Coronavirus (Covid -19). VIDEO - Αναφορά μόνο σε αριθμούς ή στην ημερήσια (οριακή) μεταβολή τους;

Η πανδημία που προκάλεσε ο Covid-19 μέχρι σήμερα (29 Μαρτίου 2020) ολοένα και εξαπλώνεται ανά την υφήλιο.

Σε αυτή την δύσκολη περίοδο η πλειοψηφία έχει υιοθετήσει τα μέτρα προστασίας και περιορισμού της περαιτέρω διασποράς του ιού που προτείνουν οι ειδικοί και έχουν επιβληθεί από το κράτος με γνώμονα την υγεία του πληθυσμού.

Αναμφίβολα οι περισσότεροι με αγωνία περιμένουμε τις καθημερινές ανακοινώσεις που σχετίζονται με στοιχεία εξέλιξης της νόσου, όπως τα νέα κρούσματα, οι θάνατοι, τα άτομα που ανάρρωσαν (κάτι που δεν ακούμε πάντα) και βέβαια τις συγκρίσεις αυτών των «αριθμών» με τα αντίστοιχα άλλων χωρών (το οποίο επίσης σπάνια γίνεται σε αναλογία με τον πληθυσμό).

Η «απλή» αναφορά ενός αριθμού χωρίς ταυτόχρονη επισήμανση επί ποιου συνόλου αναφέρεται δίνει μικρή και δύσκολα αντιπροσωπευτική εικόνα της πραγματικότητας (https://econtopia.gr/coronavirus-covid-19-kata-poso-i-arithmitiki-kai-mono-anafora-sta-ddomena-mas-dinei-tin-pliroforisi-pou-tha-thelame/).

Αν για παράδειγμα μαθαίνουμε ότι σε μια σειρά 3 ημερών τα νέα κρούσματα ήταν 1300, 1520 και 1680 αντίστοιχα, αυτό που καταλαβαίνουμε είναι ότι ασφαλώς αυξάνονται. Αυτή όμως  η αύξηση είναι αναμενόμενη εφόσον βρισκόμαστε στην φάση εξάπλωσης της νόσου.

Εκείνο που περισσότερο μας ενδιαφέρει είναι να παρατηρήσουμε την ημερήσια (οριακή) μεταβολή των αριθμών (κρουσμάτων, θανάτων και άλλων δεδομένων) ώστε να εντοπίσουμε το πότε ενδεχομένως φτάνουμε στο peak ώστε στη συνέχεια να οδηγηθούμε στην πολυπόθητη μείωση.

Στο συνημμένο VIDEO γίνεται προσπάθεια να εμφανίσουμε τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ αριθμητικής (και μόνο) παρουσίασης των στοιχείων για τον νέο ιό έναντι της παρακολούθησης της μεταβολής αυτών των στοιχείων.

<>

Σκοπός αυτή της παρουσίασης δεν είναι να «ωραιοποιήσει» την παγκόσμια κατάσταση που ζούμε λόγω του Covid – 19 αλλά να μας προσφέρει μια κατά τη γνώμη μας περισσότερο αντιπροσωπευτική εικόνα αυτής.

Ανεξάρτητα από τους λόγους που αιτιολογούν την ποιότητα της πληροφόρησης που μας προσφέρεται, καθήκον όλων μας είναι να συμμορφωνόμαστε με τα εκάστοτε μέτρα που λαμβάνονται από το κράτος για την προστασία της δημόσιας υγείας. Επί του παρόντος δεν είμαστε πιο «έξυπνοι» από τον Covid – 19.

Coronavirus (Covid - 19) – Πάντα υπάρχει ένα μετά

Εδώ και ένα μήνα ανακοινώθηκε το πρώτο κρούσμα του ιού στην Ελλάδα. Είναι συγχρόνως λυπηρό και αναμενόμενο όσο περνάει ο χρόνος και διασπείρεται ο ιός στον πληθυσμό να αυξάνεται ο αριθμός των κρουσμάτων, των εισαγωγών στα νοσοκομεία, των θανάτων, αλλά (εύχομαι) των ατόμων που ανάρρωσαν.

Όλοι μας βέβαια ελπίζουμε ότι αυτή η διαδικασία μετάδοσης του ιού να σταματήσει σύντομα.

Το σημαντικό (για εμένα) δεν είναι να παρακολουθούμε τους αριθμούς αλλά την ποσοστιαία μεταβολή τους ανά συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα.

Μέσα από αυτή την παρατήρηση θα μπορούμε να καταλάβουμε το έντονο ή όχι του ρυθμού εξάπλωσης αλλά και να εντοπίσουμε εκείνο το χρονικό σημείο όπου θα αρχίσει να μειώνεται ο ρυθμός αύξησης.

Σε επόμενο στάδιο αυτό που θέλουμε να παρατηρήσουμε - όπως αναφέρουν οι ειδικοί -  είναι μια μικρή μεταβλητότητα των παραπάνω μεγεθών (σταθεροποίησή τους) ώστε να οδηγηθούμε αργότερα σε αυτό που όλοι ευχόμαστε, δηλαδή στη μείωσή τους.

