Επίλογος ενός καλοκαιριού.

Δεν με τρομάζει το φευγιό σου.

Το αντίο ακούγεται σαν αποχωρισμός,

μα αυτή η λέξη δε βγήκε από τα χείλη σου.

Ένα  γεια σου μόνο με άγγιξε

έτσι για να αφήσει μια υπόσχεση επιστροφής.

 

Δεν με φοβίζει ο χρόνος ούτε η απόσταση.

Μέσα στα χρώματα της θύμησής σου το γκρι

ποτέ δεν είχε το ανάστημα της παρουσίας.

Στο βλέμμα σου ζωγραφίζεις τη σιγουριά εκείνου του μοναδικού έρωτα,

Ποιος στη μετέφερε τόσο πειστικά;

 

(ΜΑΝ)

Ένα αληθινό παραμύθι

Το βάφτισαν «παραμύθι»

Εκεί όπου η κάθε μέρα είναι αρωματισμένη με παράδεισο,

ένας χώρος ερμητικά κλειστός για το άσχημο,

Εκεί όπου η μοναδικότητα δεν διαπραγματεύεται τη θέση της,

μια και η σύγκριση έχει αποδεχτεί την ανυπαρξία της.

Εκεί που κολυμπάς στα νερά του νησιού της ουτοπίας.

 

Απέναντι στέκεται και επιμένει να ακούει στο όνομά της η «πραγματικότητα»

Εκεί  που εναλλάσσονται τα χρώματα στον ορίζοντα της κάθε μέρας,

ο τόπος που δεν ανέχεται για πολύ την αρμονία.

Εκεί όπου η μοναδικότητα παραδίδει τον ενικό αριθμό της

μια και συμμετέχουν πολλοί στον ανταγωνισμό του συνηθισμένου.

Εκεί που περιπλανιέσαι στα μονοπάτια μιας άγευστης καθημερινότητας.

 

Δύο αντίπαλοι για μια θέση!

Πέρασαν χρόνια με τον πρώτο να μάχεται να διατηρήσει το όνειρο

αποκρούοντας την επίθεση της ψυχρής λογικής του δεύτερου,

ώσπου κάποιος θέλησε

να συμφιλιώσει την ουτοπία με την πραγματικότητα,

να συμμαχήσουν τα θέλω με τα μπορώ,

να εισβάλλει το όνειρο στην καθημερινότητα.

 

Θέλησε να φτιάξει ένα αληθινό παραμύθι!

Και το μπόρεσε..

 

(ΜΑΝ)

Τα 3 λεπτά

Χρόνος!

Ένας αλαζονικός χαρακτήρας που αντλεί τη δύναμή του από την ικανότητα του αύριο να ξεθωριάζει το χθες.

Αβίαστα σου υπόσχεται ότι με τον καιρό όλα περνάνε, αντιμετωπίζονται, ξεχνιούνται, φεύγουν!

Έτσι θα συμβεί. Ζητάει μόνο χρόνο! Μέρες, μήνες, χρόνια.

 

 Απέναντί του παρακολουθεί μειδιάζοντας  ο άλλος του εαυτός,

Έχει το ίδιο όνομα μα με άλλα θέλω!

 Αυτός δεν σου μιλάει για το αύριο..

 

Σε αρπάζει από το τώρα σου σε ταξιδεύει 5 ή 10 χρόνια πίσω

σου θυμίζει κάθε λεπτομέρεια του τότε

και έτσι μαγικά σε επιστρέφει στο σήμερα

αγκαλιά με τις εικόνες του χθες!

 

Έτσι συνέβη. Ζήτησε μόνο 3 λεπτά!

 

(ΜΑΝ)

 

Η στιγμή

Μοιάζει ο χρόνος ανεξέλεγκτα να έσπρωξε

δυο λέξεις να δραπετεύσουν.

 

Είναι αυτός ο ασυμβίβαστος εγωισμός

με την αδιαπραγμάτευτη κτητικότητα της τελευταίας λέξης .

 

Κάποιος πίστεψε στην χωρίς όρους αιωνιότητα,

στο αθάνατο του δεδομένου.

 

Είχε ξεχάσει το απειροελάχιστο του χρόνου

που η νύχτα μεταμορφώνεται σε μέρα.

 

Η ανατροπή χρειαζόταν μια στιγμή

και είχε καταφέρει να της την προσφέρει.

 

(MAN)

Στιγμές

Προσπάθησε, κουράστηκε , πέτυχε

του ζήτησαν την ανταμοιβή,

τους πλήρωσε με χρόνο!

 

Η ταχύτητα ήταν μεγάλη,

θόλωνε το ταξίδι,

και κάποτε το έλα με το πήγαινε

έπαψαν να είναι δύο διαδρομές!

 

Χρόνια μετά τον ρώτησαν για τα ωραία χρόνια

απάντησε μόνο με στιγμές,

Ήταν εκείνες οι μοναδικές

που δεν τόλμησε η ταχύτητα να του τις κλέψει!

 

(ΜΑΝ)

Μια τυχερή ζωή

 

Βρίσκονταν πάντα στην απέναντι όχθη,

έτοιμοι να φορέσουν ανά περίπτωση τη μάσκα του κριτή, του δικαστή,

αυτού του απαραίτητα «ανώτερου» που απαιτούσε

η μορφή σου να μη θολώνει τα θέλω τους!

 

Το όνομά τους ήταν: οι άλλοι..

 

Όλοι εκείνοι που η φαντασία σου αδιαπραγμάτευτα

τους αναγόρευε καλύτερους!

