Oικονομία - Τα τέσσερα βασικά στοιχεία του περιβάλλοντός της

ΠΡΟΣΠΑΘΟΝΤΑΣ ΝΑ ΠΕΡΙΓΡΑΨΟΥΜΕ την οικονομία μέσα σε ένα αρχικό πλαίσιο ανάλυσης - και όχι να δώσουμε έναν επιστημονικό ορισμό - θα την χαρακτηρίζαμε ως ένα (αρκετές φορές αόρατο) μηχανισμό αποφάσεων - μηχανισμών των επιχειρήσεων, των καταναλωτών και του κράτους που αφορούν ποια προϊόντα και υπηρεσίες θα παραχθούν και από ποιους μπορούν να  καταναλωθούν[1].

    Πρόκειται δηλαδή για ένα (χωρίς γεωγραφική έννοια) χώρο καθημερινών συναλλαγών ή ανταλλαγών, όπου τα παραχθέντα προϊόντα – υπηρεσίες ανταλλάσσονται (κατά κανόνα) με χρήμα.

    Και βέβαια το χρήμα δεν έχει πάντα τη μορφή των «μετρητών» («cash-money»), αλλά και τη μορφή της «πίστωσης» («credit»), που σημαίνει ανάληψη μελλοντικής υποχρέωσης. Κάτι που, για παράδειγμα, συμβαίνει στην «υπερανάληψη» («overdraft») όπου η τράπεζα, με τη μορφή του καταναλωτικού δανείου, σου προσφέρει ένα ποσό πέραν του υπολοίπου του λογαριασμού σου.

    Ως πρώτο άκουσμα κάποιος θα σκεφτεί ότι τα άτομα έχουν ανάγκες[2] και επιθυμίες (Πλάτωνα: Πρωταγόρας «Άνάγκη δ’ ούδέ θεοί μάχονται») οι οποίες καλύπτονται από την κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών.

    «Το ενδεχόμενο να σταματήσει το ανθρώπινο είδος να έχει ανάγκες περιγράφει μια κοινωνία που μάλλον θα συνόρευε με το νησί της ουτοπίας».

    Ωραία! Έρχονται, λοιπόν, οι επιχειρήσεις - και το κράτος -, για να απομακρύνουν το προηγούμενο ενδεχόμενο, και να αναλάβουν το ρόλο εκείνου, που μέσα από την παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών θα ικανοποιήσει τις επιθυμίες των καταναλωτών.

    Η σκέψη μας, όμως, θέλοντας να ξεφύγει από τη «ρομαντική» αποδοχή ότι βρέθηκε απλά κάποιος που με την καλή του διάθεση [..], και όχι για το δικό του συμφέρον, θέλησε να ικανοποιήσει τα «θέλω του άλλου», προσπαθεί να εξερευνήσει το πίσω μέρος αυτής της «φαινομενικά» τόσο ανιδιοτελούς  προσφοράς.

    Στην προσπάθειά μας αυτή, ας έχουμε υπόψη μας τα παρακάτω στοιχεία:

Το πρώτο στοιχείο: τα διαφορετικά συμφέροντα και ο πλουτισμός

Αρχικά ας σκεφτούμε ότι το σημείο εκκίνησης των δύο βασικών συμμετεχόντων στην αγορά - παραγωγών και καταναλωτών - είναι εντελώς διαφορετικό. Οι πρώτοι θα ήθελαν να πουλήσουν τα προϊόντα - υπηρεσίες τους στις μεγαλύτερες δυνητικά τιμές, ενώ οι δεύτεροι (ακριβώς το αντίθετο) να τα αγοράσουν όσο γίνεται πιο φθηνά.

    Επομένως καταλαβαίνουμε ότι δεν πρόκειται για μια και τόσο «φιλική» συνάντηση, αλλά για μια σύγκρουση διαφορετικών συμφερόντων. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Adam Smith, 1723 – 1790: «Το άτομο στις οικονομικές του ενέργειες ελαύνεται από την επιδίωξη του ατομικού του συμφέροντος».

    Σε αυτή την ιδιότυπη σκακιέρα οι βασικοί παίκτες - επιχειρήσεις και καταναλωτές - μέσα από μια ανταγωνιστική σχέση επιδιώκουν το προσωπικό όφελος, δηλαδή το κέρδος που θα οδηγήσει στον πλουτισμό[3]. Αυτός - αν και εκφράζεται με διαφορετικούς τρόπους - είναι ο στόχος και των δύο.