Η εξέλιξη της παραπάνω καμπύλης δεν θα είναι ομαλή. Θα υπάρχουν ημέρες με σημαντικές διακυμάνσεις ενδεχομένως αντίθετες με την πορεία των προηγούμενων ημερών (αναφερόμαστε σε διάγραμμα διασποράς με μη γραμμική συσχέτιση των μεταβλητών). Αυτό είναι αναμενόμενο. Όμως αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η τάση.

Μέχρι στιγμής (26 Μαρτίου 2020) η Ελλάδα εμφανίζει στοιχεία ήπιου περάσματος (σε σύγκριση με άλλες χώρες)  του πρώτου μήνα από την καταγραφή του αρχικού κρούσματος.

Αυτό ασφαλώς «θέλουμε» να επαληθευθεί σε λίγες μέρες όταν αφενός κρούσματα που δεν είχαν εντοπισθεί θα καταγραφούν και αφετέρου τα περιοριστικά μέτρα θα εμφανίσουν την αποτελεσματικότητά τους στον περιορισμό της διασποράς.

Το αύριο της οικονομίας

Οι όποιες οικονομικές συνέπειες γίνονται αντικείμενο ανάλυσης με την βασική προϋπόθεση ότι είμαστε υγιείς. Αυτό είναι κάτι περισσότερο από αυτονόητο.

Αρκετοί υποστηρίζουν ότι μπαίνουμε σε νέα ύφεση (double bottom) χειρότερη από αυτή του 2008 και μάλιστα αναφέρονται και σε συγκεκριμένα ποσοστά μείωσης του ΑΕΠ.

Δυσκολεύομαι να αντιληφθώ το σκεπτικό τους δεδομένου ότι αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε στην διαδικασία εξέλιξης ενός παγκόσμιου φαινομένου του οποίου η χρονική διάρκεια αλλά και η ένταση μας είναι άγνωστα.

Μοιάζει σαν κάποιος να υποστηρίζει ότι ο χρόνος και ο τρόπος που θα χρειαστεί η ανθρωπότητα για να απαλλαγεί από την  πανδημία δεν θα είναι καθοριστικοί παράγοντες που θα προσδιορίσουν την διάρκεια και την ένταση της ύφεσης που θα ακολουθήσει. Είναι δύσκολο να πεισθεί κάποιος για το ρεαλιστικό μιας τέτοιας άποψης.

Θα προτιμούσα να αναφέρονται σε διαφορετικά σενάρια ανάλογα με τα προηγούμενα δύο χαρακτηριστικά (διάρκεια και ένσταση) και πάνω σε αυτά να γίνονται οι εκτιμήσεις τους.

Στο σενάριο κατά το οποίο η σημερινή κατάσταση θα είναι σε σύντομο διάστημα παρελθόν θα ήθελα από τους προηγούμενους «εκτιμητές» να θυμηθούν ( από προηγούμενες περιπτώσεις) ή να φανταστούν το αναμενόμενο rebound της οικονομίας. Η οικονομία αντιδρά βίαια (έντονα ανοδικά) όταν ξεπερνά (σύντομα και οριστικά) ένα εξίσου έντονο αρνητικό σοκ.

Οι σκέψεις για το μετά

Όταν όλη αυτή η κατάσταση θα είναι πίσω μας θα υπάρχει (και πρέπει να υπάρξει) ο χρόνος για να αναλογιστεί και να αξιολογήσει κάποιος πολλά σχετικά με την μορφή της οικονομίας  - κοινωνίας που χαρακτηρίζει την ανθρωπότητα την τελευταία 20ετία αλλά και από πριν. Ουσιαστικά την εξέλιξή της μετά τον  Β’ Παγκόσμιο πόλεμο.

Πολλή σκέψη θα διοχετευθεί στο να κρίνουμε τα υπέρ και τα κατά αφενός της ευκολίας που κάποιος μπαίνει σε ένα αεροπλάνο και έρχεται από το Γουχάν  στην Αθήνα όπου εκτός από τις αποσκευές του ενδεχομένως μεταφέρει και «άλλα», και αφετέρου της ανάλογης ευκαιρίας που η πληροφορία, η τεχνολογία, το φάρμακο ή η γνώση μπορεί να έρθει.

Τότε θα έχουμε βιωματικά καταλάβει ότι η παγκοσμιοποίηση έχει δύο όψεις. Κάτι που αιτιολογεί την ύπαρξη και υποστηρικτών αλλά και πολέμιών της.

Τότε θα κάτσουμε κάτω να αναλογιστούμε αν προκειμένου να ξεπεραστεί μια ύφεση στην οικονομία είναι προτιμητέα η σχολή της επιβολής μέτρων λιτότητας έναντι εκείνης που επιλέγει την παροχή στην αγορά νέου χρήματος. Τότε θα σκεφτούμε το κατά πόσο η περικοπή των δαπανών μπορεί ποτέ να επιβάλλεται σε κονδύλια που αφορούν την υγεία!

