Η στιγμή

Μοιάζει ο χρόνος ανεξέλεγκτα να έσπρωξε

δυο λέξεις να δραπετεύσουν.

 

Είναι αυτός ο ασυμβίβαστος εγωισμός

με την αδιαπραγμάτευτη κτητικότητα της τελευταίας λέξης .

 

Κάποιος πίστεψε στην χωρίς όρους αιωνιότητα,

στο αθάνατο του δεδομένου.

 

Είχε ξεχάσει το απειροελάχιστο του χρόνου

που η νύχτα μεταμορφώνεται σε μέρα.

 

Η ανατροπή χρειαζόταν μια στιγμή

και είχε καταφέρει να της την προσφέρει.

 

(MAN)

Στιγμές

Προσπάθησε, κουράστηκε , πέτυχε

του ζήτησαν την ανταμοιβή,

τους πλήρωσε με χρόνο!

 

Η ταχύτητα ήταν μεγάλη,

θόλωνε το ταξίδι,

και κάποτε το έλα με το πήγαινε

έπαψαν να είναι δύο διαδρομές!

 

Χρόνια μετά τον ρώτησαν για τα ωραία χρόνια

απάντησε μόνο με στιγμές,

Ήταν εκείνες οι μοναδικές

που δεν τόλμησε η ταχύτητα να του τις κλέψει!

 

(ΜΑΝ)

Μια τυχερή ζωή

 

Βρίσκονταν πάντα στην απέναντι όχθη,

έτοιμοι να φορέσουν ανά περίπτωση τη μάσκα του κριτή, του δικαστή,

αυτού του απαραίτητα «ανώτερου» που απαιτούσε

η μορφή σου να μη θολώνει τα θέλω τους!

 

Το όνομά τους ήταν: οι άλλοι..

 

Όλοι εκείνοι που η φαντασία σου αδιαπραγμάτευτα

τους αναγόρευε καλύτερους!

Όλοι εκείνοι που μίκραιναν το μπόι σου

για να αδυνατεί να δραπετεύσει από τα όρια της σκιάς τους.

Όλοι εκείνοι οι κατακτητές της σκέψης σου.

 

Ήταν λίγο πριν κάποιο Πάσχα,

και έμοιαζε μια ακόμα ετερόφωτη άνοιξη

όταν δύο καταπράσινα μάτια γελώντας με τα δήθεν θέλω σου

σε τράβηξαν βίαια έξω από τον καλυμμένο με τη σκιά των άλλων κόσμο

για να σου μάθουν το πραγματικό όνομά σου…

 

Και ήταν από εκείνες τις ανακαλύψεις στα ταξιδέματα της ζωής

που είναι πολύ μεγάλες για να χωρέσουν στη λέξη αλλαγή,

μόνο το όνομα ανατροπή τους πηγαίνει..

 

Μένει ένα χωρίς τέλος ευχαριστώ σε εκείνη την παρουσία

που με ένα άγνωστο στο πριν τρόπο

ζήτησε μια διαδρομή 20 μόνο λεπτών

για να χαρίσει στο διάβα σου την μοναδικότητα μιας «τυχερής ζωής».

 

(MAN)

 

1339 και ένα λεπτά σκέψης

Δεν ήξερε αν από τους εκατό  διαφορετικούς τρόπους

που θα μπορούσε να σου πει ότι σε σκέφτεται

διαλέγοντας μια «καληνύχτα»

θα εννοούσε και τους υπόλοιπους ενενήντα εννέα.

 

Και πες  ότι κάθε τελείωμα μέρας στην έστελνε,

πόσο λίγο θα μπορούσε ένα λεπτό

να συγκρατήσει τα υπόλοιπα 1339 λεπτά σκέψης;

 

Ήταν μια μάχη στη γλώσσα των αριθμών χαμένη,

όχι όμως και για τη δική του αίσθηση..

Σε αυτήν δεν χανόταν ποτέ κάτι που είχε κερδηθεί!

 

(ΜΑΝ)

Η απεραντοσύνη του «όλα»

Δεν υπήρχε χώρος για αν, για μπορεί, και για ίσως,

αβεβαιότητα παρέα με ερωτηματικά είχαν χαθεί στο πολύ μακριά,

η λέξη «νέο» είχε αφαιρεθεί από την καθημερινότητα της σκέψης

Τα είχε γνωρίσει «όλα»

Ακόμα και τα όνειρα ανήκαν πια μόνο στους άλλους..

 

Ήταν αρχές κάποιας άνοιξης όταν η λέξη «όλα» θύμωσε

με τον υπερόπτη που θέλησε να πιστέψει στην έννοιάς της.

