ΑΟΘ: Η Παραγωγή και το Κόστος της επιχείρησης - Σημαντικά σημεία για τη λύση των ασκήσεων

Αναφερόμενοι στην ακολουθούμενη μεθοδολογία για την λύση των ασκήσεων του  κεφαλαίου "Παραγωγή και Κόστος" θεωρούμε απαραίτητο οι υποψήφιοι φοιτητές να έχουν μελετήσει, κατανοήσει και εξοικειωθεί με τα παρακάτω:

Μεθοδολογία

  • Ποια είναι τα βασικά στοιχεία της εκφώνησης της άσκησης που δεν πρέπει να ξεφύγουν της προσοχής μας.
  • Πως συμπληρώνουμε τα κενά ενός πίνακα με στοιχεία παραγωγής και κόστους μιας επιχείρησης. Ποια στοιχεία αξιοποιούμε και με ποια σειρά.
  • Ποια η διαφορά τα στοιχεία του πίνακα να αναφέρονται σε μια επιχείρηση σε σχέση με το να αναφέρονται στον κλάδο παραγωγής ενός αγαθού που συμμετέχει (n) αριθμός επιχειρήσεων.
  • Πως θα απαντήσουμε σε ερωτήματα που σχετίζονται με τον Νόμο της φθίνουσας ή μη ανάλογης απόδοσης. Αν ισχύει, πότε εμφανίζεται, και γιατί ισχύει ο συγκεκριμένος νόμος.
  • Πως χρησιμοποιούμε το οριακό κόστος (MC) για να απαντήσουμε σε ερωτήματα που σχετίζουν συγκεκριμένο επίπεδο παραγωγής (Q) και κόστους που απαιτείται, αλλά και πως θα υπολογίζουμε την μεταβολή του κόστους που δημιουργείται λόγω μεταβολής του επιπέδου της παραγωγής.
  • Τι σημαίνει, π.χ. στον (n) εργάτη να μεγιστοποιείται το Μέσο προϊόν (ΑΡ). Πως αξιοποιείται αυτή η πληροφορία.
  • Πως υπολογίζουμε το μεταβλητό κόστος (VC) αν η άσκηση αναφέρει ποιοι είναι οι μεταβλητοί συντελεστές παραγωγής που χρησιμοποιεί η επιχείρηση και ποιες οι αμοιβές (κόστος) ανά μονάδα τους.
  • Από ποια διαφορετικά δεδομένα (ανά άσκηση) είναι δυνατός ο υπολογισμός του μεταβλητού κόστους (VC.)
  • Ποια στοιχεία συμμετέχουν στη διαμόρφωση του σταθερού κόστους (FC) άρα χρειάζονται για τον υπολογισμό του, αν αυτό δεν δίνεται.
  • Γιατί σε επίπεδο μεταβολής, η μεταβολή του κόστους ισούται με τη μεταβολή είτε του συνολικού είτε του μεταβλητού κόστους της επιχείρησης.
  • Πως κατασκευάζουμε τον πίνακα προσφοράς της επιχείρησης από τα στοιχεία παραγωγής και κόστους της, και πως θα αιτιολογήσουμε την απάντησή μας.
  • Ποιες δαπάνες ανήκουν στο μεταβλητό κόστος (VC) της επιχείρησης και ποιες στο σταθερό κόστος (FC).

Εδώ θα βρείτε σε video παρουσίαση την (επανάληψη) του κεφαλαίου Παραγωγή και κόστος

Καλή συνέχεια στη μελέτη σας!

Κράτα το

Η θεωρία της Χρησιμότητας. Οι βασικές υποθέσεις

Σύμφωνα με τη θεωρία της χρησιμότητας ο καταναλωτής λάμβάνοντας υπόψη τους περιορισμούς του εισοδήματος και των τιμών επιδιώκει να αντλήσει τη μέγιστη δυνατή χρησιμότητα (utility maximization) από την κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών

Σε αυτή τη δαδικασία επιλογής που οδηγεί στην επίτευξη του στόχου  του - μεγιστοπόιηση της χρησιμότητας - θα πρέπει να αναφερθούμε στην έννοια της ορθολογικής συμπεριφοράς (rational behavior).