Πολύ λόγος θα γίνει (για μια ακόμα φορά) για το αν η Ευρώπη είναι ενωμένη ή διχασμένη σε δύο στρατόπεδα και αν σε αυτή την ένωση κρατών οι «λογικές» του Μερκαντιλισμού και του Δεσποτισμού (προσαρμοσμένες στο σήμερα) έχουν πράγματι εκλείψει.

Σε αυτή τη φάση του απολογισμού θα συνειδητοποιήσουμε ότι στην οικονομία αυτό που χαρακτηρίζει σαν «σωστή» μια πολιτική είναι ο χρόνος (οι υπάρχουσες συνθήκες) και ο τρόπος που εφαρμόζεται. Δεν υπάρχουν «γενικές καλές συνταγές». Αυτό ασφαλώς αφορά και το βαθμό παρέμβασης του κράτους.

Άλλη μια ευκαιρία θα μας δοθεί για να θυμηθούμε την ύπαρξη αστάθμητων παραγόντων στην οικονομική ζωή των οποίων η πιθανή εμφάνιση μπορεί να ανατρέψει την προηγούμενη πορεία. Ασφαλής πρόβλεψη δεν μπορεί να υπάρξει. Αυτό μεταξύ άλλων θα πρέπει να μας κάνει περισσότερο προσεκτικούς στις κινήσεις και προσδοκίες μας.

Τελειώνοντας

Αυτή η λίστα σκέψεων κλείνει αλλά δεν ολοκληρώνεται με την ηθική διάσταση του θέματος.

Ασφαλώς δεν γνωρίζουμε το πως εμφανίστηκε αυτός ο ιός ούτε με βεβαιότητα το από το που πράγματι ξεκίνησε.

Αναφορικά με το πρώτο θέλω να πιστεύω ότι η φύση αποφάσισε την μετάλλαξη ή εξέλιξη κάποιου προϋπάρχοντος ιού και δημιούργησε τον Covid -19. Σχετικά με το δεύτερο η στοχοποίηση συγκεκριμένης περιοχής ξεφεύγει των ενδιαφερόντων μου.

ΥΓ. Η πέτρα, το σίδερο, το ατσάλι δεν αντέχουν. Ο άνθρωπος αντέχει.

Νίκος Καζαντζάκης (1883 - 1957)

Φτιάξτε μια δική σας άσκηση! Οικονομία (ΑΟΘ) - Μαθητές Γ Λυκείου.

Σε αυτή την «διαφορετική» περίοδο πρέπει να «ψάχνουμε» για κάτι νέο που θα συμπληρώνει αυτά που ήδη και με αποτελεσματικότητα μαζί κάνουμε.

Ένας από τους καλούς τρόπους για να βεβαιωθείς ότι έχεις καταλάβει τη μεθοδολογία λύσης των ερωτημάτων μιας άσκησης είναι να φτιάξεις μια δική σου.

Μαθητές μου (και μη) σας προτρέπω για το 7ο κεφάλαιο να θεωρήσετε ότι έχετε τιμές και ποσότητες ενός αγαθού ή περισσοτέρων αγαθού / ων (για μια σειρά, έστω 3 ετών), επιλέξετε ένα έτος βάσης και δώστε τα όποια άλλα στοιχεία θεωρείτε απαραίτητα.

Προσπαθήστε να γράψτε όλες τις πιθανές ερωτήσεις που θα μπορούσατε να φανταστείτε σχετικά με ΑΕΠ ονομ. ΑΕΠ πραγ. και τις ποσοστιαίες μεταβολές τους, ΔΤ και ρυθμό πληθωρισμού αλλά και με όποια παρόμοια ερώτηση με αυτές που έχουμε / τε κάνει.

Στη συνέχεια και αφού πρώτα εσείς έχετε απαντήσει σκεφτείτε ποια από τα ερωτήματά σας θα μπορούσαν να απαντηθούν και με ένα δεύτερο τρόπο.

Οι ασκήσεις σας με τις απαντήσεις τους είναι καλοδεχούμενες και όλες θα έχουν (έστω και σύντομη) απάντηση – σχόλια.

Ο τρόπος επικοινωνίας είναι γνωστός.

ΥΓ. Αν σας αρέσει αυτή η προσπάθεια θα σας στείλω και διαφορετικά σενάρια εκκίνησης για την επόμενη άσκησής σας.

 

Financial System and Allocation of Capital

It can be argued, that the diversification – the process of helping reduce risk by investing in several different types of funds or securities – works in hand with the capital allocation. As earlier indicated, the financial markets succeed optimum diversification, which in turn results in an optimum allocation of capital.

In a paper (Wurgler J. 2000) it is stated “Economists have long argued that financial markets can improve the allocation of capital across an economy’s investment opportunities”.

Considering the previously mentioned characteristics of the financial markets we can appreciate that theoretically these institutions can direct the surplus units’ capital to the ‘best’ investment opportunities because of the following:

  • Their expertise is the major factor that enables the institution to identify, for instance: a company’s value, its operating performance and consequently, its ability to respond to its obligations and, thus, to lend funds to trustworthy and low risk deficit units.
  • It is also the financial institutions expertise that enables them to diversify the yield through allocation of funds into different projects with different risk profiles. The combination of different investments helps them to manage the variability of returns, commonly referred as “market risk”.