Ποιός ήταν εκείνος που τόλμησε να αμφισβητήσει την απεραντοσύνη της;

Πόσο θράσος περίσσευε σε αυτόν που προσπάθησε να της στερήσει το μετά;

 

Ζήτησε από το χρόνο 20 μόνο λεπτά.

Τόσο της χρειαζόταν για να σφραγίσει την πραγματικότητα της ανυπαρξίας της,

και το έκανε παραμυθένια με ένα  μοναδικό τρόπο που μόνο η ίδια ήξερε..

 

Το ταξίδεμα στην απεραντοσύνη του «όλα» μόλις ξεκινούσε..

 

(ΜΑΝ)

Αναμνήσεις

 

Ήταν πάντα εκεί για να κάνουν τη σκέψη σου δική τους.

ποτέ δεν κουράστηκαν για να ρωτήσουν αν ήθελες.

 

Τις έλεγαν αναμνήσεις!

 

Διάλεγαν πάντα τα όμορφα τοπία του χθες,

για να σε γυρίσουν ύπουλα και συνάμα επιτακτικά σε εκείνο το τότε.

 

Αυτές που έκλεβαν από τη μνήμη σου τη μοναδικότητα του ταξιδέματος που αντάμωσες κάποιες στιγμές στο πριν σου,

αφήνοντας  στη θέση του τη μελαγχολία του ωραίου που το κούρσεψε ο χρόνος.

 

Έτσι πονηρά προσπαθούσαν να σε πείσουν ότι στην ομορφιά κάποιοι δώρισαν ένα μόνο πρόσωπο.

Ήταν μια απαίτηση παράδοσης  των ονείρων σου.

 

Δεν το κατάφεραν..

 

(ΜΑΝ)

Γιατί έπρεπε..

Και έτσι - δίχως λόγια - πέρασαν μέσα μου τα πρέπει..

Μια σιωπηλή εντολή που της έλειπε και το γιατί και το για ποιον.

Όμως έπρεπε..

Έπρεπε να αποκτήσεις ολοένα και περισσότερα..

Και αυτά τα περισσότερα δεν τα έβρισκες εκεί έξω ελεύθερα

όπως τη μαγεία της αγάπης, το πάθος του έρωτα, τον ήχο του κύματος ή τη θέα του ήλιου όταν αποφάσιζε να ξεκουραστεί

ήταν πάντα φτιαγμένα από ανθρώπινα χέρια, ήταν προϊόν..

Κάποια, πράγματι τα ζητούσε το  μέσα μου για να προσφέρεις στην επόμενη μέρα εκείνο το καλύτερο που έλλειπε από την προηγούμενη

αυτά όμως ήταν τα λίγα..

Όλα τα υπόλοιπα σου έκλεψαν πολλούς χειμώνες για να σου φανερώσουν το πραγματικό λίγο τους.

Όμως η εντολή έλεγε έπρεπε..

Ένα αληθινό χαμόγελο

 

Ήταν η προσπάθεια για το καλύτερο αύριο,

και το καλύτερο υπήρχε γιατί ευχαριστούσες το σήμερα της ζωής σου.

 

Όταν άγγιζες  το καλύτερο, εκείνη τη στιγμή,  όχι μετά, του γέλαγες

του αφιέρωνες απλόχερα ένα αληθινό ευχαριστώ.

 

Ήταν μια φωνή που ερχόταν από τα βάθη του μέσα σου πειστική και καθόλου εφήμερη.

Λίγο παρακάτω η ηχώ της φωνής σου γινόταν συναίσθημα

Έπαιρνε τη μορφή της συμπεριφοράς που σε ταξίδευε στην αναζήτηση της Ιθάκης σου.

 

Και η Ιθάκη πια δεν ήταν ένα από τα νησιά. Ήταν το ένα νησί!

(ΜΑΝ)

Μια μοναδική ανατροπή

 

Και πάντα λέγαμε «μη βιάζεσαι, θέλει το χρόνο του»

Ήταν βλέπεις η σκέψη που δεν άντεχε την πρωτιά,

πάνω από το μπόι της η ευθύνη της απόφασης στο τώρα.

 

‘Έψαχνε αμέτρητα καλοκαίρια να βρει ένα άλλοθι που θα της δικαιολογούσε το μετά

ήθελε κάτι που να την προστατεύει από το λάθος

με αυτή τη λογική ζούσε.

 

Μέχρι που τα λάθος βάλθηκε να αλλάξει σε σωστό,

έτσι απότομα χωρίς προηγούμενα να προϊδεάσει για την ανατροπή που ετοίμαζε.

 

Τράβηξε απότομα τη μακρυμαλλούσα  σκέψη προς το μέρος του

και αποστομωτικά της χάρισε την απομυθοποίηση του χρόνου.

 

Χρειάστηκαν μόνο 20 λεπτά!

 

(ΜΑΝ)