Το χρηματιστηριακό κραχ στην Αμερική του 1929. Η μαύρη Πέμπτη (24 Οκτωβρίου)

Αμερική 1929. Ξημέρωνε η Πέμπτη 24 Οκτωβρίου που μαζί με τις επόμενες τρεις ημέρες ο κόσμος θα τις χαρακτήριζε αργότερα σαν τις πλέον καταστροφικές για την Αμερικανική χρηματιστηριακή ιστορία (κραχ 1929) με τραγικές οικονομικές -  κοινωνικές επιπτώσεις για μεγάλος μέρος του πληθυσμού της χώρας.  Ήταν οι «μαύρες» μέρες του χρηματιστηρίου των Η.Π.Α που αργότερα και μαζί με άλλους λόγους οδήγησαν στην μεγάλη παγκόσμια ύφεση της επόμενης 10ετίας.

Οι λόγοι που οδήγησαν στο χρηματιστηριακό κραχ

Η Αμερικανική οικονομία έχοντας απέναντι της μια οικονομικά διαλυμένη από τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο Ευρώπη γνώριζε την προηγούμενη περίοδο μεγάλους ρυθμούς ανάπτυξης λόγω των τεχνολογικών ανακαλύψεων της τότε εποχής που έδωσαν ώθηση κύρια στη βιομηχανική ανάπτυξη και όχι μόνο. Αποτέλεσμα  ήταν η δημιουργία υπερπαραγωγής βασισμένης όμως στην έντονη κρατική πολιτική δανειοδοτήσεων.

Μια από τις συνέπειες της συγκεκριμένης φάσης της οικονομίας ήταν η μεγάλη αύξηση των τιμών των πρώτων υλών, των αγαθών και βέβαια των μετοχών.

Βρισκόμαστε δηλαδή σε ένα περιβάλλον μιας υπερδανεισμένης οικονομίας όπου η ζήτηση (πλέον) υπολείπεται της (υπέρ) παραγωγής - προσφοράς. Όμως τα δάνεια «απαιτούν» πάντα την εξόφλησή τους και η διαφαινόμενη λύση ήταν η πώληση των μετοχών μεγάλο μέρος των οποίων είχε αγοραστεί μέσω δανειοδότησης.

Συγχρόνως είναι το κατάλληλο timing για «κάποιους» σημαντικούς επενδυτές για μεγάλες πωλήσεις μετοχών (των οποίων οι τιμές έχουν δυσθεώρητα αυξηθεί) ώστε να καταγράψουν (πραγματικά) κέρδη.

Όσοι ήταν μπροστά από μια οθόνη και παρακολουθούσαν την παγκόσμια χρηματιστηριακή αγορά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 με την τρομοκρατική επίθεση στους δίδυμους πύργους της Νέας Υόρκης γνωρίζουν ότι η λέξη «πανικός» στα χρηματιστήρια σημαίνει ομαδικές πωλήσεις και τις περισσότερες φορές χωρίς όριο τιμής στις μετοχές. Και οι συνθήκες «τέλειου» πανικού (για τους λόγους που προηγούμενα αναφέραμε) εμφανίστηκαν την 24 Οκτωβρίου 1929 στις Η.Π.Α με ανατροφοδότηση του πανικού στις επόμενες τρεις ημέρες.

 « More than $25 billion in individual wealth was lost» σύμφωνα με το https://www.bbc.co.uk/programmes/b00h9xh8

Η οικονομία είχε για μια ακόμα φορά «θυμίσει» ότι για αμιγώς ενδογενείς ή για (τύποις) εξωγενείς παράγοντες  μετά την υπερθέρμανση της - αυτό που λέγεται  peak της αγοράς - «τιμωρεί» αυτούς που πιστεύουν στο εντελώς ανεδαφικό και επικίνδυνο «The sky is the limit”.

Οι συνέπειες του χρηματιστηριακού κραχ

Τα επόμενα χρόνια η Αμερική έζησε μια από τις βαθύτερες υφέσεις στην παγκόσμια ιστορία που βέβαια μεταφέρθηκε και εκτός της χώρας και οδήγησε στη μεγάλη ύφεση του 1929-1939.

Το 1933 περίπου 15 εκατομμύρια δηλαδή το 30% του εργατικού δυναμικού ήταν άνεργοι, ενώ το περίπου 50% των Αμερικανικών τραπεζών είχαν χρεοκοπήσει. (Πηγή: https://www.history.com/topics/great-depression/1929-stock-market-crash

Ενώ οι μισθοί μειώθηκαν κατά 42% με την οικονομική ανάπτυξη να υποχωρεί κατά 50%. (Πηγή: https://www.thebalance.com/stock-market-crash-of-1929-causes-effects-and-facts-3305891)

 

Τα επόμενα χρόνια

Χρειάστηκαν πολλά χρόνια (και κατά πολλούς) ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος για να πάρει μπρος η Αμερικανική οικονομία κύρια λόγω της ανάπτυξης της «πολεμικής» βιομηχανίας.

Αναφορικά με την οικονομική πολιτική που εφαρμόστηκε και αρκετά χρόνια μετά έφτασε η στιγμή που το «αόρατο χέρι» της ελεύθερης αγοράς του Adam Smith (1723-1790) παραχώρησε τη θέση του στις απόψεις του John Maynard Keynes (1883 – 1945) ο οποίος υποστήριζε ότι για να λυθεί το πρόβλημα της ανεργίας που αντιμετώπιζε ο δυτικός κόσμος μετά το κραχ της Νέας Υόρκης (1929), θα έπρεπε  να παρέμβει το κράτος και χρηματοδοτώντας την οικονομία και τις επιχειρήσεις να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας.

Risk Management - Part D

Manolis Anastopoulos @ University of Leicester - Risk Management

3. Capital Asset Pricing Model

William Sharpe in 1964, and others, took the previous work further, by formalizing the Capital Asset Pricing Model (CAPM), which showed how the market must price individual securities in relation to the market portfolio. More specifically, their model – the CAPM – as stated in (Friedman 1987), ‘describes the relationship between the expected risk and expected return’. This model – the CAPM, can be used both as apricing model that predicts an asset’s required rate of return, and as a technique in the cost of equity analysis[1], as well.

