη Laffer

Εκ πρώτης όψεως, η καμπύλη αυτή μας δείχνει ότι όταν ο φορολογικός συντελεστής είναι μηδέν το κράτος δεν εισπράττει καθόλου έσοδα. Επίσης μας δείχνει ότι αν ο φορολογικός συντελεστής είναι στο 100% πάλι τα έσοδα θα είναι μηδενικά για τον απλούστατο λόγο ότι κανείς δεν θα έχει κίνητρο να δουλέψει από την στιγμή που το κράτος θα του πάρει δια των φόρων όλο του το εισόδημα.

Εκτός από τα παραπάνω προφανή συμπεράσματα αυτό που διαπίστωσε ο Laffer είναι ότι ανάμεσα στα δύο προαναφερθέντα άκρα υπάρχει ένας ιδανικός φορολογικός συντελεστής που μεγιστοποιεί τα κρατικά έσοδα (στο παραπάνω διάγραμμα σημειώνεται ως t*). Κατά συνέπεια όταν ο φορολογικός συντελεστής είναι μικρότερος από τον ιδανικό το κράτος δύναται να τον αυξήσει προκειμένου να μεγιστοποιήσει τα φορολογικά του έσοδα. Αντίστροφα όμως όταν ο τρέχων φορολογικός συντελεστής είναι μεγαλύτερος από τον ιδανικό το κράτος εισπράττει λιγότερα έσοδα από όσα θα μπορούσε έχοντας μικρότερο φορολογικό συντελεστή! Μια περίπτωση που για την χώρα μας είναι μάλλον ιδιαιτέρως οικεία τα τελευταία δέκα χρόνια.

Αν και η ιδέα αυτή αποδίδεται ακόμα και στον John Maynard Keynes αρκετά πριν τον Laffer, εμπεριέχει ένα δίδαγμα αρκετά χρήσιμο για την χώρα μας. Μια σημαντική αύξηση των φορολογικών συντελεστών (Taxes - incentives) μπορεί να οδηγήσει πάνω από το ιδανικό επίπεδο και κατά συνέπεια σε λιγότερα φορολογικά έσοδα για το Δημόσιο. Παράλληλα πλήττεται η κατανάλωση, οι επενδύσεις και εν τέλει η ίδια η οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

Η Ελληνική πραγματικότητα σε σχέση με την καμπύλη Laffer

Την παραπάνω ιστορία επιλέξαμε να την θυμηθούμε διότι η αίσθηση της υπερφορολόγησης στην χώρα μας, επιβεβαιώθηκε μέσω του ΟΟΣΑ που μας ενημέρωσε για δύο μάλλον θλιβερές αλλά σίγουρα επώδυνες πρωτιές για την Ελλάδα.

Στο διάστημα 2007-2016 η φορολόγηση της χώρας μας αυξήθηκε κατά 7,4 μονάδες ως ποσοστό του ΑΕΠ περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ανεπτυγμένη οικονομία! Συγκεκριμένα την διετία 2015-2016 είχαμε αύξηση σχεδόν κατά 3 μονάδες ως ποσοστό του ΑΕΠ, φυσικά και πάλι την υψηλότερη εντός των 34 μελών του οργανισμού.

Δεν αποτελεί λοιπόν έκπληξη που κατά το ίδιο χρονικό διάστημα τα κρατικά έσοδα υποφέρουν και η χώρα είναι βυθισμένη σε ύφεση ή έστω αναιμική ανάπτυξη. Παράλληλα αποτελεί υψηλή αναγκαιότητα η επανεξέταση του ζητήματος της φορολογίας συνολικά, ιδιαίτερα τώρα που η Ελλάδα βρίσκεται στην «μεταμνημονιακή» εποχή.

Δημήτρης Νταγιάντης, M.Sc. in Applied Economics & Finance, AUEB

Η Ελλάδα εκτός μνημονίων. Μπορούμε να οραματιζόμαστε την μεταμνημονιακή εποχή με προμνημονιακές λογικές;

Και να που η Ελλάδα βρίσκεται πλέον εκτός μνημονίων σε μια ατμόσφαιρα αρκετά «δεσμευτικής» ελευθερίας λόγω των υποχρεώσεων που την ακολουθούν στην μεταμνημονιακή εποχή της.

Αναζητώντας την οικονομική (και όχι μόνο) ανόρθωση αυτής της χώρας και σε αντίθεση με αυτά που ακούμε ή δεν ακούμε από το σύνολο (ατυχώς) των αντιπροσώπων μας στη Βουλή επιβάλλεται η σκέψη μας να επικεντρωθεί και να αναλύσει τα δεδομένα των παρακάτω τριών χρονικών περιόδων.

1. Η Ελλάδα πριν το 2010 και οι λόγοι που την οδήγησαν στα μνημόνια.

Το 2010 η Ελλάδα για να εξυπηρετήσει το δημοσιονομικό της έλλειμμα και λόγω αδυναμίας δανεισμού της από τις αγορές με μη απαγορευτικά επιτόκια καταφεύγει στο μηχανισμό στήριξης. Η σχέση χρέους προς ΑΕΠ ήδη εμφανίζεται προβληματική για να θεωρείται βιώσιμο το χρέος.

Αρκετοί θα ισχυριστούν ότι η κατάρρευση  της Lehman Brothers το 2008 με την κρίση που προκάλεσε στην παγκόσμια οικονομία επηρέασε και την Ελλάδα. Αν και η μετάδοση της κρίσης (από χώρα σε χώρα) ασφαλώς και συμβαίνει στις ανοικτές οικονομίες πόσο μάλλον στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία δεν θεωρούμε ότι ο βαθμός έκθεσης της οικονομίας μας ήταν τόσο μεγάλος ώστε να αιτιολογεί τη μετέπειτα κατάρρευση της χώρας.

Η Ελλάδα και για αρκετά χρόνια πριν φτάσει στην περίοδο 2009 - 10 λειτουργούσε στα πλαίσια ενός κράτους υπερμεγενθυμένου και αντιπαραγωγικού με αποτέλεσμα τη σταδιακή αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Αναφερόμαστε δηλαδή σε υπέρογκα έξοδα «συντήρησης» ενός μηχανισμού που «ανεχόταν» μιας μεγάλης έκτασης παραοικονομία (επομένως σημαντικότατης απώλειας φορολογικών εσόδων). Ταυτόχρονα η  χαμηλή παραγωγικότητα του δημόσιου τομέα δεν συνέβαλλε σημαντικά στο ΑΕΠ – Εισόδημα.

