Μια μοναδική συνάντηση

Κάποιος αποφάσισε τα ταξιδέματα της ζωής σου να την ανταμώσουν,

έπρεπε τα μάτια σου να γνωρίσουν την τελειότητα της ομορφιάς.

Οι άλλες αισθήσεις σου ζήτησαν από το χρόνο μια μόνο στιγμή,

δεν ήθελαν πιότερο να αναγνωρίσουν την μοναδικότητα.

 

Ρώτησες τις λέξεις όνειρο, ουτοπία, έρωτας, αγάπη, θαυμασμός

για το ποια θα μπορούσε να την περιγράψει.

Σε κοίταξαν περιφρονητικά, γέλασαν, και με μια φωνή σου αποκρίθηκαν: μόνο όλες!

 

 Είχαν ξεθωριάσει πολύ οι προηγούμενες εικόνες σου.

Τα συναισθήματα σου επαναστατούσαν για τα βιώματά τους

που στο πριν τους αρκέστηκαν να ζουν αγκαλιά  με την ψευδαίσθηση.

Τώρα ξεκινούσε το πέρασμά τους από το γνωστό στο άγνωστο!

 

Ήταν εκείνο το λαμπερό πρόσωπο, εκείνο το σπάνιο σκεπτικό της

που η προσπάθεια περίσσευε για το πέρασμα της ζωή της στην άλλη μέρα.

Ήταν οι μέρες που απαιτούσαν να τη γνωρίσουν.

Ήθελαν βλέπεις να τις στολίσει το άκοπα επιβλητικό πέρασμά της.

 

Σου έμενε να τις δανείσεις τα μάτια σου,

να της χαρίσεις ένα μικρό κομμάτι της σκέψης σου,

το μέσα σου να γίνει δικό της.

Έπρεπε και τα απίστευτα μάτια της να πουν σε αγαπώ στη μοναδικότητά της!  

 

(MAN)

Το χρηματιστηριακό κραχ στην Αμερική του 1929. Η μαύρη Πέμπτη (24 Οκτωβρίου)

Αμερική 1929. Ξημέρωνε η Πέμπτη 24 Οκτωβρίου που μαζί με τις επόμενες τρεις ημέρες ο κόσμος θα τις χαρακτήριζε αργότερα σαν τις πλέον καταστροφικές για την Αμερικανική χρηματιστηριακή ιστορία (κραχ 1929) με τραγικές οικονομικές -  κοινωνικές επιπτώσεις για μεγάλος μέρος του πληθυσμού της χώρας.  Ήταν οι «μαύρες» μέρες του χρηματιστηρίου των Η.Π.Α που αργότερα και μαζί με άλλους λόγους οδήγησαν στην μεγάλη παγκόσμια ύφεση της επόμενης 10ετίας.

Οι λόγοι που οδήγησαν στο χρηματιστηριακό κραχ

Η Αμερικανική οικονομία έχοντας απέναντι της μια οικονομικά διαλυμένη από τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο Ευρώπη γνώριζε την προηγούμενη περίοδο μεγάλους ρυθμούς ανάπτυξης λόγω των τεχνολογικών ανακαλύψεων της τότε εποχής που έδωσαν ώθηση κύρια στη βιομηχανική ανάπτυξη και όχι μόνο. Αποτέλεσμα  ήταν η δημιουργία υπερπαραγωγής βασισμένης όμως στην έντονη κρατική πολιτική δανειοδοτήσεων.

Μια από τις συνέπειες της συγκεκριμένης φάσης της οικονομίας ήταν η μεγάλη αύξηση των τιμών των πρώτων υλών, των αγαθών και βέβαια των μετοχών.

Βρισκόμαστε δηλαδή σε ένα περιβάλλον μιας υπερδανεισμένης οικονομίας όπου η ζήτηση (πλέον) υπολείπεται της (υπέρ) παραγωγής - προσφοράς. Όμως τα δάνεια «απαιτούν» πάντα την εξόφλησή τους και η διαφαινόμενη λύση ήταν η πώληση των μετοχών μεγάλο μέρος των οποίων είχε αγοραστεί μέσω δανειοδότησης.