The formula that generally describes the aforementioned relationship-the CAPM, is the following:

Rk = Rf + (Rm – Rf ) x beta

Rk = The required (expected) rate of return

Rf = The rate of a risk-free investment, i.e. cash

Rm = The market return

Beta =The price of the beta coefficient

 Example

Assuming we have a stock with a beta of 0.8, we would expect a rate of return (Rk) of 12.6% if the rate of the risk-free investment (Rf) is 7% and the market return (Rm) is 14%. It is worth noticing that because the stock’s beta is 0.8 (less than zero) the stock’s expected rate of return (Rk) is 12.6%, which is less compared to the market’s return (Rm = 14%). Conversely, if the beta is greater than 1, say 1.4, which determines a more risky stock than the market (beta =1), then the Rk would be 16.8%, which is higher compared to the market’s return (Rm = 14%).

The above mentioned higher rate compared to the market rate, is what such an investor actually requires because of the extra risk that he undertakes when choosing a stock with a beta greater than 1.

3.1 Beta Coefficient

The beta coefficient, as stated in their book (Gitman & Madura 2001), ‘Is a relative measure of non-diversifiable risk’. The beta is the covariance of a stock’s return in relation to the whole stock market’s return and it is measured by the R-square. As it is known, the R-square measures the degree of response between the independent and dependant variable, e.g. between the whole market return and a company’s share return.

When we consider ‘the whole stock market’s return’, we can refer, for example, to the General Index of the Athens Stock Exchange (with a beta coefficient of 1), which is a good indicator of the whole stock market’s behavior.

Stocks with beta higher than 1, are more volatile than the market and, consequently, are more risky. Conversely, stocks with beta lower than 1, are less volatile than the market and less risky, as well.

As a result, it can be argued that high-beta shares, due to their potential of higher-than-market returns, usually ‘attract’ investors willing to risk. Unfortunately, the expected higher-than-market return would be worked against the investor, i.e. a- less- than market return, should the stock market decline.

In conclusion, beta can be used to predict the volatility of a stock’s price related to the market risk, i.e. the systematic or the non-diversifiable risk. However, we should not forget that in order to find the beta coefficient, we have actually relied on past comparisons between company’s share return and the market return, which does not necessarily  predict accurately the future behavior of the company’s share.

4. Usefulness and Limitations of the Portfolio Theory and CAPM

Undeniably, the Portfolio Theory that later evolved into Modern Portfolio Theory introduced significant tenets of modern finance. The concepts below mentioned are still regarded as dominant tools for the current portfolio managers.

  1. The concept of diversification clarified to potential investors that by increasing the number of stocks or assets in their portfolios, they are actually reducing the non-systematic risk that is associated with each individual asset or, in other words, they are reducing their uncertainty. As a result, the overall risk of their portfolio can approach more closely the systematic risk, i.e. the market’s risk.
  2. Diversification is attainable, not only by increasing the number of shares, but also by including different assets in portfolios. In such a case, the result would be the same, i.e. to change in the investor’s favor the relationship between return to risk.
  3. Another important rule that followed the introduction of diversification was the concept of correlation, which enables prospective fluctuations of individual securities to cancel each other to a satisfactory extent.
  4. The Portfolio Theory by using statistical tools - standard deviation or coefficient of variation – managed to measure the volatility. Thus, both the risk-averse investors and those willing to risk were able to trace, through quantitative data, those portfolios that matched their desire for the undertaken risk in respect to the expected return.
  5. As a result, the efficient portfolio that succeeds the highest average rate of return for a given level of risk or, in other words, portfolio that ‘optimally’ balance risk and return, had been born. Thus, investors, for any given value of volatility (risk) can choose an optimal portfolio that gives them the greatest possible rate of return.
  6. Finally, through the analysis of the efficient frontier and the capital market line, the ‘target’ of all investors was determined as the point where the capital line touches the ‘original’ efficient frontier, which represents an identical portfolio - the market portfolio.

Undoubtedly, Markowitz was the first who actually quantified the risk. William Sharpe, Lintner, Mossin, and Famma in 1964 took the Markowit’z work further, by formalizing the Capital Asset Pricing Model (CAPM), which showed the relationship between individual securities in relation to the market portfolio.

More specifically, the CAPM contributes to the following:

  1. The introduction of the CAPM separated the non-systematic risk- the risk incorporated in each individual security, and the systematic risk, or market risk- the risk that affects all equities.
  2. According to CAPM, all investors should hold the market portfolio, leveraged or deleveraged with positions in the risk-free assets.
  3. The formula that describes the CAPM introduced the beta coefficient which actually is the covariance of a stock’s return in relation to the whole stock market’s return.
  4. Since it had already been proved that a number of about 20 shares were sufficient to significantly reduce the risk that was possible to eliminate, i.e. the non-systematic risk, leaving only the systematic risk to affect the diversified portfolio.
  5. Finally, the CAPM offers to investors a ‘quantified’ relationship between risk and return and thus enables them to ‘require’ an expected rate of return for any given level of risk, also offering companies a useful ‘tool in the cost of equity analysis.

Despite the usefulness of the aforementioned concepts, there have been many necessary assumptions in order to conclude to the aforesaid results.

More specifically, we can refer to the following assumptions:

  1. The theory in question, as well the associated models, are based on the hypothesis of an efficient market, which, among others, prerequisite:
    • The existence of many small investors, that is to say, ‘price takers’.
    • All investors have the same level of economic knowledge. They also all have free access to all information, which is not the case.
    • There is no restriction on investments, no taxes, and no transaction cost, which certainly does not respond to the real business environment.
    • All investors make their decisions under the principle of the ‘rational’ behavior or, in other words, they are all behaving as risk-averse investors who prefer higher return and lower risk. However, this is contentious. To give an example, we can refer to those people who like to bet, which indisputably does not characterize a risk-averse investor.
  2. Investors have the same investment horizon, which is far from certain. For example, we can refer to investors who are ‘expecting’, say a 15% return from a share, while others would be satisfied having such a return after 2 or 3 years time.
  3. Investors’ target is to maximize the utility of wealth. This is not unrealistic as it is known from the economic theory – consumer behavior.
  4. All the investors use the same ‘tools’ in order firstly, to measure the volatility (risk), i.e. the standard deviation of return, and secondly, to measure the return. However, this is implausible because investors are likely to have different ‘opinion’ about the future rates of the ‘tools’ in question.
  5. The likelihood that all investors can lend and borrow any desired amount of funds at the risk-free interest rate. Certainly, this is not case. For example, a huge multinational company can, undoubtedly, much more easily, negotiate the terms of a loan, e.g. the interest rate, than a small domestic one.
  1. In practice, investors take into consideration the historically determined betas, which does not necessary reflect their future value. Therefore, it would be better to consider the required return, which is specified by the model, as a rough estimation of the actual one.