Εισαγωγικά και μόνο, το ορθολογικό στοιχείο σχετίζεται με την έννοια της προτίμησης του Α γεγονότος από το Β. Μια τέτοια επιλογή θεωρείται η σωστή όταν έχοντας σταθμίσει όλους τους παράγοντες καταλήγουμε ότι το Α γεγονός (που προκρίναμε) μας δίνει μεγαλύτερη ικανοποίηση.

Συνεχίζοντας  την σχετική ανάλυση  σε επόμενο επίπεδο θα πρέπει να επισημάνουμε τις υποθέσεις στις οποίες στηρίζεται η καταναλωτική ζήτηση:

Ο εισοδηματικός περιορισμός (budget constraint)

Αναφέρεται στο ύψος του προς διάθεση εισοδήματος (Ι) και είναι ίσως ο σημαντικότερος παράγοντας τον οποίο λαμβάνει υπόψη ο καταναλωτής.

Στην πράξη, η συμπεριφορά του καταναλωτή διαφοροποιείται ανάλογα με την ανά περίοδο πραγματοποιηθείσα δαπάνη. Δηλαδή σχετίζεται με ποσοστό του εισοδήματος που έχει ήδη καταναλωθεί. Πράγματι όλοι μας αισθανόμαστε περισσότερο “πλούσιοι” την ημέρα της μισθοδοσίας σε σχέση με τις τελευταίες ημέρες του μήνα.

Υπάρχει θα λέγαμε μια θετική συσχέτιση μεταξύ του “βαθμού ευκολίας” στην κατανάλωση και του “διαθέσιμου υπολοίπου του εισοδήματος”.

Εάν η παραπάνω συμπεριφορά μας χαρακτηρίζει, τότε στην πραγματικότητα δεν έχουμε “ακριβή γνώση” του ύψους του εισοδήματός μας. Επομένως ο τρόπος που αυτό κατανέμεται (για αγορά αγαθών και υπηρεσιών) δεν είναι απαραίτητα και ο ορθολογικός που θα οδηγήσει στη μεγιστοποίηση της χρησιμότητας.

Η γνώση των τιμών (των αγαθών και υπηρεσιών)

Αποτελεί τη δεύτερη υπόθεση που θεωρούμε ότι χαρακτηρίζει τον καταναλωτή. Είναι όμως δύσκολο να δεχτούμε ότι μη την ιδιότητα του καταναλωτή γνωρίζουμε όλες τις τιμές των αγαθών (που μας ενδιαφέρουν). Την πιθανή “γεωγραφική” διαφοροποίησή των. Το ενδεχόμενος μεταβολή των λόγω αλλαγής των προτιμήσεων μας. Αλλά και την “πραγματική” δυνατότητα των αγαθών για την ικανοποίηση – κάλυψη συγκεκριμένης ανάγκης.

Θεωρώντας ότι οι παραπάνω υποθέσεις δεν “διαφοροποιούν” σε μεγάλο βαθμό την εικόνα της πραγματικότητας θα αναλύσουμε σε επόμενες αναφορές μας βασικέ έννοιες από τη θεωρία της Χρησιμότητας όπως: α)  των καμπυλών αδιαφορίας (που αναφέρονται στην συνολική χρησιμότητα που μπορεί να αντλήσει ο καταναλωτής) β) της γραμμής του εισοδηματικού περιορισμού και γ) της καταναλωτικής ισορροπίας.

Μεταβλητό Κόστος (VC) και ο Νόμος της Φθίνουσας απόδοσης(ΝΦΑ)

Είναι γνωστό ότι στη βραχυχρόνια περίοδο μέχρι κάποιο επίπεδο παραγωγής σημείο (α) [διάγραμμα 1] η προσθήκη μεταβλητού ΣΠ (εργασία) επί σταθερών ΣΠ (έδαφος, μηχανήματα) δίνει ολοένα και μεγαλύτερες αυξήσεις στο συνολικό προϊόν (ΤΡ). Στη συνέχεια όμως, λόγω εμφάνισης του ΝΦΑ η περαιτέρω προσθήκη μεταβλητού ΣΠ δίνει ολοένα και μικρότερες αυξήσεις στο συνολικό προϊόν (ΤΡ).