Αναπόφευκτη «κίνηση» σε ένα τέτοιο περιβάλλον ήταν η αύξηση του δανεισμού της οικονομίας. Βέβαια οι δανειστές έχουν την συνήθεια να «ψάχνουν» αρκετά την δυνατότητα αποπληρωμής του δανειζόμενου και αν την βρουν προβληματική απαιτούν μεγάλη αποζημίωση (υψηλά επιτόκια) για το ρίσκο που αναλαμβάνουν ή δεν δανείζουν καθόλου.

2. Η Ελλάδα στην περίοδο 2010 – 2018 ευρισκόμενη εντός μνημονίων

Ευρώπη και ΔΝΤ ανταποκρίνονται στο αίτημα της Ελλάδος και δανείζουν (χρηματοδοτούν) την χώρα «απαιτώντας» δημοσιονομική εξυγίανση που θα επέλθει μέσα από συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις ενώ ταυτόχρονα «επιβάλλουν» (σύμφωνα με την Γερμανική κυρίως άποψη) μέτρα αυστηρής λιτότητας αλλά και δέσμευσης (αν όχι πώλησης) δημόσιου ενεργητικού.

Είναι γνωστό το οικονομικό (και όχι μόνο) περιβάλλον που διαμορφώθηκε στα τελευταία αυτά 8 χρόνια τόσο για το μέσο Έλληνα όσο και από μακροοικονομικής άποψης για τη χώρα και δεν έχει νόημα να αναφερθούμε πάλι στην σημαντικότατη υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου.

Αναμφίβολα μεταρρυθμίσεις σε πολλούς τομείς του τρόπου λειτουργίας - παραγωγής του κράτους έπρεπε να έχουν ήδη συντελεστεί  στην προσπάθεια υγιούς και διατηρήσιμης ανάπτυξης της οικονομίας. Και αυτές έπρεπε να γίνουν σταδιακά (χωρίς το άμεσο της επιβολής τους από τρίτους..) και ασφαλώς με ένα προγραμματισμό ο οποίος:

  • Σχετικά με τα έξοδα δεν θα οδηγούσε σε οριζόντιες περικοπές δαπανών ειδικά σε τομείς ιδιαίτερα σημαντικούς για το κοινωνικό σύνολο – όπως για παράδειγμα αυτοί της υγείας, της παιδείας, της ασφάλειας, κ.α.
  • Αναφορικά με τα έσοδα δεν θα εξαντλούσε την φορολογική ικανότητα των πολιτών μέσω της υπερφορολόγησης με αποτέλεσμα αφενός τη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών και αφετέρου και από ένα σημείο και μετά (Laffer curve)  τη μείωση των φορολογικών εσόδων του κράτους.

Εμείς όμως «επιλέξαμε» για το σκέλος των εξόδων να μας «επιβληθεί» μια αυστηρή και οριζόντια λιτότητα ενώ για αυτό των εσόδων την υπερφορολόγηση των νόμιμων εισοδημάτων και όχι το «κυνήγι» εκείνων που διαφεύγουν «έντεχνα» της φορολόγησης.

Δεν θα διαφωνήσουμε ότι σκληρά μέτρα έπρεπε να ληφθούν για την αντιμετώπιση της κρίσης που είχε βρεθεί η οικονομία μας αλλά ανάλογα μέτρα έχουν (σε αυτές τις περιπτώσεις) προσωρινή παρεμβατική λογική που σημαίνει ότι υπάρχει ημερομηνία λήξης. Η οικονομία σπάνια περιγράφεται ικανοποιητικά με γραμμικές σχέσεις. Είναι γνωστή η κυκλικότητα που δημιουργείται από ενδογενείς και εξωγενείς παράγοντες με αποτέλεσμα τα κατάλληλα «μέτρα» να μην είναι κοινά για όλες τις περιόδους. Η αποτελεσματικότητα της οικονομικής πολιτικής εξαρτάται από το πότε εφαρμόζεται αλλά και από το πότε αποσύρεται έχοντας προηγούμενα επιτελέσει το έργο της

Στην περίπτωση λοιπόν της μακροχρόνιας υιοθέτησής της λιτότητας το αποτέλεσμα δεν θα οδηγήσει σε ανάπτυξη αλλά αντίθετα η ίδια η λιτότητα θα αποτελέσει την τροχοπέδη της ανάπτυξης υποβαθμίζοντας (σε μόνιμη βάση) το βιοτικό επίπεδου του πληθυσμού.

Στο σημείο αυτό υπάρχει ένα ερώτημα για το ποιος και τι ακριβώς επιδιώκει..

3. Η μετά το 2018 εκτός μνημονίων Ελλάδα

Τούτη τη στιγμή η χώρα (ή μέρος αυτής) εμφανίζεται να μην έχει αντιληφθεί το τι συνέβη ή να αρνείται να παραδεχτεί ότι το κατάλαβε. Εξακολουθεί να «παίζει» με τους παλιάς κοπής κομματικούς ξύλινους διαξιφισμούς που στερούνται ουσιαστικής προσπάθειας για το καλύτερο αύριο.

Αυτή η κακής έκδοσης πολιτική αντίληψη δεν μας επιτρέπει να συνειδητοποιήσουμε τον τρόπο με τον οποίο η οικονομία θα ξεπεράσει την κρίση.

Θεωρούμε χρήσιμο προς αυτή την κατεύθυνση να κατανοήσουμε κάποια σημαντικά «δεδομένα» της οικονομικής πολιτικής που σχετίζονται με τα δάνεια που συνάπτουμε, το μέγεθος του ΑΕΠ και τη δυνατότητα ανάπτυξης.

Παραθέτοντας και μόνο τη σχέση χρέους προς ΑΕΠ (Debt/GDP) που σήμερα βρίσκεται περίπου στο 180 % (πολύ πάνω του μέσου της Ευρωζώνης 86,7 %) δεν περιγράφουμε και πολύ ικανοποιητικά την πραγματικότητα της βιωσιμότητας ή όχι του χρέους. Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι στην Ιαπωνία ο δείκτης είναι στο 253 % - αυτό δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκη ότι το χρέος της δεν είναι βιώσιμο.

Για να έχουμε μια πιο σαφή εικόνα της δυνατότητας της χώρας να αποπληρώνει τα δάνειά της πρέπει να αναλύσουμε (τουλάχιστον σε πρώτο επίπεδο) και τα δύο μέρη του δείκτη (Debt/GDP).

Συγκεκριμένα για το χρέος (Debt) - σε ποιους χρωστάμε, με τι όρους, και γατί αγόρασαν Ελλάδα; Αναφορικά με το ΑΕΠ - τη σύνθεσή του αλλά και τα περιθώρια αύξησής του.