[1] The CAPM return is a good indicator regarding the company’s cost of equity capital (having first deducted the relevant taxes).

 

Risk Management – Part C

Manolis Anastopoulos @ University of Leicester - Risk Management

2.3 Risk (volatility) of a portfolio and the efficient frontier

The previous analysis concluded that the higher volatility increases the risk. We have also accepted in our analysis the regime of the risk–adverse investors, which mean the desire of minimizing the volatility in portfolios. Certainly, such a decision includes an effect in the opposite direction; if we limit the volatility (risk) we are at the same time limiting the prospective rate of return.

Consequently, in order to limit the volatility, it would be to our benefit to include in our portfolio securities with negative or low correlation, i.e. different risk’s securities in a way that prospective fluctuations of individual securities would cancel each other to a satisfactory extent. For instance, an increase in a specific raw material might be good for a producing company but not for a company that uses the specific raw material. Thus, it would be to our benefit to include both companies’ shares into our portfolio.

Therefore, it can be argued that through diversification, i.e. a combination of a satisfactory number of different assets or shares, we can attain a portfolio of a high average rate of return with less fluctuation. As stated in an recent article (JWH Journal 2005), ‘ As the number of stocks in the portfolio increases, there will be a reduction in the idiosyncratic risk or unique risk associated with the individual stocks, and the overall risk of the portfolio should more closely match the systematic risk of the market.’

Such a diversified portfolio that succeeds the highest average rate of return for a given level of risk, or, in other words, the portfolio that manages risk and return is called efficient portfolio.

Finally, we conclude that there are ‘efficient’ portfolios that ‘optimally’ balance risk and return. These optimal portfolios, according to the Modern Portfolio Theory (MPT), are lying across an upward-sloping curve called the efficient frontier of portfolios (fig. 2.3).

 

The efficient frontier -Manolis Anastopoulos

 

The above chart makes clear that for any given value of volatility (risk), investors can choose an ‘optimal’ portfolio that gives them the greatest possible rate of return.

Certainly, the portfolio, in order to give the maximum return for the amount of risk investors wish to bear, should lie on the efficient frontier, rather than lower in the interior of the curve. In addition, it is also worth mentioning, that as an investor moves higher up the curve, he undertakes proportionately more risk for a lower return, and, on the other hand, as he moves lower down the curve, he prefers a combination of low risk and low return.

 

2.3.1 Indifference curves and risk

Given that, as earlier stated, the majority of investors are risk–averse, it is anticipated that their indifference curves (x1, x2, z1, z2) will slope upwards from left to right (fig. 2.3). The curve’s slope indicates the fact that risk–averse investors are requesting proportionally more expected return than the risk level they are to undertake. On the contrary, the curve will slope downwards, when we consider risk–taking investors.

We conclude that - as Markowitz stated, investors ask for different portfolios of assets based on how risk-averse they are. For example, as illustrated in (fig. 2.3), an investor with an indifference curve of x1 (who is less risk-averse than the other with indifference curve of Z1) choose the point a that represents a portfolio with a less volatility (risk) and less expected return, as well.

 

2.3.2 Portfolios with equities and cash

When investing in risk-free assets, i.e. cash, we have a ‘pure’ return Rf, say 5%, with an σk (standard deviation) which equal to zero - point A in (fig.2.3.2). Certainly, we have the option, instead of investing in cash, to invest in ‘risky’ assets, i.e. securities or bonds, with a higher expected return and a higher σk, as well – point B in (fig. 2.3.2).

Certainly, investors should choose any point between A and B or right of B close to C, which means a combination of risk-free assets and a share mix.

Undoubtedly, as we move to the right, we increase the expected return of our portfolio and the standard deviation as well. As a result, an investor might think of borrowing an (X) amount at the risk-free rate of say 4% in order to buy a share mix of the same amount (X) that theoretically will offer him a higher expected return, say 12%. In such a case he would benefit from the difference of 8% (12% - 4%).

Finally, as illustrated in (fig.2.3.2), the straight line ABC, - which is called the Capital market line, can be regarded as the ‘new’ efficient frontier. As stated in his book (King 1999), ‘The capital market line shows the highest possible expected return for each possible degree of risk, once lending or borrowing at the risk-free rate is permitted.’

Portfolios with equities and cash - Manolis Anastopoulos

 

The point B, where the line that starts from the Rf touches the ‘original’ efficient line, represents the market portfolio, which is the ‘target’ of all investors, or, in other words, – as stated in his book (King 1999:84), ‘All investors want an identical portfolio of risky assets which, on its own, would take them to B.’

However, such a market portfolio - which is a risky portfolio – that succeeded through diversification to eliminate all the risk factor that was possible to eliminate, should (among others) contain all companies’ shares quoted on the stock exchange, which is undoubtedly unattainable. The aforementioned unattainable concept of including all shares can be overcome by selecting a maximum of 20 shares, this number of which has been proved to reduce significantly the risk that was possible to eliminate.

As stated in their book (Lumby & Jones 2002), ‘ Several studies have shown that constructing a randomly selected portfolio of shares consisting of only between fifteen and twenty different securities results in the elimination of around 90% of the maximum amount of risk which it would be possible to eliminate through diversification.’

This theory that actually expanded the Markowitz work, since it ‘offered’ the option to investors of including risk-free assets in their portfolios, was introduced by James Tobin in 1958. The theory called separation theorem.

 

 

Risk Management – Part B

Manolis Anastopoulos @ University of Leicester - Risk Management

2.1 Return and risk

2.1.1 Return

Undoubtedly, the value of a claim is determined from its return (cash flow) over the holding period. Certainly, the level of the risk that is associated with the expected return is negatively related to the value of the claim. For example, a cash flow prepared for a vessel of 25 years of age has incorporated a great risk or uncertainty (expected earnings are very sensitive to a possible downturn of freights because of the vessel’s age), which results in lowering the value in question.

Finally, what investors actually consider is the present value (PV), which according to the basic valuation model, states that the value of any asset is ‘the present value of all future returns (cash flows) it is expected to provide over the relevant time period.’