Διάγραμμα 1

Αυτό εξηγείται γιατί μέχρι το εν λόγω σημείο οι σταθεροί ΣΠ έχουν μεγάλα περιθώρια απόδοσης. Δηλαδή οι μεταβλητοί ΣΠ συνεργαζόμενοι μπορούν να κάνουν καλύτερη ποσοτικά και ποιοτικά χρήση των σταθερών ΣΠ με αποτέλεσμα τον έντονο ρυθμό αύξησης της παραγωγής. Όμως  μετά το σημείο αυτό η συνεχιζόμενη προσθήκη μεταβλητών ΣΠ στην πραγματικότητα μειώνει την αποδοτικότητα των σταθερών ΣΠ οι οποίοι θα λέγαμε ότι σταδιακά “εξαντλούνται”.

Το γεγονός ότι (στο πρώτο διάστημα αναφοράς) η προσθήκη του κάθε εργαζόμενου αυξάνει την παραγωγή περισσότερο από όσο αυξήθηκε από τον προηγούμενό του σημαίνει ότι η αύξηση του μεταβλητού κόστους (VC) είναι αργή.

Στο δεύτερο όμως διάστημα αναφοράς - λόγω εμφάνισης του ΝΦΑ – το γεγονός ότι η προσθήκη κάθε νέου εργαζόμενου οδηγεί σε όλο και μικρότερες αυξήσεις της παραγωγής σημαίνει ότι αυτή η “επιπλέον” παραγωγή “κοστίζει” περισσότερο σε όρους π.χ. μισθών. Επομένως μετά το σημείο (β) [διάγραμμα VC] η αύξηση του μεταβλητού κόστους (VC) γίνεται πλέον έντονη.

Συμπερασματικά καταλαβαίνουμε ότι πράγματι η εμφάνιση του ΝΦΑ είναι ο λόγος για τον οποίο το μεταβλητό κόστος (VC) ενώ αρχικά (με την αύξηση της παραγωγής) αυξάνεται αργά στη συνέχεια αυξάνεται έντονα.

Κράτα το

Γιατί όταν το ΣΥΝΟΛΙΚΟ προϊόν (TP) μεγιστοποιείται το ΟΡΙΑΚΟ προϊόν (ΜΡ) ισούται με 0.

Αρκετοί υποψήφιοι (χωρίς να μπορούν να αιτιολογήσουν το γιατί) μαθαίνουν απ‘ έξω  ότι όταν το Συνολικό προϊόν (ΤΡ) μεγιστοποιείται το οριακό προϊόν ισούται με 0.

Επειδή είμαστε αντίθετοι με την απομνημόνευση εννοιών και ισοτήτων στην Οικονομία θα προσπαθήσουμε στην παρούσα ανάλυση κάνοντας περιορισμένη χρήση παραγώγων να εξηγήσουμε τον λόγο της παραπάνω σχέσης μεταξύ συνολικού και οριακού προϊόντος.

Οριακό προϊόν μιας εισροής (εργασίας- L) είναι η αύξηση του συνολικού προϊόντος (ΤΡ) η οποία προκύπτει από την αύξηση της μεταβλητής εισροής (L) κατά μια μονάδα.

Επομένως το οριακό προϊόν (ΜΡ) της εργασίας (ΜP = ΔQ/ΔL) ισούται με την κλίση της καμπύλης του συνολικού προϊόντος (ΤΡ). Δηλαδή είναι η πρώτη παράγωγος της συνάρτησης παραγωγής ως προς (L).

Συγκεκριμένα, εάν Q= f(L) και ΔL = αύξηση εργασίας, το νέο προϊόν θα είναι: f (L+ΔL),

Άρα το MP = [f (L + ΔL) - f (L)]  / ΔL

Παράδειγμα: Έστω η συνάρτηση παραγωγής Q = - L^2 + 8L  (1).

To MP = ΔQ/ΔL = (- L^2 + 8L)’ = - 2L+8

Για να έχει μέγιστο η συνάρτηση θα πρέπει α) η πρώτη παράγωγος να ισούται με 0 και β) η δεύτερη παράγωγος να είναι μικρότερη του μηδενός.