Συγχρόνως είναι το κατάλληλο timing για «κάποιους» σημαντικούς επενδυτές για μεγάλες πωλήσεις μετοχών (των οποίων οι τιμές έχουν δυσθεώρητα αυξηθεί) ώστε να καταγράψουν (πραγματικά) κέρδη.

Όσοι ήταν μπροστά από μια οθόνη και παρακολουθούσαν την παγκόσμια χρηματιστηριακή αγορά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 με την τρομοκρατική επίθεση στους δίδυμους πύργους της Νέας Υόρκης γνωρίζουν ότι η λέξη «πανικός» στα χρηματιστήρια σημαίνει ομαδικές πωλήσεις και τις περισσότερες φορές χωρίς όριο τιμής στις μετοχές. Και οι συνθήκες «τέλειου» πανικού (για τους λόγους που προηγούμενα αναφέραμε) εμφανίστηκαν την 24 Οκτωβρίου 1929 στις Η.Π.Α με ανατροφοδότηση του πανικού στις επόμενες τρεις ημέρες.

 « More than $25 billion in individual wealth was lost» σύμφωνα με το https://www.bbc.co.uk/programmes/b00h9xh8

Η οικονομία είχε για μια ακόμα φορά «θυμίσει» ότι για αμιγώς ενδογενείς ή για (τύποις) εξωγενείς παράγοντες  μετά την υπερθέρμανση της - αυτό που λέγεται  peak της αγοράς - «τιμωρεί» αυτούς που πιστεύουν στο εντελώς ανεδαφικό και επικίνδυνο «The sky is the limit”.

Οι συνέπειες του χρηματιστηριακού κραχ

Τα επόμενα χρόνια η Αμερική έζησε μια από τις βαθύτερες υφέσεις στην παγκόσμια ιστορία που βέβαια μεταφέρθηκε και εκτός της χώρας και οδήγησε στη μεγάλη ύφεση του 1929-1939.

Το 1933 περίπου 15 εκατομμύρια δηλαδή το 30% του εργατικού δυναμικού ήταν άνεργοι, ενώ το περίπου 50% των Αμερικανικών τραπεζών είχαν χρεοκοπήσει. (Πηγή: https://www.history.com/topics/great-depression/1929-stock-market-crash

Ενώ οι μισθοί μειώθηκαν κατά 42% με την οικονομική ανάπτυξη να υποχωρεί κατά 50%. (Πηγή: https://www.thebalance.com/stock-market-crash-of-1929-causes-effects-and-facts-3305891)

 

Τα επόμενα χρόνια

Χρειάστηκαν πολλά χρόνια (και κατά πολλούς) ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος για να πάρει μπρος η Αμερικανική οικονομία κύρια λόγω της ανάπτυξης της «πολεμικής» βιομηχανίας.

Αναφορικά με την οικονομική πολιτική που εφαρμόστηκε και αρκετά χρόνια μετά έφτασε η στιγμή που το «αόρατο χέρι» της ελεύθερης αγοράς του Adam Smith (1723-1790) παραχώρησε τη θέση του στις απόψεις του John Maynard Keynes (1883 – 1945) ο οποίος υποστήριζε ότι για να λυθεί το πρόβλημα της ανεργίας που αντιμετώπιζε ο δυτικός κόσμος μετά το κραχ της Νέας Υόρκης (1929), θα έπρεπε  να παρέμβει το κράτος και χρηματοδοτώντας την οικονομία και τις επιχειρήσεις να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας.

Τι είναι τελικά η εκπαίδευση; (Μέρος Α)

Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι εκπαίδευση σημαίνει προετοιμασία ένταξης μονάδων σε μια οργανωμένη ομάδα.

Προς την κατεύθυνση αυτή ο χρόνος έναρξης της διαδικασίας μάθησης ασφαλώς πρέπει να ξεκινά από τις πρώτες μέρες της ζωής του ανθρώπου (όπως για παράδειγμα του μαθαίνουμε πως θα κάνει τα πρώτα του βήματα) χωρίς φυσικά η ολοκλήρωσή της να υπόκειται σε ηλικιακό περιορισμό (Γηράσκω δ'αεί πολλά διδασκόμενος - Σόλων ο Αθηναίος 639 – 559 π.Χ.).