More specifically, we can calculate the PV of a dated fixed-interest security (PDFIS), using, as stated in his book (King 1999), the following equation:

C: Annual coupon payment

n: A maturity value

M: Years to maturity

r1, r2 and r n: The annual rates of return required on loans of one, two and N years to the security issuer.

In many cases, investors anticipate not only to earn income but to make capital gain, as well. In such a case they consider the holding – period return, i.e. when possible price rise is incorporated in the expected return, as the following formula:

 

                        RH = [D + (P1 – P0)] / P0                                                                                                  (2.1.b)

 

D: Dividend or coupon payment over the period

P1: The price at the end of the period

P0: The current price.

Although theoretically the above equation is of good use, in practice there are two disadvantages. First, we are not quite sure about the accuracy of the P1, and secondly, D can not always be regarded a ‘guaranteed’ and ‘safe’ income payment. As a result, what we are actually doing is to forecast the P1 (the price at the end of the period), and the RH, as well. Consequently, we undertake risk whenever we are trying to forecast the expected return.

 

2.1.2 Risk

As stated earlier, risk is the possibility of having a final (actual) return that differs from the return that was expected (our initial estimation). In other words, it is the uncertainty that is related to the variability of returns.

There are risk free investments, e.g. a government bond that guarantees its holder the X amount after Z days. On the contrary, due to the variability of their returns, there are very risky investments, e.g. a holder of a company’s stocks.

 

2.2 Risk Measurement

In order to decide under uncertain conditions, e.g. investing in the stock market, it is helpful to measure the risk that is embodied in our decision. In addition to its range[1] and to probability[2], we have to apply statistical analysis for quantitative measurements of the risk, or, in other words, of the likely variability of its returns. More specifically, we can utilize the standard deviation[3]an indicator (equation 2.2.a) that measures the dispersion around the expected value[4] (equation 2.2.b), and the coefficient of variationan indicator that measures the relative dispersion or relative risk, useful in comparing the risk with different (2.2.c) expected values.

kj : return for the  jth outcome

Prj : Probability of occurrence of the jth outcome

n: number of outcomes considered

 

Finally, it will be to the benefit of the prospective investor to choose the lowest risk asset, comparing the coefficient of variation rather than the standard deviation. This is due to the fact that the coefficient of variation also considers the standard deviation (σk) and the expected value (k), as well. For example, the asset A, with CV = 0.75, σk = 4.5% and k = 6% although has a lower σk has a higher CV compared to asset B, with CV = 0.5, σk = 5% and k = 10%, which, due to its lower CV (0.5 vs 0.75), should be preferred.

 

 

 

[1] The range is calculated by subtracting the pessimistic outcome from the optimistic outcome.

[2] The probability is the change or likelihood that a given outcome will happen.

[3] Rule of thump: A higher standard deviation means a higher risk and a higher possible return.

[4] The expected value is the most likely return on a given asset.

 

Risk Management – Part A

Manolis Anastopoulos @ University of Leicester - Risk Management

Introduction

It is a historically known fact that people instead of keeping their cash with a zero return, decided to lend their surplus funds from the moment that the borrowers were willing to offer them a return.

On the other hand, as we know from economics, in order to acquire something we have to pay the price of having less of something else. As stated in their book, (Parking & King 1992), ‘More corn can be grown only by paying the price of having less cloth’.

In other words, it is a prerequisite for the surplus units to loose certainty, i.e. to accept risk, in order to gain return. This is the meaning of ‘risk’, the probability of ‘losing money’.

However, it can be generally argued that the majority of investors like to avoid risk whenever possible; they are risk–averse. As stated in their book, (Gitman & Madura 2001), ‘Given two choices with similar expected returns, they (the investors) prefer the less risky one.’  Consequently, investors are willing to accept increased risk only if they will be compensated with an increased rate of return. In other words, there is always a positive link between any claim’s uncertainty (risk) attached to its future performance and the required rate of return.

 

Portfolio Theory - Modern Portfolio Theory (MPT)

Investors, before the 1950s - based on the aforementioned ‘rules’ - used to focus on assessing the risk of individual securities in order to construct their portfolios[1]. For example, if an investor considers that the bank’s XX stocks were offering a satisfactory risk – reward characteristics, then he might construct his portfolio entirely of the stocks in question.

Later, in 1952, Harry Markowitz with his paper ‘Portfolio Selection’[2] introduced what is known as Modern Portfolio Theory.  Based on the concept of ‘diversification’ of the risk and ‘correlation’ of securities, he proposed that investors should select portfolios taking into consideration the portfolio’s overall risk – reward characteristics. More specifically, he argued that instead of tracing the risk’s level of individual securities, investors should measure their portfolios’ overall risk.

 

[1] Portfolios are usually constructed by different assets, such as: stocks, mutual funds, bonds and cash.

[2] Markowitz’s paper ‘Portfolio Selection’ published in 1952 by ‘The Journal of Finance.’

Μακροοικονομία – Τα πρώτα ακούσματα

Λόγω (της απαραίτητης) προσθήκης στην ύλη της Οικονομίας (ΑΟΘ) κεφαλαίων της Μακροοικονομίας θεωρούμε  χρήσιμη για τους μαθητές μια εισαγωγική ανάλυση και ερμηνεία κάποιων εννοιών που θα συναντήσουν.

Ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (Α.Ε.Π)

Ασφαλώς αρκετοί έχουν ακούσει το όρο Α.Ε.Π που δείχνει την αξία της παραγωγής των τελικών αγαθών και υπηρεσιών που παρήχθησαν εντός μιας χώρας μέσα σε ένα έτος. Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι για την Ελλάδα το Α.Ε.Π του 2018 ήταν περί τα 218 δις. Δολ. ΗΠΑ.

Το Α.Ε.Π σαν μέγεθος δείχνει την ανάπτυξη της οικονομίας παρά το ότι αυτό δεν είναι πάντα αντιπροσωπευτικό. Πρώτον θα πρέπει να αποπληθωριστεί (να υπολογιστεί σε σταθερές τιμές) ώστε να είναι συγκρίσιμο με προηγούμενα έτη, και δεύτερον ακόμα και το σε σταθερές τιμές Α.Ε.Π (Πραγματικό) έχει σαν δείκτης σοβαρές ατέλειες.