Άρα:

  • α) για ΜΡ = 0 ⇒- 2L + 8 = 0 ⇒ L = 4
  • β) και (- 2L+8)’ = - 2

Επομένως για L = 4 (όταν απασχολούνται 4 εργάτες):

  • Το οριακό προϊόν (ΜΡ) ισούται με 0
  • Το συνολικό προϊόν (ΤΡ) μεγιστοποιείται.
  • Η μέγιστη δυνατή ποσότητα παραγωγής είναι (η (1) για L = 4) 16 μονάδες.

Παρατηρήσεις:

  • Η μέγιστη κλίση της καμπύλης ΤΡ πρέπει να αντιστοιχεί προς το μέγιστο της καμπύλης του ΜΡ, δηλαδή στο τελείωμα της 1ης φάσης.
  • Στη μέγιστη τιμή του ΤΡ (όπου η κλίση είναι ίση με μηδέν), θα πρέπει όπως αναφέρθηκε προηγουμένως το ΜΡ  = 0.

 

ΑΟΘ: Γιατί όταν το μέσο προϊόν (ΑΡ) μεγιστοποιείται ισούται με το οριακό προϊόν (ΜΡ)

Μέσο προϊόν (AP) και οριακό προϊόν (MP) - Σε αρκετές ασκήσεις της Οικονομικής θεωρίας αναφέρεται ότι για παράδειγμα στον 5 εργάτη το μέσο προϊόν παίρνει την μέγιστη τιμή του.

Οι υποψήφιοι φοιτητές γνωρίζουν ότι η καμπύλη του οριακού προϊόντος κατερχόμενη τέμνει την καμπύλη του μέσου προϊόντος στη μέγιστη τιμή του.

Επομένως το max της καμπύλης του μέσου προϊόντος είναι συγχρόνως και σημείο τομής των δύο καμπυλών (ΑΡ και ΜΡ).

Σωστά λοιπόν οι υποψήφιοι θέτουν AP5 = MP5, αναλύουν τους τύπους ΑΡ και ΜΡ και αντικαθιστώντας ανάλογα συνεχίζουν την άσκηση.

Προχωρώντας σε επόμενα (των Πανελλαδικών) επίπεδα ανάλυσης και μέσω παραδείγματος θα δείξουμε γιατί στο σημείο όπου το μέσο προϊόν παίρνει τη μέγιστη τιμή του ισχύει  η ισότητα ΑΡ = ΜΡ.

Ας θεωρήσουμε τη συνάρτηση παραγωγής Q = 600L^2 – 10L^3

1.Το οριακό προϊόν της εργασίας (πρώτη παράγωγος της συνάρτησης παραγωγής)

ΜΡL = ΔQ/ΔL = 1200L – 30L^2     (1)

2. Το μέσο προϊόν της εργασίας AP = Q/L = (600L^2 – 10L^3) / L = 600L – 10L^2     (2)

Η συνάρτηση (2) θα έχει μέγιστο όταν η πρώτη παράγωγός της θα ισούται με το μηδέν και η δεύτερη παράγωγος θα είναι αρνητική.

Επομένως ΔAP/ΔL = 600 – 20L = 0 ⇒ L = 30

(η δεύτερη παράγωγος ισούται με – 20, άρα είναι αρνητική)

Δηλαδή για L = 30 το μέσο προϊόν (ΑΡ) παίρνει την μέγιστη τιμή του.

3. Η σχέση (1) – οριακό προϊόν για L = 30 ⇒ ΜΡ = 9.000

Η σχέση (2)  –  μέσο προϊόν   για L = 30 ⇒ ΑΡ = 9.000

 

Επομένως στο σημείο όπου το μέσο προϊόν παίρνει τη μέγιστη τιμή του ισχύει  η ισότητα ΑΡ = ΜΡ.

Στο συνημμένο σύνδεσμο μπορείτε να δείτε σε video παρουσίαση περισσότερα για την Παραγωγή και το Κόστος των επιχειρήσεων

Για άλλα θέματα ΑΟΘ μπορείτε να επισκεφτείτε το κανάλι μας στο YouTube.

ΑΟΘ: Η βραχυχρόνια καμπύλη προσφοράς στον πλήρη ανταγωνισμό.