Εκπαίδευση και Κοινωνία

Η εκπαίδευση είναι ή καλύτερα πρέπει να είναι μια διαδικασία πολύ ευρύτερη της απλής διδασκαλίας μαθημάτων (σύμφωνα με την εξεταστέα ύλη που καθορίζει το  αρμόδιο Υπουργείο). Σε αυτή τη προετοιμασία συμβίωσης περιλαμβάνεται και η διδασκαλία εκείνων των κανόνων και μεθόδων που θα επιτρέψουν την ενσωμάτωση του ατόμου σαν ομότιμο μέλος της κοινωνίας (Εκπαίδευση και Κοινωνική συμβίωση).

Ασφαλώς υγιής συμμετοχή ενός ατόμου στην κοινωνία δεν νοείται χωρίς προηγούμενα να μην είναι του είναι μαθησιακά γνωστό ότι το προσωπικό συμφέρον δεν είναι πάντα διάφορο αλλά ούτε και μπορεί να λειτουργεί σε βάρος του ομαδικού.

Επομένως έννοιες άρρηκτα συνδεδεμένες με την ύπαρξη και λειτουργία της πολιτισμένης αλλά και δημοκρατικά οργανωμένης ομαδικής συμβίωσης όπως αυτές του σεβασμού στον διπλανό, της κοινωνικής ευθύνης, της αναγνώρισης και  της ύπαρξης ίσων δικαιωμάτων, της ενσυναίσθησης, της ισονομίας, της πολιτικής αγωγής, της συνείδησης, της κοινής στόχευσης, της αλληλεγγύης,  της αλληλεξάρτησης, της συνέργιας, της ευγένειας και της ηθικής πρέπει απαραίτητα να καλλιεργούνται σε όλα τα στάδια της ενηλικίωσης αλλά και να υπενθυμίζονται στη συνέχεια.

Όλα τα προηγούμενα είναι εκείνα που σκιαγραφούν μια ξεχωριστή προσωπικότητα που έμαθε να λειτουργεί σε συνεργασία και όχι αγνοώντας τους συνανθρώπους της.

Συγχρόνως το παιδευμένο άτομο, μέσω της κριτικής ικανότητας που έχει αποκτήσει, είναι σε θέση να αντιληφθεί, να προβλέψει, να αποφύγει, να βελτιώσει ή και να μεταβάλλει καταστάσεις που ενδεχομένως θα ήταν αντίθετες με την ομαλή  ροή της κοινωνικής ζωής.

Η προηγούμενη αναφορά θεωρούμε ότι είναι ιδιαίτερα σημαντική γιατί δίνει την δυνατότητα σε ενέργειες  του σήμερα να βελτιώνουν την ποιότητα του αύριο.

Για παράδειγμα, αρκετοί είναι εκείνοι που στο ερώτημα αν τους εμπνέει η σημερινή μορφή της κοινωνίας θα απαντήσουν αβίαστα «όχι». Η ίδια αρνητική απάντηση θα υπάρξει και στην ερώτηση αν θεωρούν ότι η παιδεία, απόρροια της  «υγιούς» εκπαίδευσης, καλλιεργείται συστηματικά.

Ασφαλώς οι προηγούμενες ικανότητες που σου προσφέρει η εκπαίδευση είναι εκείνες που θα λειτουργήσουν προς την κατεύθυνση της μη αποδοχής και στη συνέχεια της αλλαγής των προβληματικών καταστάσεων που ενδεχομένως εμφανίζονται με την μετεξέλιξη της κοινωνίας ή και άλλων δυσλειτουργιών που προέρχονται από τη φθορά του χρόνου που εμφανίζεται στην  εκάστοτε εξουσία που επηρεάζει με τις αποφάσεις της τον τρόπο λειτουργίας της κοινωνίας..

Εκπαίδευση και το αύριο

Το καλύτερο αύριο (Η συμμετοχή του καθηγητή στο παρακάτω της ζωής των άλλων) που οι περισσότεροι οραματιζόμαστε θα πρέπει να το «αναζητήσουμε» μέσα από τις θετικές εφαρμογές της νέας γνώσης που εμφανίζεται σαν απόρροια της σωστά σχεδιασμένης εκπαίδευσης των ανθρώπων.