Βεβαίως όλοι θα συμφωνήσουμε ότι σε αυτή την περίοδο οι προσπάθειες θα πρέπει να στραφούν στην αύξηση του ΑΕΠ η οποία εκτός του προφανούς, δηλαδή της βελτίωσης του δείκτη, θα σημαίνει αύξηση του εισοδήματος.

Προς την κατεύθυνση της αύξησης του ΑΕΠ (ανάπτυξης της οικονομίας) δεν αντιλαμβανόμαστε το πως θα συμβεί αυτό σε μια χώρα με κλειστή τη χορήγηση κεφαλαίων από τις τράπεζες στην οικονομία, με περιορισμένες (έως μηδενικές) κρατικές επενδύσεις, με έλλειψη κινήτρων για ιδιωτικές επενδύσεις, και με συνεχιζόμενη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος (λόγω κυρίως υπερφορολόγησης). Μοιάζει ουτοπικό να περιμένουμε την ανάπτυξη μιας οικονομίας που λειτουργεί στο προηγούμενα αναφερθέν πλαίσιο!

Αναφορικά με τα δάνεια που αναμένουμε μέσω της έκδοσης και διάθεσης κρατικών ομολόγων θα πρέπει να αναφερθούμε πάλι σε γνωστά πράγματα. Και αυτά είναι αφενός ότι έχει μεγάλη σημασία το ποιος και γιατί αγοράζει τα ομόλογα της χώρας σου και αφετέρου τι απόδοση ζητάει για να τα αγοράσει;

Είναι προφανές ότι θα επιθυμούσαμε αγοραστές (δανειστές) που εκτιμούν θετικά τις προοπτικές της χώρας και με βάση τη σχετική σιγουριά που αυτές τους προσφέρουν θα ζητήσουν «λογικά» επιτόκια. Ξέρετε βέβαια ότι υπάρχουν πολλών ειδών «επενδυτές» στις κεφαλαιαγορές και κάποιες κατηγορίες αυτών δεν θα έπρεπε να ανήκουν  στις πρώτες επιλογές μας..

Επίλογος

Ακόμα και σήμερα, 10 χρόνια μετά την αρχή της κρίσης, ο ένας πετάει το μπαλάκι της ευθύνης στον άλλο αποδεικνύοντας ότι ελάχιστα καταλάβαμε (Πως η Βουλή διαψεύδει το όραμά μας για την Ελλάδα μετά το 2018).  Στην όποια συζήτηση γρήγορα εισχωρεί η κομματική αντιπαράθεση με αποτέλεσμα μέσα στη στενότητά της να «χάνεται» η προσπάθεια εύρεσης της αντικειμενικά κατάλληλης οικονομικής πολιτικής που πρέπει να ασκηθεί.

Αυτές οι κοντόφθαλμες λογικές «στραγγαλίζουν» τη χώρα για 10ετίες. Σήμερα αυτό που χρειάζεται είναι η υπέρβαση από την παλιά μας άκαμπτη στενή αντίληψη.  Το θέμα δεν είναι αν θα είναι το κόμμα ΜΟΥ ή το κόμμα ΣΟΥ αλλά ποιος πολιτικός σχηματισμός έχει την βούληση, την υπευθυνότητα αλλά και την ικανότητα να επαναφέρει το χαμόγελο στη χώρα. Μην μπλέκουμε το παρόν με το τι συνέβαινε με τις άνευ ουσίας (αρκετές φορές) αντιπαλότητες του παρελθόντος.

Η Ελλάδα βρίσκεται σε εντελώς άλλη - σε σχέση ακόμα και με το πρόσφατο παρελθόν - ιστορική, πολιτική, κοινωνική, οικονομική και πολιτισμική περίοδο και πρέπει να «πείσει» ότι το έχει αντιληφθεί - πρώτα την ίδια και μετά τους άλλους. Εάν δεν συμβεί αυτό μεταμνημονιακή εποχή στην πραγματικότητα δεν θα υπάρξει ποτέ.

Δεν είναι τα πρόσωπα (πλέον) που θα δρομολογήσουν την είσοδο της Ελλάδος σε πραγματική αναπτυξιακή πορεία - είναι η νέα κουλτούρα που πρέπει να υιοθετηθεί από αυτά.

8 Χρόνια με λιτότητα

Ποιο ακριβώς είναι το σημερινό στίγμα της Ελληνικής οικονομίας μετά από 8 χρόνια με λιτότητα; Ας φωτογραφήσουμε μερικά αντιπροσωπευτικά στοιχεία (οικονομικούς δείκτες) στην προσπάθειά μας όχι να το εντοπίσουμε - είναι γνωστή η οικονομική, και όχι μόνο, πραγματικότητα της χώρας μας - όσο να αναλύσουμε το εάν οδηγούμαστε στην έξοδο από την κρίση ή περνάμε σε οριστική υποβάθμιση της οικονομίας μας.

ΑΕΠ (Η αξία της παραγωγής)

Εξ ορισμού ύφεση σημαίνει μείωση του ΑΕΠ, και πράγματι  από τα 239 € δις το 2009 φτάσαμε στα 185 € δις το 2015 (Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ - ΑΕΠ σε σταθερές τιμές του 2010). Ασφαλώς αυτό μεταφράζεται (η άλλη όψη του ΑΕΠ) και σε μείωση του εισοδήματος.

Η μείωση της παραγωγής είναι γνωστό ότι προκαλεί αύξηση της ανεργίας, άρα μείωση του εισοδήματος, επομένως μείωση της κατανάλωσης. Σαν αποτέλεσμα οδηγούμαστε σε  περαιτέρω μείωση της παραγωγής και να ‘μαστε αντιμέτωποι με τον γνωστό φαύλο κύκλο της ύφεσης.

Λιτότητα (οι συνέπειες)

Η λέξη λιτότητα εισέβαλε στην οικονομία της χώρας και βέβαια δεν αναφέρεται μόνο στον περιορισμό της ιδιωτικής και δημόσιας δαπάνης. Επεκτείνεται και στον περιορισμό (έως και εξαφάνιση) των τραπεζικών χρηματοδοτήσεων προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Ταυτόχρονα επιβάλλεται μια θεαματική αύξηση της φορολόγησης φυσικών και νομικών προσώπων σε μια προσπάθεια βελτίωσης της εικόνας του ισοζυγίου της Γενικής Κυβέρνησης.

Στο σημείο αυτό, οι ασκούντες την οικονομική πολιτική ξεχνούν τον  Arthur Laffer. Η γνωστή καμπύλη (Laffer curve) δείχνει τη σχέση μεταξύ ύψους φορολογικών συντελεστών και φορολογικών εσόδων.