Για την παραγωγή των αγαθών (όπως είναι ήδη γνωστό) συμμετέχουν οι παραγωγικοί συντελεστές οι όποιοι ασφαλώς «ζητούν» αμοιβή για αυτή τους την συμμετοχή. Το σύνολο αυτών των αμοιβών (μισθοί, ενοίκια, κέρδη, κ.α.) συνθέτουν το συνολικό εισόδημα που δημιουργήθηκε στην οικονομία του κράτους μέσα στην υπό εξέταση χρονιά. Αυτή είναι η μορφή (όψη) του Α.Ε.Π σαν εισόδημα

Το εισόδημα που προέκυψε κατευθύνθηκε με τη μορφή της δαπάνης στην αγορά των παραχθέντων αγαθών και υπηρεσιών. Εδώ έχουμε τη μορφή (όψη) του Α.Ε.Π σαν δαπάνη.

Βεβαίως και στις δύο περιπτώσεις αναφερόμαστε σε συνολικά μεγέθη που πηγάζουν τόσο από τον ιδιωτικό όσο και τον δημόσιο τομέα.

Οικονομικοί κύκλοι

Στην οικονομία (και γενικότερα στη ζωή) εναλλάσσονται οι καλές με τις άσχημες μέρες. Αυτές οι αλλαγές συνθέτουν τους οικονομικούς κύκλους.

Υπάρχουν περίοδοι με έντονη παραγωγική δραστηριότητα κάτι που έχει σαν αποτέλεσμα την αύξηση των εισοδημάτων και επομένως της κατανάλωσης οι οποίες περίοδοι θα δώσουν αργότερα τη θέση τους στη λεγόμενη ύφεση δηλαδή σε περιόδους μείωσης της παραγωγής και των εισοδημάτων αλλά και αύξησης της ανεργίας.

Η τάση λοιπόν μιας οικονομίας μπορεί διαχρονικά να είναι ανοδική αυτό όμως δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η κάθε επόμενη μέρα θα είναι καλύτερη από την προηγούμενη. Η ανάπτυξη γίνεται μέσα από την ύπαρξη οικονομικών κύκλων.

Δημόσια Οικονομικά

Το κράτος (δημόσιο) μέσω της δημοσιονομικής πολιτικής που ασκεί προσπαθεί τα έσοδά του που προέρχονται κυρίως από την παραγωγική του δραστηριότητα και την είσπραξη των φόρων να καλύπτουν τα έξοδα που κυρίως αφορούν τα έξοδα λειτουργίας των δημόσιων επιχειρήσεων, τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων και τις νέες επενδύσεις. Στην περίπτωση που τα δεύτερα είναι μεγαλύτερα των πρώτων η σύναψη δανείου είναι απαραίτητη.

Βεβαίως ο δανεισμός «λύνει» το πρόβλημα στο σήμερα αλλά δημιουργεί σημαντικές υποχρεώσεις στο αύριο που θα μπορέσουν να αντιμετωπισθούν μόνο μέσα από την οικονομική ανάπτυξη, δηλαδή την παραγωγή μεγαλύτερου εισοδήματος ικανού να αποπληρώσει το κεφάλαιο και τους τόκους των δανείων.

Τέλος στον  κρατικό προϋπολογισμό περιλαμβάνονται οι προβλέψεις δαπανών και εσόδων κατά την διάρκεια του έτους αναφοράς.

 

 

Παγκοσμιοποίηση και Οικονομικός πόλεμος.

Και να λοιπόν που αν και ζούμε (εδώ και χρόνια) την παγκοσμιοποίηση (globalization)  και το ελεύθερο εμπόριο (free trade) αρχικά οι ΗΠΑ και στη συνέχεια η Κίνα εν ονόματι κάποιων εμπορικών συμφωνιών που θα ήθελαν έχουν αποφασίσει (και ήδη εφαρμόσει) την επαναφορά ποσοτικών περιορισμών στις εμπορικές τους συναλλαγές.

Μήπως ένας νέος οικονομικός πόλεμος (trade war)  βρίσκεται προ των πυλών;

Παγκοσμιοποίηση και διεθνές εμπόριο

Μέσα στα χρόνια της παγκοσμιοποίησης τα διάφορα εμπόδια του διακρατικού εμπορίου όπως δασμοί, φόροι, ποσοστώσεις ή επιδοτήσεις σταδιακά αποσύρονται, αν και πλήρως δεν καταργήθηκαν ποτέ.

Οι οραματιστές του εγχειρήματος της παγκοσμιοποίησης θεωρούν ότι η άμεση ή έμμεση κατάργηση των ποσοτικών περιορισμών στις εισαγωγές – εξαγωγές θα επιφέρει, λόγω του ανταγωνισμού, αύξηση των εμπορικών συναλλαγών σε διεθνές επίπεδο, πτώση των τιμών των προϊόντων, χαμηλότερη ανεργία και πιο αποτελεσματική κατανομή του πλούτου,

Εάν ο προηγούμενος ισχυρισμός είναι αληθής τότε ο καταναλωτής θα έχει αναμφίβολα ωφεληθεί.

Επιβολή δασμών από τις ΗΠΑ στις εισαγωγές προϊόντων από την Κίνα

Πριν λίγες μέρες διαβάσαμε για την προοπτική των ΗΠΑ να επιβάλουν πρόσθετους δασμούς 10% σε αξίας $300bn εισαγόμενων  από την Κίνα προϊόντων. Βέβαια αυτό δεν είναι κάτι (εντελώς) νέο, μια και ήδη από το 2018 είχαν επιβληθεί δασμοί στις εισαγωγές χάλυβα, αλουμινίου και όχι μόνο.

Οι ΗΠΑ ασφαλώς μπορούν να ισχυριστούν ότι κάνοντας ακριβότερες (λόγω επιβολής δασμών) τις εισαγωγές τους δίνουν ώθηση στην Αμερικανική βιομηχανία  - παραγωγή, αυξάνουν τις θέσεις εργασίας ενώ ταυτόχρονα αυξάνονται τα έσοδα της κυβέρνησης λόγω της επιβολής των δασμών. Βεβαία αυτή η  κίνηση περισσότερο «μοιάζει» με μέσο πίεσης προκειμένου να επιτευχθούν εμπορικές συμφωνίες που εξυπηρετούν την  χώρα.