Moreover, as stated in an article (Investors group financial services 2005), “Different types of assets do well during different phases of market cycles”. Thus, it is again the specialization of the financial markets that enables them to recognize the cycle’s phase and allocate accordingly the capital at hand through a balanced portfolio.

The financial markets optimum allocation of recourses is subject to the following preceding conditions:

  • Full information.

Everybody has the same information (even though they can not predict the future perfectly). In other words, the concept of the efficient market as defined in their book (Lumby and Jones 1999) exists, when, for example, in the stock market the market price of a company’s shares rapidly and correctly reflects all relevant information as it becomes available.

  • Known preferences and maximizing behaviour on the part of borrowers and lenders.

Although, as stated by Professor James,[1] in practice, different people have different information and this makes them interact in a ‘sophisticated’ rational way, which is not necessarily rational in the strict “utility-maximizing” sense that is standard in economics and finance. This in turn could lead to a different evaluation of risk.

  • Absence of externalities.

It is assumed that there are no significant differences between private and social marginal costs and returns.

[1] Dow James: Professor of Finance - London Business School.

Manolis Anastopoulos – Assignment: Foundations of Financial Analysis                                      

Προστιθέμενη αξία και υπολογισμός του Α.Ε.Π

Σε αυτή την αναφορά μας δεν θα εξηγήσουμε το πως λειτουργεί η μέθοδος της προστιθέμενης αξίας κατά τον υπολογισμό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (Α.Ε.Π) αλλά θα θέσουμε κάποιες ερωτήσεις σχετικά με αυτήν.

Πιστεύουμε ότι ο μαθητής απαντώντας σε αυτές αφενός θα καταλάβει καλύτερα τον τρόπο λειτουργίας της μεθόδου και αφετέρου θα έχει «εντοπίσει» κάποια σημεία που ενδεχομένως δεν έχει παρατηρήσει.

Για την εύκολη αναφορά θα χρησιμοποιήσουμε τον παρακάτω σχετικό πίνακα (7.2) του Σχολικού βιβλίου γνωρίζοντας βέβαια ότι το Α.Ε.Π είναι το σύνολο της προστιθέμενης αξίας όλων των σταδίων παραγωγής όλων των παραχθέντων αγαθών.

Ερωτήσεις

  1. Έχετε παρατηρήσει ότι στο πρώτο στάδιο παραγωγής αναφέρονται «κορμοί δέντρων» ενώ στο τρίτο στάδιο «έπιπλο»; Αν ναι, πως το αντιλαμβάνεστε, το μεταφράζετε;
  2. Η έννοια «αξία» πιστεύετε ότι είναι συνώνυμη της «τιμής»;
  3. Η ποσότητα παραγωγής εμφανίζεται στον εν λόγω πίνακα;
  4. Αν το κάθε στάδιο που αγοράζει μια αξία από το προηγούμενο, απλά προσθέτει την αξία των υλικών που χρησιμοποιεί και πουλάει στο επόμενο στάδιο το άθροισμα αυτών των δύο αξιών ποιο είναι το όφελός του; Τι κερδίζει, όταν πουλάει στην τιμή που του έχει κοστίσει κάτι;

Είμαστε της άποψης ότι ο προβληματισμός (εύκολος ή δύσκολος) βοηθάει πάντα και σε βάθος την κατανόηση ενός θέματος κάτι το οποίο δίνει τη δυνατότητα να ανταπεξέλθουμε και σε ασκήσεις – ερωτήσεις που είναι εκφρασμένες λίγο διαφορετικά από το συνηθισμένο τρόπο.

Θα άνοιγες στην μετά κρίση εποχή μια επιχείρηση;

Και να ‘μαστε λοιπόν στην μετά κρίση εποχή όπου το χαμόγελο – έστω και δειλά - επιστρέφει συνοδευόμενο από μια πιο αισιόδοξη προοπτική για το αύριο. Είναι η ώρα της επόμενης κίνησης. Μιας κίνησης που θα στοχεύει στη δημιουργία και όχι (όπως πριν) στη διατήρηση ή τη μικρότερη δυνατή απώλεια των κεκτημένων.

 

Οι αριθμοί ανθίζουν (Μακροοικονομικά μεγέθη)

Το πέρασμα από την ύφεση στην άνοδο της οικονομίας πάντα σηματοδοτείται από την θετική εξέλιξη κάποιων μακροοικονομικών δεικτών, όπως του Α.Ε.Π, της συνολικής κατανάλωσης, του ποσοστού ανεργίας, κ.α.