Η προσπάθεια δίνεται στο να γίνει κατανοητό το γιατί η καμπύλη προσφοράς της επιχείρησης σχετίζεται με την καμπύλη του MC και του AVC χωρίς να ξεφύγουμε (πολύ) από την ύλη που θα εξεταστούν οι υποψήφιοι για την εισαγωγή στα ΑΕΙ και ΤΕΙ.
Αρχικά πρέπει να έχουμε υπόψη ότι η μορφή αγοράς του πλήρους ανταγωνισμού δύσκολα συναντάται στην πραγματικότητα. Η τιμή πώλησης (Ρ) του αγαθού για κάθε επιχείρηση που ανήκει στον κλάδο είναι δεδομένη (price taker) και προσδιορίζεται από την προσφορά και την ζήτηση.
Το ότι μια επιχείρηση ΔΕΝ μπορεί να μεταβάλλει (επηρεάσει) την τιμή του αγαθού εξηγείται από τα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης μορφής αγοράς (μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων, ελευθερία εισόδου – εξόδου στον κλάδο, και ομοιογενές προϊόν)

Η επιχείρηση  στην προσπάθειά της να μεγιστοποιήσει τα κέρδη της (ή να ελαχιστοποιήσει τη ζημιά της) αναζητεί εκείνη την ποσότητα παραγωγής (Qm) που θα της εξασφαλίσει αυτό το στόχο της.

Α. Αυτό επιτυγχάνεται όταν το MC = P.

Για όσο διάστημα το οριακό έσοδο (MR) - που αντιπροσωπεύει το επιπλέον έσοδο από την πώληση της εκάστοτε μονάδας προϊόντος που έχει παραχθεί – είναι μεγαλύτερο από το οριακό κόστος (MC) - που αντιπροσωπεύει το επιπλέον κόστος από την παραγωγή της εκάστοτε μονάδας, η επιχείρηση θα παράγει μια επιπλέον μονάδα διότι αυτό θα της αποφέρει κέρδος ίσο με τη διαφορά MR – MC. Αυτό συμβαίνει για όλο το διάστημα Α - Β.(Διάγραμμα 1. Συνθήκη Ισορροπίας – μεγιστοποίησης κερδών)

 Διάγραμμα 1

Μεγιστοπόιηση κερδών στον πλήρη ανατγωνισμό

Συνθήκη ισορροπίας - μεγιστοποίησης κερδών στον πλήρη ανταγωνισμό

Αν η επιχείρηση συνεχίζει να παράγει μονάδες μετά από εκείνη που αντιστοιχεί στο σημείο Β (Qm) αυτές θα της αποφέρουν ζημιά ίση με τη διαφορά MC – MR.

Επομένως το επίπεδο παραγωγής (Qm) που θα της εξασφαλίσει τα μέγιστα κέρδη (συνθήκη ισορροπίας) είναι εκείνο όπου το MC = MR (2).

Είναι προφανές, από τη μορφή των καμπυλών, ότι το σημείο της παραγωγής (Qm) που μας ενδιαφέρει να ισχύει η ισότητα MC = MR είναι το σημείο Β (όπου το MC ανέρχεται και όχι το σημείο Α όπου αυτό κατέρχεται διότι σε όλη τη ζώνη Α-Β το MR > MC άρα η επιχείρηση έχει συμφέρον να παράγει όλες αυτές τις μονάδες που ανήκουν στη συγκεκριμένη ζώνη).

Να διευκρινίσουμε ότι στον πλήρη ανταγωνισμό και ανεξάρτητα από το μέγεθος της παραγωγής το MR ισούται με το Ρ. Αυτό διότι με δεδομένο ότι η τιμή (Ρ) παραμένει σταθερή, η εκάστοτε μεταβολή των εσόδων από την πώληση μιας μονάδας (MR) θα ισούται πάντα με την τιμή (Ρ).
Επομένως η σχέση (2) – συνθήκη μεγιστοποίησης κερδών, γίνεται MC = MR = P.