Όμως οι έχοντες αντίθετη άποψη υποστηρίζουν ότι τα προηγούμενα θα έχουν μόνο προσωρινό χαρακτήρα διότι αν οι Αμερικανικές επιχειρήσεις δεν μπορέσουν να μειώσουν τις τιμές των προϊόντων τους  θα υστερούν σε όρους ανταγωνιστικότητας στο διεθνές εμπόριο.

Πρόσθετα, η επιβολή δασμών σε εισαγόμενα προϊόντα (π.χ. χάλυβας) που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή άλλων προϊόντων (π.χ. αυτοκίνητα) θα αυξήσει την τιμή των δεύτερων κάτι το οποίο ασφαλώς δεν θα είναι υπέρ του καταναλωτή.

Η (αναμενόμενη) αντίδραση της Κίνας

Το γεγονός ότι η Κίνα εξάγει πολύ περισσότερα προϊόντα απ’ ότι εισάγει από τις ΗΠΑ «αδυνατίζει» την αποτελεσματικότητα της επιβολής από την μεριά της αντίστοιχων μέτρων (αν και ήδη αυτό έχει γίνει) και βέβαια μια τέτοια κίνηση δεν αποτελεί σημαντικό «εργαλείο» ενίσχυσης της θέσης της.

Όμως γνωρίζουμε ότι υπάρχουν και άλλα μέσα – τρόποι αντίδρασης ειδικά όταν αναφερόμαστε σε κράτη με τόσο ισχυρές οικονομίες.

Για παράδειγμα είναι γνωστό το πόσο μεγάλη είναι η αξία των Αμερικανικών ομολόγων που έχει αγοράσει η Κίνα (περίπου 1,12 τρισ. δολάρια). Και ασφαλώς το να έχει στην «ιδιοκτησία» της ένα σημαντικό  μέρος του Αμερικανικού «κράτους» είναι κάτι το οποίο δεν μπορεί εύκολα να αγνοηθεί. Δεν θα μπορούσαμε να αποκλείσουμε μια πιθανή αύξηση του κόστους δανεισμού των ΗΠΑ (λόγω ανόδου της απόδοσης των ομολόγων) αν η Κίνα προχωρήσει σε μαζικές πωλήσεις.

Ένα δεύτερο παράδειγμα αφορά την δυνατότητα που έχουν τα κράτη να «κάνουν» τις εξαγωγές τους πιο «φτηνές» μέσω της υποτίμησης του νομίσματός τους. Κάτι το οποίο και συνέβη στην προκειμένη περίπτωση μια και η Κίνα  «άφησε» το νόμισμά της (Yuan) να διολισθήσει (σε σχέση με το Αμερικανικό δολάριο) στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων 11 ετών.

Επίλογος - Συμπεράσματα (με αρκετές απορίες)

Η πρώτη διαπίστωση αφορά το γεγονός ότι μέτρα προστατευτικού χαρακτήρα,  αν και δεν συνάδουν με τη λογική του ελεύθερου εμπορίου που οραματίστηκε η παγκοσμιοποίηση, εξακολουθούν να εφαρμόζονται.

Ο εν εξελίξει οικονομικός πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας που περιγράψαμε αποτελεί ένα πρόσφατο παράδειγμα λήψης μέτρων προστατευτικής πολιτικής τα οποία πέραν των άμεσων συνεπειών τους, ασφαλώς είχαν (και εν δυνάμει μπορεί να έχουν περισσότερες) και παράπλευρες επιπτώσεις, όπως για παράδειγμα στις χρηματιστηριακές αγορές (οι οποίες λόγω της παγκοσμιοποίησης λειτουργούν σαν συγκοινωνούντα δοχεία), στις τιμές του πετρελαίου, του χρυσού αλλά και άλλων αγαθών ενδεχομένως πρώτης ανάγκης.

Δυσκολευόμαστε να «υποθέσουμε»  ότι οι ΗΠΑ δεν γνώριζαν την (αναμενόμενη) αντίδραση της Κίνας στην απόφασή τους για επιβολή δασμών στα προϊόντα που εισάγουν από αυτή τη χώρα;

Αν η από τη μεριά μας δυσκολία αποδοχής της προηγούμενης υπόθεσης είναι δικαιολογημένη τότε αναρωτιόμαστε για την χρησιμότητα κάποιων κινήσεων στην οικονομική σκακιέρα όταν είναι γνωστή η αντίδραση του «αντιπάλου».

Βέβαια, πάντα υπάρχει το «ενδεχόμενο» κάποιες κινήσεις να γίνονται γιατί «πρέπει» να γίνουν χωρίς το πρέπει να είναι απαραίτητα ορατό..

Ορθολογική συμπεριφορά και αποτελεσματικότητα των αγορών. Περνώντας από τη θεωρία στην πράξη. (Μέρος Β – Αποτελεσματικότητα αγορών)

Η αποτελεσματικότητα των αγορών (Efficient Market Hypothesis) υποστηρίζει ότι οι τιμές των χρεογράφων έχουν στην κάθε περίοδο ενσωματώσει όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες. Κάτι που σημαίνει ότι καταργείται η έννοιας της «παραπάνω ή κρυφής πληροφόρησης» με αποτέλεσμα να θεωρείται αδύνατον να νικηθούν από κάποιον που ενδεχομένως γνώριζε το «παραπάνω».

Αν υιοθετήσουμε την προηγούμενη υπόθεση θα πρέπει να δεχτούμε ότι οι τιμές των μετοχών είναι πάντα «δίκαιες» οπότε οι όροι υποτιμημένη ή υπερτιμημένη μετοχή δεν θα έχουν πεδίο εφαρμογής στις χρηματαγορές.

Θεωρώντας δε δεδομένη (μια και σύμφωνα με τη θεωρία οι όποιες νέες πληροφορίες ενσωματώνονται «αυτόματα» στην τιμή) την ύπαρξη «δίκαιης» τιμής και στο  μέλλον η θεμελιώδης και τεχνική ανάλυση μάλλον δεν προσφέρουν χρησιμότητα σε εκείνον που ασχολείται με τις χρηματιστηριακές αγορές. Και βέβαια αυτή η «ανυπαρξία» χρησιμότητας θα αφορά εκτός από την τωρινή αποτίμηση της μετοχής και τις προοπτικές της στο αύριο.