Και πράγματι μπορούμε να καταγράψουμε τις παρακάτω εξελίξεις:

  • Η χώρα (Ελλάδα) που προηγούμενα ουδείς ενδιαφερόταν να αγοράσει (χωρίς να «απαιτεί» απαγορευτικές αποδόσεις) τα ομόλογά της βγαίνει στις αγορές και δανείζεται (10ετή ομόλογα) με αποδόσεις της τάξης του 1,5%, ενώ στα 3μηνα έντοκα γραμμάτια το επιτόκιο είναι αρνητικό.
  • Βλέπεις το Α.Ε.Π από τα 195,22 δις USD του 2016 σταδιακά να ξεπερνάει τα 220 δις USD το 2019.
  • Το ποσοστό ανεργίας από δυσθεώρητα ύψη του 25% υποχωρεί στο 16%.
  • Διαβάζεις για αυξήσεις του κατώτατου μισθού και των συντάξεων με παράλληλη μείωση κάποιων φόρων (φορολογικών συντελεστών) - αν και λίγα καταλαβαίνεις αναφορικά με τα ακριβή ποσά αλλά και τις κατηγορίες που αναφερόμαστε.

Βέβαια οι συνέπειες της βελτίωσης των μακροοικονομικών δεικτών ποτέ δεν εμφανίζονται άμεσα στο εισόδημα των πολιτών και ασφαλώς δεν ωφελούνται όλοι ή πρόκειται να ωφεληθούν στον ίδιο βαθμό. Όμως έστω και σε δεύτερο χρόνο και σε μικρότερη αναλογία το βελτιωμένο κλίμα θα επηρεάσει την πλειοψηφία του πληθυσμού.

Τα άτομα (μονάδες) ενεργοποιούνται (Μικροοικονομκές σκέψεις)

Ποιος δεν θέλει να «βρει» εκείνο το χρονικά ιδανικό σημείο για να κάνει την κίνησή του στην οικονομία; Και βέβαια το πέρασμα από την ύφεση στην άνοδο «έλκει» τον υποψήφιο επενδυτή.

Αποφασίζει λοιπόν κάποιος να ανοίξει μια ατομική εταιρεία. Έκανε την έρευνα αγοράς, ετοίμασε το επιχειρηματικό του πλάνο, βρήκε το ιδρυτικό κεφάλαιο και ας υποθέσουμε ότι τα κέρδη προ φόρων (Έσοδα – έξοδα) καταλήγουν σε ένα ποσό της τάξης των 50.000 ευρώ ετησίως.

Ήρθε η ώρα του υπολογισμού των φόρων και εισφορών που θα κληθεί να πληρώσει.

Φόρος  εισοδήματος, προκαταβολή φόρου, εισφορά αλληλεγγύης και βέβαια ΕΦΚΑ.

Κάνοντας 3-4 φορές τους υπολογισμούς (γιατί ελπίζει να έχει κάνει λάθος) διαπιστώνει ότι το περίπου 70 % των 50.000 δεν είναι δικό του…

Το κέρδος του (καθαρό αποτέλεσμα) περιορίζεται στις 15.000 ευρώ ετησίως

Και εδώ ξεκινούν (αλλά δεν τελειώνουν) οι προβληματισμοί!

Δηλαδή εγώ τώρα θα δεσμεύσω το αρχικό μου κεφάλαιο, θα πάρω το επιχειρηματικό ρίσκο (που υπάρχει στην κάθε οικονομική δραστηριότητα) θα βγάζω προ φόρων  50.000 ευρώ για να καταλήξω (σύμφωνα με τα δικά μου μεγέθη – δυνατότητες) να έχω 15.000 ευρώ; Μάλλον όχι.

Αισθάνομαι κάτι σαν κοροϊδία.

Μήπως κάποιοι με «αναγκάζουν» να σκεφτώ τη λύση στον τίτλο «Τhe art of cooking of accounts»;

Στο πανεπιστήμιο μάθαμε ότι «το μέγεθος της φοροδιαφυγής εξαρτάται ΚΑΙ από το φορολογικό σύστημα»

Κλείνοντας

Είναι γνωστό ότι οι φάσεις του οικονομικού κύκλου διαδέχονται η μια την άλλη. Έτσι και μετά την ύφεση (εκτός αν συνοδευτεί και από δεύτερη) ακολουθεί πάντα η άνοδος.

Σε αυτή τη «στροφή» της οικονομίας χρειάζεται αν όχι η παροχή κινήτρων, τουλάχιστον μια «ηρεμία» ώστε τα περιορισμένα μετά την κρίση κεφάλαια να φύγουν από το συρτάρι για να οδηγηθούν στην αγορά, να ενεργοποιηθεί η παγωμένη επιχειρηματικότητα, να ανοίξουν νέες δουλειές.

Με την προηγούμενη αναφορά στον τρόπο φορολόγησης μιας ατομικής εταιρίας η δική μας σκέψη καταλαβαίνει κάτι που μοιάζει με παροχή αντικινήτρων για να υλοποιηθεί μια κίνηση που θα χαρακτηρίζεται και από φορολογική συνέπεια.

Αν το σκεπτικό μας είναι σωστό δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε την «λογική» της ασκούμενης δημοσιονομικής πολιτικής η οποία εμφανίζεται να αγνοεί το γεγονός ότι στην πραγματικότητα (λόγω της υψηλής φορολόγησης) αποτρέπει μια έστω μικρή επιχειρηματική κίνηση ή την αποδέχεται χωρίς να λαμβάνει υπόψη της ότι η ίδια προωθεί την φορολογική της ασυνέπεια.