Σαν αποτέλεσμα συμβαίνει το αναμενόμενο. Δηλαδή μείωση των φορολογικών εσόδων (από παραγωγή, εισαγωγές και εισοδήματα – εισπραττόμενοι φόροι) από τα 48,1 € δις το 2009 σε 44,8 € δις το 2015. (Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ). Βεβαίως κάποιος θα ισχυριστεί ότι η μείωση των φορολογικών εσόδων οφείλεται κυρίως στη μείωση της παραγωγής - εισοδημάτων. Εμείς όμως αυξήσαμε τους φόρους σε περίοδο μείωσης του ΑΕΠ! Αυτή η εντυπωσιακή πολιτική ασφαλώς περιορίζει (σταδιακά) την ικανότητα (του φορολογούμενου) πληρωμής των φόρων. Αναμενόμενο λοιπόν το αποτέλεσμα της μείωσης των φορολογικών εσόδων του κράτους.

Στο σημείο αυτό παρατηρείται το πρώτο εντυπωσιακό στοιχείο. Προσπαθώντας να αυξήσουμε τα έσοδα του κράτους από τους φόρους αφοπλίζουμε τους φορολογούμενους!!!

Δανειοδότηση

Το 2010 κορυφώνεται η δανειοδότηση του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας που φθάνει τα 125,4 € δις (Πηγή: tradingeconomics.com).

Η μείωση του εισοδήματος (που πρωτο-εμφανίζεται την ίδια περίοδο) ασφαλώς δυσχεραίνει έως και καθιστά αδύνατη αφενός την κανονική αποπληρωμή των δανείων, και αφετέρου την φορολογική συνέπεια των ιδιωτών προς το Δημόσιο και τα ταμεία με αποτέλεσμα να αναφερόμαστε πλέον σε ένα μη εξυπηρετούμενο ιδιωτικό χρέος.

Δεν μπορούμε βέβαια να ξεχάσουμε και το Δημόσιο χρέος που το 2015 ανέρχεται σε 311,4 € δις (Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ).

Και εδώ μας εμφανίζεται το δεύτερο εντυπωσιακό στοιχείο! Σε Μακρο επίπεδο ζητάμε ρύθμιση του Δημοσίου χρέους από τους δανειστές, ενώ σε Μικρο επίπεδο δεν προσφέρουμε αντίστοιχη ρύθμιση. Αντίθετα καταφεύγουμε σε πλειστηριασμούς! Ταυτόχρονα αναζητάμε funds για να αγοράσουν τα κόκκινα δάνεια ενδεχομένως στο 10 - 15 % της αξίας τους! Δηλαδή αν οι Τράπεζες προσέφεραν στους (κάποτε) πελάτες τους ένα κούρεμα της τάξης του 60 - 70 % θα έχαναν;

Επίλογος

Θα συμφωνήσουμε ότι η λιτότητα είναι ένα από τα εργαλεία για να αντιμετωπιστεί η ύφεση και να περάσει η οικονομία σε ρυθμούς ανάπτυξης.

Θα διαφωνήσουμε όμως με τον τρόπο που αυτή ασκείται. Πρόκειται για ένα ισοπεδωτικό οριζόντιο τρόπος τιμωρίας της προηγούμενης συμπεριφοράς μας και ταυτόχρονα απαγορευτικό της όποιας νέας ιδιωτικής πρωτοβουλίας - προσπάθειας! Στο ίδιο δε διάστημα αναφοράς ατυχώς δεν βλέπουμε την ύπαρξη προθυμίας για πραγματικές αλλαγές σε βασικές δομές της οικονομία μας (γνωστές και σαν μεταρρυθμίσεις).

Είμαστε της άποψης ότι η πολυετής λιτότητα και με τον τρόπο που εφαρμόζεται από μόνη της δεν οδηγεί στην ανάπτυξη, αλλά αντίθετα στην φτωχοποίηση των πολιτών και σε μια υποβάθμιση της οικονομίας.

 

Συμφωνία Eurogroup 15.06.17. Τι "ακριβώς" σημαίνει για την οικονομία.

Έκλεισε λοιπόν η δεύτερη αξιολόγηση με μια ακόμα «συμφωνία». Νέα Συμφωνία Eurogroup! Βέβαια σε προηγούμενο άρθρο έχουμε εκφράσει τη λύπη μας για την χαμένη έννοια κάποιων λέξεων.

Η «συμφωνία» - όπως πάντα συμβαίνει – χαιρετίστηκε με διθυράμβους από ορισμένους ενώ αμφισβητήθηκε το πραγματικό όφελός της από άλλους πανηγυρισμοί και απογοητεύσεις.

Η διαφορετική ανάγνωση του ίδιου γεγονότος είναι συνηθισμένη και γίνεται εκνευριστικά αναμενόμενη ειδικά όταν οι αναγνώστες «μεταφράζουν» με πολιτικά μόνο κριτήρια.

Οι δικές μας σκέψεις - το έχουμε αναφέρει επανειλημμένα – δεν μορφοποιούνται με βάση πολιτικές λογικές ή κατευθύνσεις. Προέρχονται και αναπτύσσονται με κριτήρια του επιστημονικού χώρου που ανήκουμε. Και αυτός είναι δεν είναι η πολιτική, αλλά η Οικονομία.

Σκεπτόμενοι λοιπόν με αυτή την ιδιότητα θέλουμε να καταθέσουμε τις απόψεις μας για τη νέας Συμφωνίας Eurogroup της 15ης Ιουνίου 2017.

Πρωτογενή πλεονάσματα  –  Επικείμενη έξοδος από τα προγράμματα

Η Ελλάδα δεσμεύτηκε με τη δημιουργία πρωτογενών πλεονασμάτων της τάξης του 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2023 και κοντά στο 2% του ΑΕΠ για την περίοδο 2023-2060 (!!)

Δηλαδή από το σήμερα και για τα επόμενα 43 χρόνια συμφωνούμε σε συγκεκριμένα μεγέθη ανεξάρτητα από τους κύκλους της οικονομίας. Τι είδους οικονομία θα έχουμε; Τόσο ισχυρή, που χωρίς νέα αύξηση των φόρων ή νέα μείωση των κοινωνικών δαπανών θα πετυχαίνουμε τα συγκεκριμένα πλεονάσματα;

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για ποιες ακριβώς θα είναι οι σχέσεις του μέσου Έλληνα με το Κράτος αναφορικά με τις φορολογικές υποχρεώσεις (!!) του, αλλά και με την «επιστροφή» από τη μεριά του κράτους κοινωνικών παροχών προς αυτόν.