    Στο σημείο αυτό θα πρέπει να μην ξεχνάμε ότι στις οικονομικές συναλλαγές δεν μπορεί να κερδίζουν όλοι. Αυτό δεν είναι το σύνηθες.

Κατά κανόνα όταν λέμε ότι ο Α κέρδισε, συγχρόνως εννοούμε ότι κάποιος Β έχασε ή κατ’ ελάχιστο, μειώθηκε το επιδιωκόμενο όφελός του.

Αν, για παράδειγμα, μια επιχείρηση μειώσει τους μισθούς των υπαλλήλων της, και με την προϋπόθεση ότι τα έσοδα της θα παραμείνουν σταθερά, θα πετύχει αύξηση των κερδών της. Ταυτόχρονα, όμως, οι υπάλληλοί της θα έχουν χάσει (απολέσει) μέρος του μισθού τους.

 

Το δεύτερο στοιχείο: ο κίνδυνος (risk) υπάρχει πάντα

Ένα δεύτερο στοιχείο που δεν πρέπει να ξεχνάμε είναι ότι στην οικονομία δεν υπάρχουν «σίγουρες» κινήσεις. Αντίθετα, η όποια οικονομική απόφαση περιλαμβάνει την ανάληψη «κινδύνου» («risk»). Εκείνη η κίνηση που σήμερα εμφανίζεται ως μια «σωστή» τοποθέτηση χρημάτων, στο αύριο ενδέχεται να αποδειχθεί ότι ήταν «λανθασμένη». Και αυτό όχι –απαραίτητα - γιατί δεν «ζυγίσαμε» σωστά τα δεδομένα, αλλά γιατί η εμφάνιση αστάθμητων παραγόντων οδήγησε τη σημερινή ενδεχομένως σωστή κίνηση, σε αυριανό ατυχές αποτέλεσμα[4].

Για παράδειγμα, μπορεί εξετάζοντας τις οικονομικές συνθήκες - στο χρόνο αναφοράς - να προχωρήσαμε στην αγορά ενός σπιτιού, και στο κοντινό μέλλον να μειώθηκε η αξία του λόγω αύξησης των φόρων επί της ακίνητης περιουσίας ή λόγω μεγάλης προσφοράς ακινήτων.

   Δεν είναι λίγοι εκείνοι που κατά τη διάρκεια της 10ετους κρίσης, η οποία ξεκίνησε το 2009, είπαν: «Μακάρι να ήμουνα στο ενοίκιο».

    Εάν γνωρίζαμε ή μπορούσαμε να φανταστούμε την επερχόμενη κρίση, το πιο πιθανό είναι ότι δεν θα προχωρούσαμε στην εν λόγω αγορά.

     «Είναι πράγματι δύσκολο (και μάλλον ακατόρθωτο) να προβλέψεις σήμερα, πολύ περισσότερο να είσαι σίγουρος, για το τι καιρό θα κάνει σε δύο χρόνια τον μήνα Μάρτιο...»

 

Το τρίτο στοιχείο: η κυκλικότητα στην οικονομία

Μέσα από την προηγούμενη αναφορά καταλαβαίνουμε κάτι το οποίο συχνά ξεχνάμε, και αυτό βέβαια σχετίζεται με την «κυκλικότητα» που χαρακτηρίζει την οικονομία. Δεν υπήρξε ποτέ οικονομική δραστηριότητα (π.χ. εμπόριο, ναυτιλία, τουρισμός, κατασκευές, κ.α.) ή αξία κάποιας μορφής χρήματος (π.χ. μετοχές, ομόλογα, χρυσός) των οποίων η (σε συγκεκριμένη περίοδο) ανοδική πορεία δεν ανακόπηκε κάποια στιγμή για να ακολουθήσει αυτό που λέγεται πτώση της τιμής – αξίας του. Παρόμοιοι όροι με το «sky is the limit» που χρησιμοποιείται στις χρηματιστηριακές αγορές, δεν σχετίζονται με την πραγματικότητα.

    Και, ατυχώς, όταν έχει υπερτιμηθεί μια αξία, η αλλαγή τάσης από ανοδική σε καθοδική, συχνά γίνεται με «βίαιο» τρόπο, οπότε αναφερόμαστε στο «σπάσιμο της φούσκας». Κάτι ανάλογο έχει συμβεί αρκετές φορέα στη χρηματιστηριακή αγορά (ΗΠΑ 1929, Ελλάδα 1999) ή στην αγορά των στεγαστικών δανείων (ΗΠΑ 2007 – 2010) με γνωστές τις οδυνηρές συνέπειες που ακολούθησαν.