Αυτά βέβαια σύμφωνα με την δική μας αντίληψη.

Όταν το παράδειγμα προηγείται της θεωρίας (video)

Σε αυτή την ενότητα «Τροφή για σκέψη» μέσα από ολιγόλεπτα video θα καταθέτουμε κάποιους προβληματισμούς αναφορικά με θέματα της Οικονομική Θεωρίας.

Ο λόγος δεν είναι να αμφισβητήσουμε οικονομικούς κανόνες αλλά να «πλησιάσουμε» όσο γίνεται περισσότερο την πραγματικότητα.

Με αυτήν την προσέγγιση ίσως  πετύχουμε αφενός να βρούμε εκείνα τα στοιχεία που «εμποδίζουν» την (πλήρη) εφαρμογή της θεωρίας στην καθημερινότητά μας και αφετέρου να κατανοήσουμε την θεωρία μέσα από την αναφορά σε παραδείγματα.

Θεωρούμε ότι αν το πετύχουμε θα έχουμε συμβάλλει στο να πάμε τη γνώση λίγο παρακάτω.

 

Ορθολογικός καταναλωτής. Υπάρχει «ελευθερία» ορθολογικής συμπεριφοράς; (Video)

Σε αυτή την ενότητα «Τροφή για σκέψη» μέσα από ολιγόλεπτα video θα καταθέτουμε κάποιους προβληματισμούς αναφορικά με θέματα της Οικονομική Θεωρίας.

Ο λόγος δεν είναι να αμφισβητήσουμε οικονομικούς κανόνες αλλά να «πλησιάσουμε» όσο γίνεται περισσότερο την πραγματικότητα.

Με αυτήν την προσέγγιση ίσως  πετύχουμε να βρούμε εκείνα τα στοιχεία που «εμποδίζουν» την (πλήρη) εφαρμογή της θεωρίας στην καθημερινότητά μας.

Θεωρούμε ότι αν το πετύχουμε θα έχουμε συμβάλλει στο να πάμε τη γνώση λίγο παρακάτω.

Το χρηματιστηριακό κραχ στην Αμερική του 1929. Η μαύρη Πέμπτη (24 Οκτωβρίου)

Αμερική 1929. Ξημέρωνε η Πέμπτη 24 Οκτωβρίου που μαζί με τις επόμενες τρεις ημέρες ο κόσμος θα τις χαρακτήριζε αργότερα σαν τις πλέον καταστροφικές για την Αμερικανική χρηματιστηριακή ιστορία (κραχ 1929) με τραγικές οικονομικές -  κοινωνικές επιπτώσεις για μεγάλος μέρος του πληθυσμού της χώρας.  Ήταν οι «μαύρες» μέρες του χρηματιστηρίου των Η.Π.Α που αργότερα και μαζί με άλλους λόγους οδήγησαν στην μεγάλη παγκόσμια ύφεση της επόμενης 10ετίας.

Οι λόγοι που οδήγησαν στο χρηματιστηριακό κραχ

Η Αμερικανική οικονομία έχοντας απέναντι της μια οικονομικά διαλυμένη από τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο Ευρώπη γνώριζε την προηγούμενη περίοδο μεγάλους ρυθμούς ανάπτυξης λόγω των τεχνολογικών ανακαλύψεων της τότε εποχής που έδωσαν ώθηση κύρια στη βιομηχανική ανάπτυξη και όχι μόνο. Αποτέλεσμα  ήταν η δημιουργία υπερπαραγωγής βασισμένης όμως στην έντονη κρατική πολιτική δανειοδοτήσεων.

Μια από τις συνέπειες της συγκεκριμένης φάσης της οικονομίας ήταν η μεγάλη αύξηση των τιμών των πρώτων υλών, των αγαθών και βέβαια των μετοχών.

Βρισκόμαστε δηλαδή σε ένα περιβάλλον μιας υπερδανεισμένης οικονομίας όπου η ζήτηση (πλέον) υπολείπεται της (υπέρ) παραγωγής - προσφοράς. Όμως τα δάνεια «απαιτούν» πάντα την εξόφλησή τους και η διαφαινόμενη λύση ήταν η πώληση των μετοχών μεγάλο μέρος των οποίων είχε αγοραστεί μέσω δανειοδότησης.

Συγχρόνως είναι το κατάλληλο timing για «κάποιους» σημαντικούς επενδυτές για μεγάλες πωλήσεις μετοχών (των οποίων οι τιμές έχουν δυσθεώρητα αυξηθεί) ώστε να καταγράψουν (πραγματικά) κέρδη.

Όσοι ήταν μπροστά από μια οθόνη και παρακολουθούσαν την παγκόσμια χρηματιστηριακή αγορά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 με την τρομοκρατική επίθεση στους δίδυμους πύργους της Νέας Υόρκης γνωρίζουν ότι η λέξη «πανικός» στα χρηματιστήρια σημαίνει ομαδικές πωλήσεις και τις περισσότερες φορές χωρίς όριο τιμής στις μετοχές. Και οι συνθήκες «τέλειου» πανικού (για τους λόγους που προηγούμενα αναφέραμε) εμφανίστηκαν την 24 Οκτωβρίου 1929 στις Η.Π.Α με ανατροφοδότηση του πανικού στις επόμενες τρεις ημέρες.