Από το επίπεδο της εκπαίδευσης εξαρτάται επίσης  αν ο έλεγχος του ασταμάτητου ρυθμού βελτίωσης της τεχνολογίας θα λειτουργήσει υπέρ ή κατά του συνόλου. Και βέβαια δεν αναφερόμαστε (όπως ήδη έχουμε τονίσει) στην επιστημονική και μόνο γνώση – κατάρτιση που για παράδειγμα οδήγησε στη δημιουργία της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά στην απαραίτητη ύπαρξη της ανθρώπινης εκπαίδευσης – παιδείας η οποία με κατηγορηματικό και ιδιαίτερα αυστηρό τρόπο θα απαγορεύσει την πιθανότητα απώλειας ελέγχου πάνω στο τεχνητό δημιούργημα του ανθρώπου.

Τελικά εκπαίδευση είναι όλα εκείνα που επιτρέπουν στον άνθρωπο να αντιληφθεί το πόσο σημαντικός είναι για τον εαυτό του αλλά και για το σύνολο όταν λειτουργεί ευρισκόμενος στην ίδια μεριά με αυτό και όχι απέναντί του. Είναι εκείνη η δύναμη που αναδύεται μέσα από την κοινωνία για να την ελέγχει από τάσεις που ενδεχομένως τείνουν  να την απομακρύνουν από την βασική της επιδίωξη που είναι η επίτευξη του γενικού καλού. Είναι η συστηματική μελέτη του σημερινού χάρτη ώστε η πλεύση στα μελλοντικά αχαρτογράφητα νερά να χαρακτηρίζεται από τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια. Είναι η αναγνώριση του πόσο απίστευτα λίγος και ανεπαρκής είσαι όταν δεν σέβεσαι το «προνόμιο» της ομαδικής συμβίωσης. Είναι τέλος η υποχρέωση που αναλαμβάνεις να αφήσεις στα χέρια της επόμενης γενιάς τη βελτιωμένη μορφή αυτού που σου εμπιστεύτηκε και σου παρέδωσε η προηγούμενη.

Το διαχρονικό ερώτημα βέβαια είναι αν πράγματι ενδιαφερόμαστε σαν κοινωνία για την «ταυτότητα» της εκπαίδευσης έτσι όπως εμείς την καταλαβαίνουμε.

Η απάντηση μοιάζει απλή αρκεί πρώτα να έχουμε αναλύσει αλλά και καταλήξει στο αν η κοινωνία «αναζητεί» σκεπτόμενους πολίτες που θα την οδηγήσουν στο καλύτερο αύριο ή αν «χρειάζεται» πολίτες εργαλεία ικανά να επιτελούν το έργο που ερήμην τους έχει αποφασίσει.

Αν το πρώτο από τα προηγούμενα δυο σενάρια συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες τότε η αναγκαιότητα (ουσιαστικού και όχι τυπικού) προσδιορισμού του έργου της εκπαίδευσης δεν μπορεί να είναι διαφορετική από αυτή που περιγράφουμε - δηλαδή στην ύπαρξη δυναμικής στην ελεύθερη σκέψη του ανθρώπου. Αυτή η ελεύθερη σκέψη (μεταξύ άλλων) θα περιορίσει ή και απαγορεύσει την πιθανότητα μελλοντικής εμφάνισης μορφής κοινωνίας που θα «απαιτεί» από τον άνθρωπο τον μετασχηματισμό του σε προγραμματισμένο φερέφωνο των όποιων επιλογών της.

Στην περίπτωση  όμως που η «λογική» της κοινωνίας συγκλίνει προς το δεύτερο (ατυχές) σενάριο, έρχεται πάλι η εκπαίδευση  - σαν το μοναδικό αποτελεσματικό μέσο - για να εκτρέψει την κοινωνία από την καταστροφική πορεία που έχει χαράξει. Βέβαια σε αυτό το ενδεχόμενο χρειάζεται η προσωπική υπέρβαση του καθενός για να αντιληφθεί το «παιχνίδι» της χειραγώγησης του πνεύματος και να λειτουργήσει αρχικά μεμονωμένα και στη συνέχεια (το περισσότερο δυνατό) ομαδικά ώστε μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες να αντιδράσει διεκδικώντας την ποιότητα της εκπαίδευσης που οραματίζεται.