Β. Καμπύλη Προσφοράς και ανερχόμενο τμήμα του MC (που βρίσκεται πάνω από την καμπύλη AVC )

Σαν συμπέρασμα (από την προηγούμενη ανάλυση) η επιχείρηση θα προσφέρει εκείνη την ποσότητα (QS)  που θα προκύπτει από τη συνθήκη ισορροπίας (MC = MR = P)  ανά διαφορετικό επίπεδο τιμής (Ρ) του προϊόντος (όπως αυτή θα καθορίζεται στην αγορά).

Βεβαίως η επιχείρηση για να παράγει θα πρέπει να καλύπτει (τουλάχιστον) το μέσο μεταβλητό κόστος της (AVC). Δεν έχει νόημα να προσφέρει το προϊόν της σε τιμή (Ρ) μικρότερη του πόσο της κοστίζει κατά μέσο όρο. Μην ξεχνάμε εξάλλου ότι υπάρχει και το σταθερό κόστος της.

Συμπεραίνουμε ότι η επιχείρηση θα προσφέρει εκείνη την ποσότητα (QS) που προκύπτει από την ισότητα MC = MR = P. Και θα την αναπροσαρμόζει βάσει πάντα της ισότητας MC = MR = Ρ όταν μεταβάλλεται (στην αγορά) η τιμή (Ρ=MR). Όμως η μικρότερη τιμή (Ρ) που είναι διατεθειμένη να προσφέρει θα πρέπει να της καλύπτει το AVC. Επομένως η καμπύλη προσφοράς της θα ξεκινάει από Ρ ≥ AVC min.

Στο διάγραμμα 2 παρατηρούμε ότι όταν η τιμή πώλησης είναι Ρ2 η επιχείρηση καλύπτει το μεταβλητό κόστος της. Αντίστοιχα στην τιμή Ρ3 καλύπτει και μέρος του σταθερού κόστους της, ενώ στην τιμή Ρ4 καλύπτει πλέον ολόκληρο το συνολικό κόστος της.

Διάγραμμα 2

Καμπύλη προσφοράς (πλήρης αναταγωνισμός)

Η καμπύλη προσφοράς της επιχείρησης στον πλήρη ανταγωνισμό

Σε τιμές μικρότερες της Ρ2 (π.χ. στην Ρ1) η επιχείρηση δεν παράγει γιατί δεν καλύπτει ούτε το μεταβλητό κόστος της.

Αντίθετα σε τιμές μεγαλύτερες της Ρ4, η επιχείρηση θα έχει «πραγματικά» κέρδη με αποτέλεσμα την «προσέλκυση» νέων επιχειρήσεων στον κλάδο. Με συνέπεια την αύξηση της προσφοράς και επομένως την μείωση της τιμής σε επίπεδα μικρότερα της Ρ4 (ATC min).

Επομένως η βραχυχρόνια καμπύλη προσφοράς της επιχείρησης είναι το ανερχόμενο τμήμα της καμπύλης MC που βρίσκεται πάνω από την καμπύλη AVC.
Δηλαδή αποτελείται από όλα τα σημεία της καμπύλης MC όπου ισχύει P = MR =MC και τα οποία βρίσκονται πάνω από την καμπύλη AVC.

Για παράδειγμα, τα σημεία με συντεταγμένες (P2, Q2 - P3, Q3 – P4, Q4) στο διάγραμμα 2 .

 

Κράτα το

Σχέση μεταξύ ΕD, μεταβολής της τιμής (P) και επηρεασμού της συνολικής δαπάνης (ΣΔ)

Η ελαστικότητα ζήτησης ως προς την τιμή. Price Elasticity of Demand (PED)

Από το νόμο της ζήτησης γνωρίζουμε ότι όταν μεταβάλλεται η τιμή (P) ενός αγαθού οι καταναλωτές αντιδρούν (στην πλειοψηφία των αγαθών) μεταβάλλοντας την ζητούμενη ποσότητά του (QD) προς την αντίθετη κατεύθυνση, ceteris paribus.

Ο βαθμός της αντίδρασης (έντονος ή ήπιος) εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από το πόσο αναγκαίο είναι το αγαθό για τον καταναλωτή, από την ύπαρξη ή όχι υποκατάστατων, και από το ύψος της τιμής του αγαθού.
Είναι φανερό ότι μια αύξηση της τιμής του νερού, το οποίο λόγω του ότι είναι απολύτως αναγκαίο και δεν έχει υποκατάστατα, αναγκάζει ή επιβάλλει θα λέγαμε στον καταναλωτή, μια ήπια (μικρή) αντίδραση στη μείωση της ζητούμενης ποσότητας.