 « More than $25 billion in individual wealth was lost» σύμφωνα με το https://www.bbc.co.uk/programmes/b00h9xh8

Η οικονομία είχε για μια ακόμα φορά «θυμίσει» ότι για αμιγώς ενδογενείς ή για (τύποις) εξωγενείς παράγοντες  μετά την υπερθέρμανση της - αυτό που λέγεται  peak της αγοράς - «τιμωρεί» αυτούς που πιστεύουν στο εντελώς ανεδαφικό και επικίνδυνο «The sky is the limit”.

Οι συνέπειες του χρηματιστηριακού κραχ

Τα επόμενα χρόνια η Αμερική έζησε μια από τις βαθύτερες υφέσεις στην παγκόσμια ιστορία που βέβαια μεταφέρθηκε και εκτός της χώρας και οδήγησε στη μεγάλη ύφεση του 1929-1939.

Το 1933 περίπου 15 εκατομμύρια δηλαδή το 30% του εργατικού δυναμικού ήταν άνεργοι, ενώ το περίπου 50% των Αμερικανικών τραπεζών είχαν χρεοκοπήσει. (Πηγή: https://www.history.com/topics/great-depression/1929-stock-market-crash

Ενώ οι μισθοί μειώθηκαν κατά 42% με την οικονομική ανάπτυξη να υποχωρεί κατά 50%. (Πηγή: https://www.thebalance.com/stock-market-crash-of-1929-causes-effects-and-facts-3305891)

 

Τα επόμενα χρόνια

Χρειάστηκαν πολλά χρόνια (και κατά πολλούς) ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος για να πάρει μπρος η Αμερικανική οικονομία κύρια λόγω της ανάπτυξης της «πολεμικής» βιομηχανίας.

Αναφορικά με την οικονομική πολιτική που εφαρμόστηκε και αρκετά χρόνια μετά έφτασε η στιγμή που το «αόρατο χέρι» της ελεύθερης αγοράς του Adam Smith (1723-1790) παραχώρησε τη θέση του στις απόψεις του John Maynard Keynes (1883 – 1945) ο οποίος υποστήριζε ότι για να λυθεί το πρόβλημα της ανεργίας που αντιμετώπιζε ο δυτικός κόσμος μετά το κραχ της Νέας Υόρκης (1929), θα έπρεπε  να παρέμβει το κράτος και χρηματοδοτώντας την οικονομία και τις επιχειρήσεις να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας.

Risk Management - Part D

Manolis Anastopoulos @ University of Leicester - Risk Management

3. Capital Asset Pricing Model

William Sharpe in 1964, and others, took the previous work further, by formalizing the Capital Asset Pricing Model (CAPM), which showed how the market must price individual securities in relation to the market portfolio. More specifically, their model – the CAPM – as stated in (Friedman 1987), ‘describes the relationship between the expected risk and expected return’. This model – the CAPM, can be used both as apricing model that predicts an asset’s required rate of return, and as a technique in the cost of equity analysis[1], as well.

The formula that generally describes the aforementioned relationship-the CAPM, is the following:

Rk = Rf + (Rm – Rf ) x beta

Rk = The required (expected) rate of return

Rf = The rate of a risk-free investment, i.e. cash

Rm = The market return

Beta =The price of the beta coefficient

 Example

Assuming we have a stock with a beta of 0.8, we would expect a rate of return (Rk) of 12.6% if the rate of the risk-free investment (Rf) is 7% and the market return (Rm) is 14%. It is worth noticing that because the stock’s beta is 0.8 (less than zero) the stock’s expected rate of return (Rk) is 12.6%, which is less compared to the market’s return (Rm = 14%). Conversely, if the beta is greater than 1, say 1.4, which determines a more risky stock than the market (beta =1), then the Rk would be 16.8%, which is higher compared to the market’s return (Rm = 14%).

The above mentioned higher rate compared to the market rate, is what such an investor actually requires because of the extra risk that he undertakes when choosing a stock with a beta greater than 1.

3.1 Beta Coefficient

The beta coefficient, as stated in their book (Gitman & Madura 2001), ‘Is a relative measure of non-diversifiable risk’. The beta is the covariance of a stock’s return in relation to the whole stock market’s return and it is measured by the R-square. As it is known, the R-square measures the degree of response between the independent and dependant variable, e.g. between the whole market return and a company’s share return.

When we consider ‘the whole stock market’s return’, we can refer, for example, to the General Index of the Athens Stock Exchange (with a beta coefficient of 1), which is a good indicator of the whole stock market’s behavior.

Stocks with beta higher than 1, are more volatile than the market and, consequently, are more risky. Conversely, stocks with beta lower than 1, are less volatile than the market and less risky, as well.

As a result, it can be argued that high-beta shares, due to their potential of higher-than-market returns, usually ‘attract’ investors willing to risk. Unfortunately, the expected higher-than-market return would be worked against the investor, i.e. a- less- than market return, should the stock market decline.