Φωτογραφίζοντας 400 μίλια στο Αιγαίο.

Αιγαίο! Αυτό το πέλαγος είναι μοναδικό και αυτό το «αποκλειστικά δικό του» φαίνεται παντού. Στα νησιά του, στους χρώματά του ακόμα και στον κυματισμό του! Ο ποιητής του Αιγαίου (Οδυσσέας Ελύτης) το ήξερε πολύ καλά!

Στα μακρινά ταξίδια δεν διαπραγματεύεσαι την ώρα που θα ξεκινήσεις. Επιβάλλεται να προλάβεις εκείνες τις πρώτες στιγμές που ο ήλιος αποφασίζει να φωτίσει τη νέα μέρα. Ο απόπλους ήταν από το Πόρτο Ράφτη.

Κάποιο "πολύ" πρωινό στο Πόρτο Ράφτη - photo Christos Konstantinidis

 

Πρώτος σταθμός στoν Οτζιά της Τζιάς. Ένας πανέμορφος κόλπος που αποφάσισε να βλέπει στα μάτια το Βοριά και θέλεις την τύχη με το μέρος σου για να τον πετύχεις με διαφορετικό άνεμο για να τον απολαύσεις. Και ως συνήθως (στην θάλασσα) την είχα!

Τζιά, Οτζιάς - photo Manolis Anastopoulos

 

Ο Captian Μανώλης αποφάσισε το κατέβασμα προς τις Νότιες Κυκλάδες να γίνει από την ανατολική πλευρά της Τζίας, Κύθνου, Σερίφου. Έτσι για να πάρεις και μια μακρινή γεύση της Σύρου μια και δεν προλάβαινες να πας και εκεί. Η αλήθεια βέβαια είναι άλλη. Το επέτρεπε ο καιρός!

Captain Μανώλης - Φωτογραφία "αγνώστου"..

Λίγο μετά τη Σερφοπούλα ήταν η ώρα για ένα τσιγάρο. Άγκυρα λοιπόν καφεδάκι, τσιγαράκι και η ώρα για να δεις κάτι που δεν ήξερες ότι υπάρχει! Ένα (υποθέτω) ψάρι απογειώνεται κάθετα από τη θάλασσα και πετώντας διαγράφει ένα κύκλο ακτίνας περίπου 5 μέτρων για να προσγειωθεί  επίσης κάθετα! Το έψαξα πολύ. Δεν βρήκα τίποτα σχετικό!

Συνεχίζοντας την ίδια ρότα μετά τη Σερφοπούλα βρίσκεσαι στη δυτική ακτή της Σίφνου. Ασφαλώς θα πιάσεις το Βαθύ με το εκπληκτικό χαρακτηριστικό του να «κινδυνεύει» μόνο από δυτικό άνεμο. Κάτι όχι και πολύ συνηθισμένο στο Αιγαίο. Αυτό σημαίνει ότι πρόκειται για λίμνη!

Σίφνος, Βαθύ - photo Christos Konstantinidis

Βέβαια και αρκετές ώρες μετά χρειάζεται και ένα πλυσιματάκι..και ποιος άλλος θα το κάνει;;

Σίφνος, Βαθύ εν ώρα εργασίας - Φωτογραφία αγνώστου.

Εκεί έκανες και την πρώτη διανυκτέρευση. Έπρεπε (χωρίς το φουσκωτό) να ανηφορίσεις προς την Απολλωνία για να περπατήσεις τα σοκάκια της και (βέβαια) να φας λουκουμάδες απαραίτητα με τη συνοδεία παγωτού εκεί που η πινακίδα γράφει «Οι τρεις ξανθοί άγγελοι».

Αδιανόητο να μην πας και στο Κάστρο γιατί θα «χάσουν» τα μάτια σου τις παρακάτω εικόνες!