Έχοντας αναλάβει τις προηγούμενες υποχρεώσεις μέχρι το 2060 δεν αντιλαμβανόμαστε την «έννοια» της λήξης των προγραμμάτων - μνημονίων τον Αύγουστο του 2018..

Συγχρόνως αναρωτιόμαστε γιατί να γίνεται συζήτηση για ελάφρυνση του χρέους αν η οικονομία μας μπορεί να παράγει τέτοια σταθερά πρωτογενή πλεονάσματα σε τόσο μεγάλο βάθος χρόνου. Μια τέτοια υπερ-οικονομία θα δανείζει, δεν θα δανείζεται. Επομένως πολύ εύκολα θα είναι συνεπής προς τις παλιές δανειακές υποχρεώσεις της!

Κάποια όνειρα είναι όμορφα!

Βιωσιμότητα χρέους – Ποσοτική χαλάρωση - Έξοδος στις αγορές

Είναι τόσο μεγάλη η ασάφεια αυτών που ακούστηκαν σχετικά με τη βιωσιμότητα του Ελληνικού χρέους που δυστυχώς τείνουν να επιβεβαιώσουν την άποψή μας debt/GDP ότι με τις τωρινές λογικές δεν θεωρείται βιώσιμο από τους πιστωτές της χώρας μας.

Στην άποψή μας αυτή συνηγορεί η απαίτηση της ΕΕ και του ΔΝΤ για τα συγκεκριμένα πρωτογενή πλεονάσματα. Και τη σφραγίζει η άρνηση (μέχρι σήμερα) να μπει η Ελλάδα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ.

Αν η αίσθηση της ευρύτερης αγοράς είναι κοντά στην άποψή μας μάλλον μπορούμε να φανταστούμε τον χαρακτήρα των funds που θα ζητήσουν Ελληνικά ομόλογα (όταν επιχειρήσουμε την έξοδό μας στις αγορές), τα ασφάλιστρα κινδύνου που θα δεχτούμε και επομένως και το κόστος αυτού του δανεισμού. Και είναι γνωστό ότι υπάρχουν και απαιτητικοί αλλά και επιθετικοί δανειστές..

Με τι όρους θα δανειστούμε;

Ανάπτυξη

Ασφαλώς το ζητούμενο!. Όμως με τα προηγούμενα δεδομένα ή με τις προσωπικές εκτιμήσεις μας δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε το πως η οικονομία θα ανακάμψει.

Συγκεκριμένα είναι γνωστό ότι νέο χρήμα δεν μπορούμε να κόψουμε.  Η ΕΚΤ – τουλάχιστον επί του παρόντος - δεν μας το προσφέρει έμμεσα μέσω αγοράς Ελληνικών ομολόγων (ποσοτική χαλάρωση). Συνθήκες έλευσης επενδύσεων από το εξωτερικό δεν υπάρχουν μέσα σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας και δυσπιστίας. Η έλλειψη ρευστότητας, οι ιδιαίτερα υψηλοί  φορολογικοι συντελεστές και πάμπολλα γενικά αντικινήτρα, ούτε την ντόπια διάθεση καθιστούν ορατή. Φοροδιαφυγή, παραοικονομία και αδιαφάνεια εξακολουθούν να πρωταγωνιστούν.

Πως η οικονομία θα μπεί σε τροχιά ανόδου;

Για Επίλογο

Δεν θέλουμε να πιστέψουμε στην ύπαρξη σκοτεινών σχεδίων γι αυτόν τον τόπο. Κάτι τέτοιο θα αδυνατούσε περισσότερο τη δύναμη της άποψης και της σκέψης προς την κατεύθυνση της «δημιουργίας» καλύτερων οικονομικά ημερών.

Θα επιθυμούσαμε να είμαστε αισιόδοξοι. Όμως σκεπτόμενοι «αμιγώς» οικονομικά δεν μπορούμε να υιοθετήσουμε  τον στρουθοκαμηλισμό αλλά και ούτε να δεχτούμε την ύπαρξη μαγικών συνταγών στο χώρο της επιστήμης μας. Αντίθετα πιστεύουμε στο πρόγραμμα, στην οργάνωση, στη βούληση, στη γνώση, και βέβαια στην ικανότητα εφαρμογής της.

Τα «μονοπάτια» που μας οδήγησαν στην οικονομική κρίση του 2009 (B’ μέρος ~ Το «θορυβώδες» σπάσιμο της φούσκας)

Οι μακροοικονομικοί δείκτες

Και έτσι ξαφνικά (!) τη 2ετία 2007-08 η «λάμψη» της προηγούμενης χρυσής 10ετίας  αρχίζει να ξεθωριάζει είτε σε μικροοικονομικό, είτε σε μακροοικονομικό επίπεδο.

Οι θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης (με υψηλό τον Μάρτιο του 2003 το 3,8 %) περνούν μια 4ετη περίοδο μέσης ανάπτυξης της τάξης του 1% (± 0,5 %) για να ξεκινήσει η καθοδική τους πορεία από το 2ο 3μηνο του 2007 και βεβαίως από το 2009 να έχουν αρνητικές τιμές.

Το χρέος σαν ποσοστό του ΑΕΠ debt/GDP από το 103,7 του 2002 βρέθηκε στο 176,9 το 2015.

Το ποσοστό ανεργίας από μια μέση τιμή του 10 % (± 2 %) της περιόδου 2001-06, από το 2007 μέσω συνεχούς αύξησης κυμάνθηκε στο 26 % το 2015!

Η  κατανάλωση (ιδιωτών) από τα ιστορικά υψηλά των 43367,50 € εκατ. Το 4ο τρίμηνο  του 2008 βρέθηκε στο επίπεδο  των 32000,3 € εκατ. το 2015.

Ο γενικός δείκτης του χρηματιστηρίου Αθηνών από τις 5.000 μον. του 2007 και μέσω σταδιακής πτώσης του, βρίσκεται από τα μέσα του 2011 σε επίπεδα κάτω των 1.000 μον, όπου εξακολουθεί να είναι μέχρι και σήμερα (10.4.17) 681,46 μον.

Ξεχνώντας τους αριθμούς..

Οι μη εξοικειωμένοι με τους μακροοικονομικούς δείκτες αντιλαμβάνονται πλήρως την «νέα» πραγματικότητα μέσω της σταδιακής συρρίκνωσης  του εισοδήματός τους. Η συρρίκνωση είναι άμεσα «ορατή» μέσω της πραγματικής μείωσης, και έμμεσα «αναγνωρίσιμη» μέσω της συνεχούς φορολόγησης. Βεβαίως, η ταυτόχρονη «δράση» των προηγούμενων δύο καθιστά το αποτέλεσμα οδυνηρό.