In conclusion, beta can be used to predict the volatility of a stock’s price related to the market risk, i.e. the systematic or the non-diversifiable risk. However, we should not forget that in order to find the beta coefficient, we have actually relied on past comparisons between company’s share return and the market return, which does not necessarily  predict accurately the future behavior of the company’s share.

4. Usefulness and Limitations of the Portfolio Theory and CAPM

Undeniably, the Portfolio Theory that later evolved into Modern Portfolio Theory introduced significant tenets of modern finance. The concepts below mentioned are still regarded as dominant tools for the current portfolio managers.

  1. The concept of diversification clarified to potential investors that by increasing the number of stocks or assets in their portfolios, they are actually reducing the non-systematic risk that is associated with each individual asset or, in other words, they are reducing their uncertainty. As a result, the overall risk of their portfolio can approach more closely the systematic risk, i.e. the market’s risk.
  2. Diversification is attainable, not only by increasing the number of shares, but also by including different assets in portfolios. In such a case, the result would be the same, i.e. to change in the investor’s favor the relationship between return to risk.
  3. Another important rule that followed the introduction of diversification was the concept of correlation, which enables prospective fluctuations of individual securities to cancel each other to a satisfactory extent.
  4. The Portfolio Theory by using statistical tools - standard deviation or coefficient of variation – managed to measure the volatility. Thus, both the risk-averse investors and those willing to risk were able to trace, through quantitative data, those portfolios that matched their desire for the undertaken risk in respect to the expected return.
  5. As a result, the efficient portfolio that succeeds the highest average rate of return for a given level of risk or, in other words, portfolio that ‘optimally’ balance risk and return, had been born. Thus, investors, for any given value of volatility (risk) can choose an optimal portfolio that gives them the greatest possible rate of return.
  6. Finally, through the analysis of the efficient frontier and the capital market line, the ‘target’ of all investors was determined as the point where the capital line touches the ‘original’ efficient frontier, which represents an identical portfolio - the market portfolio.

Undoubtedly, Markowitz was the first who actually quantified the risk. William Sharpe, Lintner, Mossin, and Famma in 1964 took the Markowit’z work further, by formalizing the Capital Asset Pricing Model (CAPM), which showed the relationship between individual securities in relation to the market portfolio.

More specifically, the CAPM contributes to the following:

  1. The introduction of the CAPM separated the non-systematic risk- the risk incorporated in each individual security, and the systematic risk, or market risk- the risk that affects all equities.
  2. According to CAPM, all investors should hold the market portfolio, leveraged or deleveraged with positions in the risk-free assets.
  3. The formula that describes the CAPM introduced the beta coefficient which actually is the covariance of a stock’s return in relation to the whole stock market’s return.
  4. Since it had already been proved that a number of about 20 shares were sufficient to significantly reduce the risk that was possible to eliminate, i.e. the non-systematic risk, leaving only the systematic risk to affect the diversified portfolio.
  5. Finally, the CAPM offers to investors a ‘quantified’ relationship between risk and return and thus enables them to ‘require’ an expected rate of return for any given level of risk, also offering companies a useful ‘tool in the cost of equity analysis.

Despite the usefulness of the aforementioned concepts, there have been many necessary assumptions in order to conclude to the aforesaid results.

More specifically, we can refer to the following assumptions:

  1. The theory in question, as well the associated models, are based on the hypothesis of an efficient market, which, among others, prerequisite:
    • The existence of many small investors, that is to say, ‘price takers’.
    • All investors have the same level of economic knowledge. They also all have free access to all information, which is not the case.
    • There is no restriction on investments, no taxes, and no transaction cost, which certainly does not respond to the real business environment.
    • All investors make their decisions under the principle of the ‘rational’ behavior or, in other words, they are all behaving as risk-averse investors who prefer higher return and lower risk. However, this is contentious. To give an example, we can refer to those people who like to bet, which indisputably does not characterize a risk-averse investor.
  2. Investors have the same investment horizon, which is far from certain. For example, we can refer to investors who are ‘expecting’, say a 15% return from a share, while others would be satisfied having such a return after 2 or 3 years time.
  3. Investors’ target is to maximize the utility of wealth. This is not unrealistic as it is known from the economic theory – consumer behavior.
  4. All the investors use the same ‘tools’ in order firstly, to measure the volatility (risk), i.e. the standard deviation of return, and secondly, to measure the return. However, this is implausible because investors are likely to have different ‘opinion’ about the future rates of the ‘tools’ in question.
  5. The likelihood that all investors can lend and borrow any desired amount of funds at the risk-free interest rate. Certainly, this is not case. For example, a huge multinational company can, undoubtedly, much more easily, negotiate the terms of a loan, e.g. the interest rate, than a small domestic one.
  1. In practice, investors take into consideration the historically determined betas, which does not necessary reflect their future value. Therefore, it would be better to consider the required return, which is specified by the model, as a rough estimation of the actual one.

[1] The CAPM return is a good indicator regarding the company’s cost of equity capital (having first deducted the relevant taxes).