Ερωτήσεις που πρέπει να απαντηθούν για την αποτελεσματικότητα των αγορών

Με διάθεση «ανάγνωσης» περισσότερο του πραγματικού (όχι του θεωρητικού) τρόπου λειτουργίας της χρηματιστηριακής αγοράς τα παρακάτω ερωτήματα θα πρέπει προσεκτικά να απαντηθούν:

  1. Γιατί να αγοράσουμε μια μετοχή που πάντα θα έχει «δίκαιη» τιμή; Και το ερώτημα είναι διπλό γιατί δεν αφορά μόνο το κίνητρο (το γιατί) του σημερινού αγοραστή αλλά και το αντίστοιχο κίνητρο του μελλοντικού που θα πρέπει να βρούμε για να την πουλήσουμε.
  2. Μήπως αναφερόμαστε στις «μη υπαρκτές» προϋποθέσεις μιας πλήρως ανταγωνιστικής αγοράς;
  3. Πόσο κοντά στην πραγματικότητα είναι η υπόθεση της ενσωμάτωσης στην τιμή της μετοχής όλων των πληροφοριών;
  4. Είναι πράγματι γνωστές σε όλους όλες οι πληροφορίες;
  5. Δεν υπάρχει «καθυστέρηση» στην ενημέρωση;
  6. Το ενδεχόμενο «λανθασμένης» πληροφόρησης στις χρηματιστηριακές αγορές είναι κάτι που παρατηρείται σπάνια;
  7. Αν όλα λειτουργούν σύμφωνα με την εν λόγω υπόθεση της αποτελεσματικής αγοράς γιατί συμβαίνει το φαινόμενο της φούσκας;
  8. Γιατί μετά το σπάσιμο της φούσκας αναφερόμαστε σε υπερτιμημένες μετοχές;
  9. Γιατί αναφερόμαστε σε ανακατανομή του εισοδήματος μετά από κάθε χρηματιστηριακή κρίση (εφόσον είναι όλα δίκαια..);
  10. Μήπως οι αγορές λειτουργούν μη αποτελεσματικά και γι αυτό «υπάρχουν»;

Οι απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα θα έρθουν σαν αποτέλεσμα της σκέψης, της γνώσης και της εμπειρίας του καθενός από εμάς.

Επίλογος

Έχοντας ολοκληρώσει και τα δύο μέρη (Μέρος Α - Ορθολογικός καταναλωτής) αυτού του άρθρου δεν θέλουμε να αρνηθούμε το απαραίτητο της ύπαρξης υποθέσεων - παραδοχών όταν προσπαθούμε να περιγράψουμε οικονομικούς κανόνες ή θεωρίες.

Παρά το γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις οι εν λόγω υποθέσεις δύσκολα συναντώνται στην καθημερινότητα (Η πραγματική υπόσταση των οικονομικών μοντέλων) η χρήση αυτής της μεθοδολογίας είναι αναγκαία προκειμένου σε επόμενο επίπεδο ανάλυσης να προσεγγίσουμε την πραγματική λειτουργία της οικονομίας.

Ο κύριος λόγος λοιπόν δεν είναι η παραπλάνηση ή η θεωρητική μόνο προσέγγιση ενός θέματος αλλά το γεγονός ότι τα οικονομικά μεγέθη έχουν μεγάλο βαθμό αλληλεξάρτησης με αποτέλεσμα να απαιτείται η χρήση μοντέλων πολλαπλής παλινδρόμησης και η συμμετοχή της οικονομετρίας για την περαιτέρω ανάλυσή τους. Κάτι που σε πρώτο επίπεδο ανάλυσης θα ήταν απαγορευτικό για την κατανόησή τους.

Ορθολογική συμπεριφορά και αποτελεσματικότητα των αγορών. Περνώντας από τη θεωρία στην πράξη. (Μέρος Α – Ορθολογική συμπεριφορά)

Ο καταναλωτής και κατά πόσο μπορεί να τον χαρακτηρίζει η Ορθολογική συμπεριφορά (Rational behavior)

Σύμφωνα με την «θεωρία» υποτίθεται ότι (σαν καταναλωτές) έχουμε πλήρη γνώση των συνθηκών της αγοράς και με τους περιορισμούς του εισοδήματος και των τιμών (των αγαθών) κάνουμε τις σωστές επιλογές κατανομής του περιορισμένου εισοδήματός μας ώστε να μεγιστοποιήσουμε τη χρησιμότητα από την κατανάλωση.

Μια τέτοια συμπεριφορά σαν την προηγούμενη χαρακτηρίζεται σαν ορθολογική.

Αν όμως πέραν της θεωρητικής προσέγγισης θελήσουμε να σκεφτούμε το πως η καταναλωτική συμπεριφορά μας «εμφανίζεται» στην καθημερινότητά μας μάλλον θα «ανακαλύψουμε» ότι η δυνατότητα ύπαρξης «πραγματικής» ορθολογικής συμπεριφοράς αμφισβητείται από κάποιους λόγους:

  1. Έχουμε πράγματι πλήρη γνώση των συνθηκών της αγοράς; Μήπως η πληροφόρησή μας είναι εκείνη που θέλουν οι επιχειρήσεις, τα ΜΜΕ ή το κράτος να έχουμε; Και αν ισχύει το δεύτερο, αυτή η πληροφόρηση είναι «πάντα» αυτή που χρειαζόμαστε για να κρίνουμε σωστά τις επιλογές μας; Λειτουργεί δηλαδή απαραίτητα υπέρ μας;

Κάποια παραδείγματα:

Πόσο πλήρης (για εμάς) ήταν η πληροφόρηση που είχαμε το 1999 όταν κάποια επίσημα χείλη διατυμπάνιζαν «το σπάσιμο των 7.000 μονάδων στο ΧΑΑ», ενώ κάποια άλλα (επίσης επίσημα) κτυπούσαν το καμπανάκι τονίζοντας πως «οι αποτιμήσεις της αγοράς είναι ανώτερες από εκείνες των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, πράγμα που συνεπάγεται κινδύνους». Παρεμπιπτόντως, την επόμενη ημέρα της συνέντευξης που έδωσε ο δεύτερος σε Ιταλική εφημερίδα και ανέφερε τα περί κινδύνου μεγάλη μερίδα των ΜΜΕ ζήτησαν την «κεφαλή του επί πίνακι». Είχε τολμήσει να επαληθευτεί μετά από μόλις 2 μήνες...