Την παραπάνω «πολυτέλεια» αντίληψης και συνειδητοποίησης την έχουν οι τυχεροί που εξακολουθούν να εργάζονται γιατί το 1 στα 3 άτομα που συνθέτουν το εργατικό δυναμικό της χώρας (Ελλάδα) είναι άνεργοι φτωχοποίηση του σήμερα . Και φυσικά η κάποτε νόμιμη αποζημίωση «σπανίζει» για εκείνους που σε αυτό το διάστημα έχασαν τη δουλειά τους.

Η πραγματική οικονομική κατάσταση του μέσου Έλληνα είναι ατυχώς χειρότερη διότι καλείται - έχοντας δεχτεί τις τόσο μεγάλες μειώσεις στο διαθέσιμο εισόδημά του - να αποπληρώσει τα δάνεια που είχε συνάψει στα χρόνια της «εικονικής» ευδαιμονίας! Τώρα γίνεται αντιληπτή η «ψεύτικη» υπόσταση του ΜΟΥ που συνόδευε σπίτια, αυτοκίνητα, σκάφη, κ.α. Τώρα γίνεται αντιληπτό 8 χρόνια με λιτότητα ότι δεν βιώνουμε μια «συνηθισμένη» ύφεση της οικονομίας,  αλλά κάτι πολύ χειρότερο σε ένταση αλλά και σε διάρκεια!

Κλείνοντας αυτό το Β’ μέρος της αναφοράς μας στους λόγους της κατάρρευσης της Ελληνικής οικονομίας, να σημειώσουμε ότι ο δανεισμός προς τον ιδιωτικό τομέα κορυφώθηκε στις αρχές του 2009, και  αμέσως μετά, έτσι μαγικά (!!), άρχισε η τεράστια μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος! Αυτή η χρονική συνέπεια δεν βρίσκει «επαρκή» αιτιολόγηση με τη  δικής μας οικονομική λογική…

ΥΓ. Στο Γ’ και τελευταίο μέρος  θα αναφερθούμε στην προσπάθεια ανοικοδόμησης της οικονομίας που γίνεται ή θα έπρεπε να γίνεται.

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Προσφέροντας (..) στην ύφεση το «χαρακτηριστικό» της απύθμενης!

Η ύφεση λοιπόν στην Ελληνική οικονομία παραμένει έχοντας βέβαια για παρέα την συνεχιζόμενη συρρίκνωση του εισοδήματος, την διατήρηση του πολύ υψηλού ποσοστού  ανεργίας,  την μετανάστευση περίπου 400.000 ατόμων, και το πολύ άγνωστο αύριο!  Η διαιώνιση του προηγούμενου «μείγματος» ατυχώς μας επιτρέπει, αντί του παραμένει να χρησιμοποιήσουμε το βαθαίνει!  Κάποιοι μάλιστα αναρωτιούνται γιατί η πολυπόθητη ανάκαμψη της οικονομίας ΔΕΝ εμφανίζεται! (8 Χρόνια με λιτότητα)

Δηλαδή, βάσει ποιας λογικής η οικονομία θα έπρεπε να έχει περάσει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης; Δυσκολεύομαι να αντιληφθώ – χωρίς να γίνω οπαδός της μαγείας -  το πως  μια οικονομία μπορεί να ξεπεράσει την ύφεση όταν ΔΕΝ κάνει κινήσεις προς την αντίθετη της περαιτέρω συρρίκνωσής της κατεύθυνση!

Συγκεκριμένα, ο δημόσιος τομέας με την ασκούμενη δημοσιονομική πολιτική (η νομισματική ΔΕΝ υπάρχει πλέον..) αυτοβούλως ή καθ' υπαγόρευση, αυτό το οποίο ουσιαστικά κάνει είναι μέσω μιας αδιανόητης πολιτικής είσπραξης φόρων να γεμίσει τα άδεια (λόγω αντιπαραγωγικής, ή σπάταλης επιχειρηματικής δραστηριότητας) ταμεία. Το σκέλος των εσόδων λοιπόν πάει (αριθμητικά) καλά! Όμως με ποιο τρόπο - η δημόσια λογική, διαχειρίζεται αυτό το καλά;  Αποπληρώνει το χρέος του δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα; Αυξάνονται οι κοινωνικές παροχές; Όλοι γνωρίζουμε το τι συμβαίνει. Και το μόνο που συμβαίνει είναι ότι  καλύπτονται οριακά οι πάγιες υποχρεώσεις. Βέβαια, ατυχώς το πρωτότυπο είναι ότι στις πάγιες δεν περιλαμβάνονται οι προηγούμενες υποχρεώσεις!  Μέσα σε αυτό το πλαίσιο λειτουργίας τα περιθώρια για δημόσιες επενδύσεις θα λέγαμε ότι είναι αρκετά δυσδιάκριτα!

Φοβάμαι ότι ως και οι ιδέες του σπουδαίου Οικονομολόγου John Maynard Keynes (1883 - 1946)  «ακούγονται» ανεδαφικές!

Ευτυχώς όμως υπάρχει και ο ιδιωτικός τομέας…Για να σκεφτούμε λοιπόν ποιος Έλληνας ή ξένος επιχειρηματίας  θα επενδύσει στην Ελλάδα και γιατί;

Μάλιστα! Περιβάλλον: πολιτικό, χρηματοπιστωτικό, φορολογικό (How tax incetives influence investment), εργασιακό, ασφαλιστικό, νομίσματος, μέλους της ΕΕ ή όχι, αβέβαιο έως και παντελώς άγνωστο. Και βέβαια το αβέβαιο δεν αφορά το μακρινό μέλλον (ασφαλώς πάντα είναι) αλλά κυριολεκτικά το πολύ κοντινό αύριο! Λέτε η λέξη αβεβαιότητα να αποτελεί κίνητρο για επενδύσεις..;

Εάν τα δεδομένα είναι αυτά (που φοβάμαι ότι είναι ακριβώς αυτά ή χειρότερα) και εμείς ονειρευόμαστε την εμφάνιση της ανάπτυξης μάλλον μας διακρίνει  έντονη ουτοπική φαντασία..!!

Και υπάρχουν περιπτώσεις που το πέρασμα της φαντασίωσης στην πραγματικότητα οδηγεί σε εφιάλτη!

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ υπόσταση των ΥΠΟΘΕΤΙΚΩΝ μοντέλων της Οικονομίας.

Είναι πολλές οι φορές που μαθητές ή φοιτητές (στα πρώτα 6μηνα) αμφισβητούν την πρακτική χρησιμότητα των “θεωρητικών” οικονομικών υποδειγμάτων. Αυτή η αμφισβήτηση άλλοτε εκφράζεται άμεσα – λεκτικά, ενώ σε άλλες περιπτώσεις “προδίδεται” από τη γλώσσα του σώματος.