Αντίθετα, η αντίδραση του καταναλωτή σε μια πιθανή αύξηση της τιμής του μαρουλιού θα είναι έντονη στη μείωση της ζητούμενης ποσότητας γιατί ο βαθμός αναγκαιότητας είναι περιορισμένος με την έννοια ότι ο καταναλωτής μπορεί να υποκαταστήσει το μαρούλι με άλλα λαχανικά που θα έχουν μικρότερη τιμή.

Επίσης, όπως αναφέρθηκε προηγούμενα, ο βαθμός της αντίδρασης του καταναλωτή (στην ζητούμενη ποσότητα) εξαρτάται και από το ύψος της τιμής του αγαθού.
Πιο συγκεκριμένα, είναι αναμενόμενη μια ήπια αντίδραση σε μια αύξηση της τιμής (έστω κατά 30 %) ενός αγαθού που κοστίζει 2 € (θα είναι μικρή η ποσοτική επιβάρυνση της δαπάνης καταναλωτή – μόλις 0,6 €).
Αντίθετα, η αντίδραση αναμένεται περισσότερο έντονη σε μια ίσης ποσοστιαίας αύξησης της τιμής (30%) σε ένα αγαθό του οποίου η αξία είναι 200€ (πολύ μεγαλύτερη ποσοτική επιβάρυνση - 60€)

Αυτή ακριβώς την έντονη ή ήπια αντίδραση του καταναλωτή (στη ζητούμενη ποσότητα) σε μεταβολή της τιμής ενός αγαθού, ceteris paribus μας δείχνει – μετράει η ελαστικότητα ζήτησης ως προς την τιμή (ED).

Έχοντας αναλύσει την έννοια της ελαστικότητας ζήτησης ως προς την τιμή θα πρέπει να επισημάνουμε τα παρακάτω:

- Η ελαστικότητα (γενικά) υπολογίζει ποσοστιαίες μεταβολές (κάτι που λύνει και το πρόβλημα των διαφορετικών μονάδων μέτρησης που χρησιμοποιούνται για την τιμή και την ζητούμενη ποσότητα ενός αγαθού, π.χ. € και τεμάχια) και όχι ποσοτικές.
Συγκεκριμένα η ελαστικότητα ζήτησης ως προς την τιμή μετράει την ποσοστιαία μεταβολή της ζητούμενης ποσότητας (QD) προς την ποσοστιαία μεταβολή της τιμής (P).
ED = (%ΔQD)/(%ΔP) (1)
Για παράδειγμα αν μια αύξηση της τιμής ενός αγαθού κατά 40% προκαλεί μια μείωση της ζητούμενης ποσότητάς του κατά 10% η ED = - 0,25.

- Το πρόσημο της ED είναι αρνητικό και αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό από τον τύπο της (1) αν σκεφτούμε ότι οι μεταβολές της QD και της P είναι προς την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή είναι ετερόσημες.
Εξαίρεση αποτελούν τα Veblen (α) και Giffen (β) αγαθά στα οποία δεν ισχύει ο νόμος της ζήτησης και σαν συνέπεια η ED έχει θετικό πρόσημο.

- Εάν η ποσοστιαία μεταβολή της ζητούμενης ποσότητας (%ΔQD) είναι σε απόλυτη τιμές μικρότερη της ποσοστιαίας μεταβολής της τιμής (%ΔΡ) η αντίδραση του καταναλωτή θεωρείται ήπια και η ζήτηση ονομάζεται ανελαστική, δηλαδή|ED|< 1 (π.χ. ED = - 0,25, συνήθως αγαθά πρώτης ανάγκης ή / και χωρίς υποκατάστατα). Στην αντίθετη περίπτωση, η αντίδραση του καταναλωτή χαρακτηρίζεται έντονη και η ζήτηση ονομάζεται ελαστική, δηλαδή |ED|> 1 (π.χ. ED = -1,4, αγαθά όχι αναγκαία ή / και με υποκατάστατα).