Πόσο μας έγιναν «γνωστές» οι συνθήκες τις αγοράς όταν 10 χρόνια μετά (2008) ο δανεισμός προς τον ιδιωτικό τομέα σημειώνει ιστορικό ρεκόρ 125,4 € δις (https://econtopia.gr/8-xronia-litotita-2/) και ένα χρόνο μετά (2009) σπάει η φούσκα των δανείων;

Αλήθεια ενημέρωσε κάποιος τον μέσο Έλληνα ότι στην πιθανή επιλογή του να δανείσει το Ελληνικό κράτος αγοράζοντας ομόλογα υπάρχει το ενδεχόμενο να του επιβάλλουν τραγικό «κούρεμα» στην αξίας τους; Όμως τον πληροφόρησαν ότι «έτσι» έπρεπε να βοηθήσει στην ανακεφαλαίωση των τραπεζών οι οποίες «μαύρισαν» το όνομά του όταν δεν μπορούσε να αποπληρώσει (μέσα στην κρίση) το δάνειο που αυτές τον «παρακάλεσαν» (https://econtopia.gr/metasximatismos-rolou-trapezon-krisi-2008-meros-b/) να συνάψει δύο μόλις χρόνια πριν  Υπήρχαν πολλοί «ενημερωμένοι» για κάτι διαφορετικό πέραν του ότι τα κρατικά ομόλογα «είχαν τη φήμη» τοποθέτησης (σχεδόν) μηδενικού ρίσκου;

  1. Μεγιστοποίηση χρησιμότητας!! Κατασκευάζοντας μια καμπύλη αδιαφορίας για 2 αγαθά και με μια καμπύλη εισοδηματικού περιορισμού «βρίσκουμε» διαγραμματικά το σημείο που θέλουμε! Παραγωγίζουμε και τις συναρτήσεις και να και οι «σωστές» ποσότητες! Όλα καλά και λυμένα λοιπόν! (https://econtopia.gr/i-theoria-tis-xrisimothtas-oi-vasikes-ipotheseis/)
    • Αυτά τα 2 αγαθά που ασχολούμαστε πόσο κοντά (αριθμητικά) είναι στην πραγματικότητα των καθημερινών καταναλωτικών αποφάσεών μας;
    • Χρησιμότητα λαμβάνουμε «μόνο» από την κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών;
    • Ή το νέο profile του ανθρώπινου είδους ορίζει τη χρησιμότητα μόνο με αριθμούς αγνοώντας ποιοτικά χαρακτηριστικά, όπως ο ελεύθερος χρόνος μας, η ηρεμία μας (https://econtopia.gr/i-krimeni-apo-arithmous-euimeria-tis-poiotitas/ ) ή η άρνησή μας να περάσουμε την πόρτα της κατάθλιψης.

Πρόσθετα θα πρέπει να «θυμηθούμε» ότι αναφερόμαστε σε ανθρώπους (όχι σε robots) κάτι που σημαίνει την πιθανή διαφοροποίηση της συμπεριφοράς σε ελάχιστο χρονικό διάστημα λόγω πραγματικής ή όχι μεταβολής κάποιου στοιχείου του εσωτερικού ή εξωτερικού περιβάλλοντος. Το γεγονός αυτό δυσχεραίνει την γενίκευση ή την ύπαρξη γραμμικών σχέσεων στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Η συμβολή των behavioral economics  σε αυτό το σημείο είναι ιδιαίτερα σημαντική.

Και έχοντας την (υπό αμφισβήτηση σωστή για τις επιλογές ΜΑΣ) πληροφόρηση, μια «λογική» χρησιμότητας που ενδεχομένως διαφωνούμε και την ανθρώπινη υπόστασή μας «θέλουμε» να  αναφερόμαστε σε rational behavior!

Μήπως θα πρέπει να ξανασκεφτούμε αν «αυτό» το rational χαρακτηρίζει τη δική ΜΑΣ συμπεριφορά ή τα θέλω ΑΛΛΩΝ;

Στο Μέρος Β θα αναφερθούμε στο κατά πόσο οι αγορές χαρακτηρίζονται αποτελεσματικές.

ΑΟΘ - Οι προτάσεις για αλλαγή της εξεταστέας ύλης.

Διαβάσαμε τις προτάσεις του ΙΕΠ σχετικά με την εξεταστέα ύλη των Αρχών της Οικονομικής Θεωρίας και με ικανοποίηση παρατηρούμε την πρόθεση αναβάθμισης της προσφερόμενης οικονομικής παιδείας - γνώσης στους μαθητές.

Το αυτονόητο της οικονομικής παιδείας στην σημερινή εποχή είναι κάτι που έχουμε αναφέρει πολλές φορές μέσα από την αρθρογραφία της σελίδας μας. Ενδεικτικά οι παρακάτω σύνδεσμοι:

Γίνεται ουσιαστική μεταφορά οικονομικών γνώσεων στο σημερινό σχολείο https://econtopia.gr/oikonomiki-paideia-metaferei-ousiastikew-oikonomikes-gnoseis-to-simerino-sxoleio/

Οικονομική λογική και καθημερινότητα https://econtopia.gr/oikonomikh-logikh-kai-kathimerinothta/

Ο λόγος της επαναλαμβανόμενης αναφοράς μας στο θέμα σχετίζεται με την «απλή» και μη επιδεχόμενη αμφισβήτησης αναγκαιότητα  αφενός της λήψης οικονομικών αποφάσεων και αφετέρου της απόκτησης της απαραίτητης ικανότητας κρίσης των οικονομικών ακουσμάτων που καθημερινά λαμβάνουν χώρα ιδιαίτερα στο καθεστώς της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας που ζούμε.

Προς αυτή την κατεύθυνση, η (υπό συζήτηση) νέα ύλη. πράγματι καλύπτει μεγαλύτερο μέρος της  θεματολογίας της οικονομικής επιστήμης – ιδιαίτερα της Μακροοικονομίας – ταυτόχρονα δε «απαγκιστρώνει» θα λέγαμε την τυποποίηση των υπό εξέταση θεμάτων που παρέμειναν ίδια εδώ και αρκετά χρόνια.

Καλωσορίζουμε τις προτάσεις ευχόμενοι την έγκαιρη οριστικοποίησή τους ώστε να προετοιμαστούν κατάλληλα μαθητές αλλά και καθηγητές.