Είναι πράγματι δύσκολο πριν εμβαθύνεις κάποιες έννοιες, δηλαδή τις εξετάσεις σε επόμενο (Πανεπιστημιακό) επίπεδο, να αντιληφθείς το εάν ή όχι λειτουργούν στην πραγματικότητα.

Ένα παράδειγμα θα μπορούσε να είναι η Καμπύλη Παραγωγικών Δυνατοτήτων η οποία - ως γνωστόν - μας προσδιορίζει τις μέγιστες παραγωγικές δυνατότητες μιας οικονομίας εάν τηρούνται οι γνωστές προϋποθέσεις λειτουργίας της. Βεβαίως εδώ “βρίσκεται” και το κλασικό ερώτημα: Υπάρχει οικονομία που παράγει μόνο δύο αγαθά; ΟΧΙ, δεν υπάρχει, αλλά…

Πριν προχωρήσουμε στην “μεταφορά” της χρησιμότητας του παραπάνω υποδείγματος της “υποθετικής” οικονομίας στην “πραγματική” θα θέλαμε να αναφερθούμε (εν συντομία) σε δύο από τα βασικά χαρακτηριστικά της σημερινής κατάστασης της Ελληνικής οικονομίας.

Θα την χαρακτηρίζαμε λοιπόν σαν μια οικονομία α) βυθισμένη στην ύφεση, με αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης της παραγωγής - εισοδήματός της (ΑΕΠ) και β) με πολύ υψηλή ανεργία,  που ασφαλώς προσπαθεί να ανακάμψει, δηλαδή να αυξήσει την παραγωγή και την απασχόληση, αλλά με τρόπο που εμείς δεν αντιλαμβανόμαστε.

Επιστρέφοντας στην καμπύλη παραγωγικών δυνατοτήτων να εστιάσουμε την προσοχή μας στα παρακάτω σημεία:

  1. Στην θέση των δύο (2) αγαθών που παράγονται μπορείτε να φανταστείτε δύο (2) ομάδες αγαθών (π.χ. κεφαλαιουχικά – καταναλωτικά) ή δύο (2) κλάδους της οικονομίας (π.χ. βιομηχανία – τουρισμός).
  2. Είναι γνωστό ότι η αύξηση της ποσότητας ενός αγαθού πραγματοποιείται (κατά κανόνα) με μεταφορά συντελεστών παραγωγής από το άλλο αγαθό.
  3. Όταν η οικονομία λειτουργεί σε ένα σημείο που βρίσκεται στον εσωτερικό χώρο της εν λόγω καμπύλης, είτε ΔΕΝ χρησιμοποιεί όλους τους διαθέσιμους συντελεστές παραγωγής, είτε ΔΕΝ τους χρησιμοποιεί ορθολογικά, ή συμβαίνουν ταυτόχρονα και τα δύο προηγούμενα, με αποτέλεσμα να μην εξαντλεί τις παραγωγικές της δυνατότητες. Το ότι δεν τις εξαντλεί δεν σημαίνει ότι δεν τις  έχει!
  4. Η μετατόπιση της καμπύλης προς τα δεξιά, σημαίνει αύξηση των παραγωγικών δυνατοτήτων (οικονομική ανάπτυξη) το οποίο είναι και ένα από τα ζητούμενα όλων των οικονομιών.

Μεταφερόμενοι τώρα στην “πραγματική” εικόνα της Ελληνικής οικονομίας φανταστείτε το τι θα συνέβαινε ΑΝ γινόταν ανακατανομή, μεταφορά δηλαδή πόρων (συντελεστών παραγωγής) από ένα κλάδο παραγωγής που λόγω ειδικών αλλά και γενικότερων οικονομικών συνθηκών βρίσκεται σε ύφεση – αδράνεια (π.χ. βιομηχανία ή κατασκευές) σε άλλο κλάδο που έχει, αλλά και ειδικά στη χώρα μας, ΠΡΕΠΕΙ να έχει δυναμική (π.χ. τουρισμός – εξαγωγές). Σε αυτήν την περίπτωση θα πετυχαίναμε το “ορθολογικό” της χρήσης των παραγωγικών συντελεστών για τη συγκεκριμένη  οικονομία.

Η παραπάνω κίνηση – μεταξύ άλλων - θα μπορούσε να σημαίνει και μερική αξιοποίηση των “εν δυνάμει” παραγωγικών συντελεστών, με αποτέλεσμα η οικονομία να  “πλησιάζει” τις μέγιστες παραγωγικές της δυνατότητες. Ασφαλώς με αυτό τον τρόπο δεν θα εξασφαλίζαμε την “πλήρη” απασχόληση των παραγωγικών συντελεστών (εξάλλου αυτό είναι επικίνδυνο για την οικονομία) αλλά θα μειώναμε την ανεργία.

Τέλος, είναι γνωστό ότι η ανάπτυξη ενός κλάδου δευτερογενώς αφορά και άλλους τομείς που λειτουργούν “περιφερειακά” του πρώτου και επηρεάζονται θετικά από αυτόν. Για παράδειγμα, η ανάπτυξη του τουρισμού, συμπαρασύρει και εκείνες τις υπηρεσίες – τομείς που απαραίτητα συνοδεύουν την άφιξη των τουριστών (εστίαση,  εμπορικά καταστήματα, κ.α.).

Ελπίζουμε με αυτή τη σύντομη αναφορά στην Καμπύλη Παραγωγικών Δυνατοτήτων μιας ΥΠΟΘΕΤΙΚΗΣ οικονομίας να είναι περισσότερο αντιληπτό ότι η λέξη ΥΠΟΘΕΤΙΚΗ δεν απέχει πάντα  από τη λέξη ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ.

Τα αίτια της κρίσης και η βιωσιμότητα της Ελληνικής Οικονομίας

Ο Adam Smith στο περίφημο βιβλίο του  Ο πλούτος των Εθνών (1776)  διακήρυττε στην τότε κοινωνία ότι το άτομο επιδιώκοντας το προσωπικό του συμφέρον οδηγείται από κάποιο “αόρατο χέρι” στην προώθηση του γενικού καλού.

Χωρίς καμία διάθεση κριτικής του τεράστιου για την εποχή έργου του θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι “σιωπηλά” αναφερόταν σε συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού, δηλαδή σε εκείνη τη μορφή αγοράς που κανείς δεν διαθέτει τόση “δύναμη” ώστε να μπορεί να επηρεάσει τις τιμές των αγαθών - υπηρεσιών. Ακόμα πιο απλά, καμιά επιχείρηση δεν έχει τη δυνατότητα να πουλήσει το προϊόν της ούτε 10 cents περισσότερο από την τιμή που έχει διαμορφωθεί στην αγορά.