- Η ED έχει λόγο υπολογισμού, στην προφανή περίπτωση που υπάρχει μεταβολή της τιμής ενός αγαθού. Εδώ θα πρέπει να προσέχουμε ανά περίπτωση ποια είναι η αρχική τιμή (Ρ1) επί της οποίας θα υπολογιστεί η ποσοστιαία μεταβολή.

- Είναι σημαντικό να αποφεύγουμε μια σύγχυση που συχνά δημιουργείται μεταξύ ποσοστιαίας και ποσοτικής μεταβολής. Συγκεκριμένα, αν μια τιμή Ρ1(αρχική) αυξηθεί κατά α % και γίνει Ρ2 (τελική) και στη συνέχεια η Ρ2 μειωθεί κατά α % δεν θα «επανέλθει» στην Ρ1.
Για παράδειγμα, αν ο αριθμός 10 αυξηθεί κατά 50% θα ισούται με 15. Αλλά αν ο αριθμός 15 μειωθεί κατά 50% θα ισούται με 7,5 και ΟΧΙ με 10.
Από το προηγούμενο παράδειγμα καταλαβαίνουμε ότι αν η ποσοστιαία μεταβολή της τιμής υπολογιστεί στην τελική τιμή αντί της αρχικής (υπάρχουσας) η τιμή της ED δεν θα είναι η σωστή.

- Η τιμή της ED (έστω – 0,5) δηλώνει ότι αν η τιμή ενός αγαθού μεταβληθεί κατά + 1% η ζητούμενη ποσότητά του θα μεταβληθεί κατά – 0,5 %.

(α) Veblen goods: Αγαθά κατά κανόνα πολυτελείας που κατά τη γνώμη του καταναλωτή η απόκτησή τους προσδίδει κύρος, Σε αυτή την περίπτωση με την αύξηση της τιμής τους αυξάνεται η ζητούμενη ποσότητα. Παράδειγμα, η Rolls-Royce.
(β) Giffen goods: Αγαθά απαραίτητα για την επιβίωση (για παράδειγμα το ψωμί) για τα οποία δαπανάται πολύ μεγάλο μέρος του εισοδήματος ιδιαίτερα φτωχών νοικοκυριών.

Επιβολή Κατώτατης τιμής (ΡΚ)

Πανελλαδικές εξετάσεις 2015 - 2016
16.03.2016 Κρατική Παρέμβαση – Επιβολή Κατώτατης τιμής (ΡΚ)
________________________________________
Η συγκεκριμένη μορφή κρατικής παρέμβασης γίνεται στην περίπτωση κατά την οποία η τιμή ισορροπίας (Ρο) που διαμορφώθηκε στην ελεύθερη αγορά (κυρίως σε αγροτικά προϊόντα) θεωρείται από το κράτος ιδιαίτερα χαμηλή για το εισόδημα των παραγωγών.

Το αποτέλεσμα της επιβολής της ΡΚ > Ρο είναι ότι σε αυτήν την τιμή (ΡΚ) η προσφερόμενη ποσότητα (QSK) θα είναι μεγαλύτερη της ζητούμενης ποσότητας (QDK).
Επομένως έχουμε δημιουργία πλεονάσματος = QSK – QDK, το οποίο αγοράζεται από το κράτος στην τιμή ΡΚ.

Σαν αποτέλεσμα, τα συνολικά έσοδα των παραγωγών θα είναι ΣΕ = ΡΚ∙QSK, τα οποία στην πραγματικότητα προέρχονται από δύο πηγές:
1. Από τους καταναλωτές: ΣΕ1 = ΣΔ = PK ∙ QDK
2. Από το κράτος : ΣΕ2 = PK ∙ Πλεόνασμα = ΡΚ ∙ (QSK – QDK)

Είναι φανερό ότι η επιβολή κατώτατης τιμής (ΡΚ), ωφέλησε τους παραγωγούς δεδομένου ότι πλέον τα ΣΕ = ΡΚ∙QSK, ενώ πριν την κρατική παρέμβαση (στην ισορροπία της αγοράς, σημείο Ε ) ήταν ΣΕΕ = Po ∙ Qo. (όπου ΣΕ > ΣΕΕ)