    Οι προηγούμενες αναφορές δεν αμφισβητούν το γεγονός ότι η πορεία εξέλιξης της παγκόσμιας οικονομίας, διαχρονικά, ασφαλώς χαρακτηρίζεται από ανοδική τάση. Όμως αυτή η θετική εξέλιξη  συντελείται μέσω εναλλαγής καλών και κακών ημερών.

    «Αυτοί είναι οι «οικονομικοί κύκλοι» οι οποίοι διαφέρουν τόσο σε διάρκεια όσο και σε ένταση».

Το τέταρτο στοιχείο: οι περιορισμοί στις αποφάσεις μας

Αναμφίβολα αξιοσημείωτη παρατήρηση, που θα γίνει περισσότερο κατανοητό στη συνέχεια, είναι να έχουμε υπόψη μας ότι οι οικονομικές αποφάσεις λαμβάνονται πάντα κάτω από «συνθήκες περιορισμού»[5]. Η λέξη «αφθονία» (εκτός των ελεύθερων στη φύση αγαθών) δεν υφίσταται στον πραγματικό κόσμο. Ως εκ τούτου, η  όποια απόφαση ληφθεί (μεταξύ των εναλλακτικών που έχουμε) μας στερεί τη δυνατότητα επιλογής κάποια άλλης. Και αυτό αφορά και την κατανάλωση και την  παραγωγή. Στο βιβλίο του «Economics» ο John Sloman χαρακτηριστικά αναφέρει ότι: «Because of scarcity, various choices have to be made between alternatives».

Για παράδειγμα, ας υποθέσουμε, ότι με βάση το περιορισμένο εισόδημά μας και έχοντας προηγουμένως κάνει αποταμίευση, αποφασίσαμε ότι μπορούμε να διαθέσουμε 20.000 € για την ικανοποίηση μιας επιπλέον ανάγκης μας. Έστω ότι τα σενάρια της σκέψης μας ήταν τρία, που το καθένα κοστολογείτο 20.000 €: αγορά αυτοκινήτου, φουσκωτού ή μετοχών. Είναι, φανερό, ότι αν τελικά αποφασίσαμε να αγοράσουμε το αυτοκίνητο, στερηθήκαμε ή θυσιάσαμε το φουσκωτό ή τις μετοχές.

Η εισαγωγή του βιβλίου μου «164 Σελίδες Οικονομίας – Μια περιήγηση στον πραγματικό της κόσμο».

[1] Και βέβαια τα αγαθά δεν «χαρίζονται» αλλά ανταλλάσσονται με χρήμα. Δηλαδή για να τα αποκτήσουμε, τα πληρώνουμε. Επομένως, στην πραγματικότητα,  αναφερόμαστε στο πως θα διανεμηθεί το εισόδημα βάσει του οποίου οι καταναλωτές μπορούν να αποκτήσουν τα αγαθά.

[2] Αναφερόμαστε στις οικονομικές ανάγκες, δηλαδή σε εκείνες που ικανοποιούνται από οικονομικά αγαθά στα οποία μεσολαβεί ο άνθρωπος για την παραγωγή τους, σε αντιδιαστολή με τις μη οικονομικές ανάγκες που καλύπτονται από τα ελεύθερα στη φύση αγαθά.

[3] Ο Αριστοτέλης αναφερόταν σε μια πάλη οικονομικών συμφερόντων, όπου οι διάφορες πλευρές προσπαθούν να μεγιστοποιήσουν την δική τους περιουσία και εξουσία (Πέτρος Δούκας – Οικονομικές θεωρίες, Αρχές διοίκησης και Αρχαία Ελληνική σκέψη)

[4] Είναι γνωστό στα μνημονιακά χρόνια και συγκεκριμένα το 2012, ότι το «κούρεμα» που έγινε μέσω του PSI στα Ελληνικά κρατικά ομόλογα έφτασε περίπου το 70% της αξίας τους.

[5] Ασφαλώς οι συντελεστές παραγωγής, το διαθέσιμο εισόδημα ακόμα και ο χρόνος υπόκεινται σε ποσοτικούς ή ποιοτικούς περιορισμούς.