Βεβαίως γνωρίζουμε ότι ο πλήρης ανταγωνισμός είναι μια ιδεατή μορφή αγοράς με ελάχιστη έως μηδενική παρουσία στον πραγματικό κόσμο. Αντιθέτως, στην πραγματική οικονομία υπάρχουν μορφές αγοράς (ολιγοπώλια, καρτέλ, μονοπώλια) που στην προσπάθεια των επιχειρήσεων μεγιστοποίησης του κέρδους ασφαλώς και μπορούν να διαμορφώνουν, συμφωνούν, ή και να επιβάλλουν στην αγορά την τιμή που θέλουν!

Η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας καταργώντας πολλούς περιορισμούς στην διακίνηση κεφαλαίων, προϊόντων, τεχνολογίας, πληροφορίας αλλά και marketing..έδωσε την δυνατότητα – μεταξύ πολλών άλλων, σε όποιον είχε στην κατοχή του μεγάλη ποσότητα προϊόντος ή χρήματος να μπορεί να επηρεάσει την τιμή του, όχι μόνο σε τοπικό, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο!

Μετά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο, οπότε και γεννήθηκε ή σχεδιάστηκε η  ιδέα της παγκοσμιοποίησης, το διεθνές εμπόριο αναπτύσσεται θεαματικά με συμπληρωματικό της ανάπτυξης στοιχείο την “επιβολή” των διεθνών καταναλωτικών προτύπων. Σταδιακά “μαθαίνουμε” τον όρο υπερκατανάλωση του οποίου όρου μια από τις μεταφράσεις είναι ξοδεύoυμε περισσότερα από όσα παράγουμε (εισόδημά μας). Και πως γίνεται αυτό; Εύκολα! Αρχίζουμε την  “αφαίμαξη” στις αποταμιεύσεις μας. Ωραία! Και όταν τις “τελειώσουμε”; Ακόμα πιο εύκολα! Βρίσκουμε κάποιον (από αυτούς που λέγαμε προηγουμένως) με μεγάλη ποσότητα  αγαθού - στην προκείμενη περίπτωση χρήματος στα χέρια του και δανειζόμαστε!

Το αν σκεφτήκαμε μια “λεπτομέρεια”, δηλαδή την δυνατότητά ή όχι, του μελλοντικού (άγνωστου) εισοδήματός μας για εξόφληση του δανείου είναι θέμα που αναλύσαμε σε προηγούμενη δημοσίευση.

Προβάλλοντας το παραπάνω μικροοικονομικό σενάριο σε μακροοικονομικό επίπεδο ΔΕΝ θα παρατηρήσουμε σημαντικές διαφορές στην συμπεριφορά των κρατών σε σχέση με τα δάνεια (debt) που συνάπτουν.

Ένας από του μακροοικονομικούς δείκτες που χρησιμοποιούνται για να υπολογιστεί η ικανότητα της χώρας να αποπληρώσει το χρέος της και κατά συνέπεια προσδιορίζει και το κόστος δανεισμού της (επιτόκιο) είναι η σχέση χρέους προς ΑΕΠ (debpt/GDP).

Ο όρος χρέος (debt) περιλαμβάνει - μεταξύ άλλων, τα δάνεια που έχει συνάψει η χώρα και οφείλει να αποπληρώσει, αλλά και τα κρατικά ομόλογα που έχει εκδώσει τα οποία αγοράστηκαν από τρίτους (χώρες, διεθνή Funds ή και ιδιώτες) και τα οποία ασφαλώς αποτελούν “μορφή” δανεισμού. Αγοράζοντας κάποιος κρατικό ομόλογο στην πραγματικότητα δανείζει το κράτος που το έχει εκδώσει.

Ο όρος ΑΕΠ - ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (GDP)  περιλαμβάνει την συνολική αξία της παραγωγής τελικών αγαθών και υπηρεσιών μιας χώρας, το μέγεθος της οποίας με  βάση την 3πλη ισότητας της μακροοικονομίας, αντιστοιχεί αφενός στο ύψος των εισοδημάτων που παρήχθησαν και αφετέρου στην συνολική δαπάνη.

Καταλαβαίνουμε ότι η κάθε χώρα θα ήθελε η σχέση debt / GDP να είναι όσο το δυνατόν χαμηλότερη.

Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι στην Ελλάδα η σχέση αυτή ήταν 22,6 (1980) , 60 (1990), 94 (2000)  και ύψος ρεκόρ 170 (2012)!

 

Πηγή: http://www.tradingeconomics.com

 

Αναζητώντας τα αίτια της τόσο βαθειάς ύφεσης στην Ελλάδα  η σκέψη μας – μεταξύ πολλών άλλων δομικών προβλημάτων της Ελληνικής οικονομίας (σε κάποια από αυτά αναφερθήκαμε σε προηγούμενο άρθρο “ Η Ελλάδα των χαμένων ευκαιριών”)  οδεύει και στην προαναφερθείσα σχέση dept / GDP.

Είναι προφανές ότι διαχρονικά η σχέση αυτή επιδεινώθηκε θεαματικά!

Με αυτά τα δεδομένα μας φαντάζει πολύ δύσκολο (έως αδύνατον) μια οικονομία να ονομαστεί “βιώσιμη”, δηλαδή να αποκτήσει τη δυνατότητα αποπληρωμής των χρεών της τα οποία συνεχώς διογκώνονται, ενώ  η παραγωγή της (το εισόδημά της) συνεχώς συρρικνώνεται.

Κλείνοντας τις παραπάνω σκέψεις θεωρούμε προφανές ότι αν η Ελλάδα ΔΕΝ αποφασίσει επιτέλους: να αλλάξει δομικά, να ορίσει τους στόχους της προγραμματίζοντας και την κατάλληλη πορεία για την επίτευξή τους, να εκμεταλλευτεί τα σημεία που είναι δυνατή - ανταγωνιστική, να μειώσει την απίστευτη φοροδιαφυγή και παραοικονομία της, να δημιουργήσει κίνητρα για υγιείς επενδύσεις, ΟΥΔΕΠΟΤΕ θα μπορέσει να ονομαστεί “βιώσιμη” οικονομία.

Και βέβαια στην περίπτωση των τόσων πολλών ΔΕΝ (..)  η συνέχεια είναι μια λέξη που ακούει στο όνομα πτώχευση ή στην καλύτερη περίπτωση εξαθλίωση.

Ασφαλώς ευχόμαστε να κάνουμε λάθος..