Όλοι εκείνοι που μίκραιναν το μπόι σου

για να αδυνατεί να δραπετεύσει από τα όρια της σκιάς τους.

Όλοι εκείνοι οι κατακτητές της σκέψης σου.

 

Ήταν λίγο πριν κάποιο Πάσχα,

και έμοιαζε μια ακόμα ετερόφωτη άνοιξη

όταν δύο καταπράσινα μάτια γελώντας με τα δήθεν θέλω σου

σε τράβηξαν βίαια έξω από τον καλυμμένο με τη σκιά των άλλων κόσμο

για να σου μάθουν το πραγματικό όνομά σου…

 

Και ήταν από εκείνες τις ανακαλύψεις στα ταξιδέματα της ζωής

που είναι πολύ μεγάλες για να χωρέσουν στη λέξη αλλαγή,

μόνο το όνομα ανατροπή τους πηγαίνει..

 

Μένει ένα χωρίς τέλος ευχαριστώ σε εκείνη την παρουσία

που με ένα άγνωστο στο πριν τρόπο

ζήτησε μια διαδρομή 20 μόνο λεπτών

για να χαρίσει στο διάβα σου την μοναδικότητα μιας «τυχερής ζωής».

 

(MAN)

 

1339 και ένα λεπτά σκέψης

Δεν ήξερε αν από τους εκατό  διαφορετικούς τρόπους

που θα μπορούσε να σου πει ότι σε σκέφτεται

διαλέγοντας μια «καληνύχτα»

θα εννοούσε και τους υπόλοιπους ενενήντα εννέα.

 

Και πες  ότι κάθε τελείωμα μέρας στην έστελνε,

πόσο λίγο θα μπορούσε ένα λεπτό

να συγκρατήσει τα υπόλοιπα 1339 λεπτά σκέψης;

 

Ήταν μια μάχη στη γλώσσα των αριθμών χαμένη,

όχι όμως και για τη δική του αίσθηση..

Σε αυτήν δεν χανόταν ποτέ κάτι που είχε κερδηθεί!

 

(ΜΑΝ)

Η απεραντοσύνη του «όλα»

Δεν υπήρχε χώρος για αν, για μπορεί, και για ίσως,

αβεβαιότητα παρέα με ερωτηματικά είχαν χαθεί στο πολύ μακριά,

η λέξη «νέο» είχε αφαιρεθεί από την καθημερινότητα της σκέψης

Τα είχε γνωρίσει «όλα»

Ακόμα και τα όνειρα ανήκαν πια μόνο στους άλλους..

 

Ήταν αρχές κάποιας άνοιξης όταν η λέξη «όλα» θύμωσε

με τον υπερόπτη που θέλησε να πιστέψει στην έννοιάς της.

Ποιός ήταν εκείνος που τόλμησε να αμφισβητήσει την απεραντοσύνη της;

Πόσο θράσος περίσσευε σε αυτόν που προσπάθησε να της στερήσει το μετά;

 

Ζήτησε από το χρόνο 20 μόνο λεπτά.

Τόσο της χρειαζόταν για να σφραγίσει την πραγματικότητα της ανυπαρξίας της,

και το έκανε παραμυθένια με ένα  μοναδικό τρόπο που μόνο η ίδια ήξερε..

 

Το ταξίδεμα στην απεραντοσύνη του «όλα» μόλις ξεκινούσε..

 

(ΜΑΝ)

Αναμνήσεις

 

Ήταν πάντα εκεί για να κάνουν τη σκέψη σου δική τους.

ποτέ δεν κουράστηκαν για να ρωτήσουν αν ήθελες.

 

Τις έλεγαν αναμνήσεις!

 

Διάλεγαν πάντα τα όμορφα τοπία του χθες,

για να σε γυρίσουν ύπουλα και συνάμα επιτακτικά σε εκείνο το τότε.

 

Αυτές που έκλεβαν από τη μνήμη σου τη μοναδικότητα του ταξιδέματος που αντάμωσες κάποιες στιγμές στο πριν σου,

αφήνοντας  στη θέση του τη μελαγχολία του ωραίου που το κούρσεψε ο χρόνος.

 

Έτσι πονηρά προσπαθούσαν να σε πείσουν ότι στην ομορφιά κάποιοι δώρισαν ένα μόνο πρόσωπο.

Ήταν μια απαίτηση παράδοσης  των ονείρων σου.

 

Δεν το κατάφεραν..

 

(ΜΑΝ)

Γιατί έπρεπε..

Και έτσι - δίχως λόγια - πέρασαν μέσα μου τα πρέπει..

Μια σιωπηλή εντολή που της έλειπε και το γιατί και το για ποιον.

Όμως έπρεπε..

Έπρεπε να αποκτήσεις ολοένα και περισσότερα..

Και αυτά τα περισσότερα δεν τα έβρισκες εκεί έξω ελεύθερα

όπως τη μαγεία της αγάπης, το πάθος του έρωτα, τον ήχο του κύματος ή τη θέα του ήλιου όταν αποφάσιζε να ξεκουραστεί

ήταν πάντα φτιαγμένα από ανθρώπινα χέρια, ήταν προϊόν..

Κάποια, πράγματι τα ζητούσε το  μέσα μου για να προσφέρεις στην επόμενη μέρα εκείνο το καλύτερο που έλλειπε από την προηγούμενη

αυτά όμως ήταν τα λίγα..

Όλα τα υπόλοιπα σου έκλεψαν πολλούς χειμώνες για να σου φανερώσουν το πραγματικό λίγο τους.

Όμως η εντολή έλεγε έπρεπε..