Σίφνος, Κάστρο, εκκλησία Επτά Μάρτυρες - photo Christos Konstantinidis

 

Next destination Aντίπαρος! Την «πιάνεις» από τη νότια πλευρά της για να «πάρεις μάτι» και το Δεσποτικό και ανεβαίνεις.

Αντίπαρος - photo Manolis Anastopoulos

 

Επιστρέφοντας στη Σίφνο από τη βόρεια Αντίπαρο περνάς από τις  Πόρτες. Απίθανο το θέαμα αλλά θλιβερή η ανάμνηση ότι εκεί έχασαν τη ζωή τους 81 άτομα τον Σεπτέμβριο του 2000.

Πάρος, Πόρτες - photo Manolis Anastopoulos

 

Επόμενη μέρα και το ταξίδεμα συνεχίζεται. Προορισμός η Μήλος! Οι περισσότεροι ξέρουμε καλά τι σημαίνει Κλέφτικο! Εδώ απαιτείται η δεύτερη ημέρα ύπνου.

Μήλος, Κλέφτικο - photo Manolis Anastopoulos

 

Αν και ο επόμενος προορισμός ήταν η Φολέγανδρος ένα μικρό deviation της πορείας σου ήταν απαραίτητο γατί το μεγαλύτερο ακατοίκητο νησί του Αιγαίου λέγεται Πολύαιγος! Η θάλασσα εκεί αποκτά ένα χρώμα που μάλλον δεν το έχεις ξαναδεί. Φαίνεται το ήξερε καλά η μεσογειακή φώκια Μονάχους-Μονάχους όταν αποφάσισε να την κάνει «σπίτι» της!

Πολύαιγος - photo Manolis Anastopoulos

 

Πολύαιγος 2 - photo Manolis Anastopoulos

 

Φύγαμε για Φολέγανδρο. Το πιο «σπάνιο» πράγμα στο Καραβοστάσι είναι να βρεις θέση να δέσεις. Εκτός βέβαια αν είσαι τυχερός - όσο εγώ!

Φολέγανδρος, Καραβοστάσι - photo Manolis Anastopoulos

 

Ανεβαίνεις τώρα προς τη χώρα του νησιού γιατί πρώτον είναι μαγική και δεύτερον τα μάτια σου «απαιτούν»  να τους προσφέρεις την απεραντοσύνη του Αιγαίου! Καληνύχτα, εδώ κάνουμε την Τρίτη διανυκτέρευση!

Φολέγανδρος, Χώρα - photo Manolis Anastopoulos

 

Είναι έξι ώρα το πρωί όταν ξεκινάς το ταξίδι της επιστροφής και αυτή είναι συνήθως δυσάρεστη όχι μόνο για τα συναισθήματά σου αλλά και γιατί το ανέβασμα Φολένδρος – Σίφνος συνήθως βγάζει τα μποφοράκια του.

Φτάνοντας Σίφνο αποφασίζεις (γιατί είσαι ο Captain) το ανέβασμα να γίνει από την δυτική πλευρά των νησιών. Βέβαια «απώτερος λόγος» είναι ότι περνώντας την Κύθνο στο νότιο κάβο της Τζιάς πρέπει να κάνεις στάση σε ένα από τους πολλούς υπέροχους φάρους της χώρας μας. Και αυτόν τον έχεις βαπτίσει «Ο Φάρος του Μανώλη». Ο λόγος είναι ότι πάντα θα σταματήσεις για να τον χαζέψεις..

Τζιά, Φάρος - photo Manolis Anastopoulos

 

Έφτασες εκεί από όπου ξεκίνησες και αυτό είναι το Πόρτο Ράφτη. Όμως το σκάφος σου έφερε παρέα πολλά κιλά από αλάτι..και κάποια από αυτά πρέπει να φύγουν τώρα..

Τέλος ταξιδιού..

 

Τα ταξιδέματά σου έγραψαν άλλα 400 μίλια ανεπανάληπτης ενεργοποίησης των συναισθημάτων σου! Και ήταν και αυτή τη φορά στο μοναδικό Αιγαίο πέλαγος!

Risk Management - Part D

Manolis Anastopoulos @ University of Leicester - Risk Management

3. Capital Asset Pricing Model

William Sharpe in 1964, and others, took the previous work further, by formalizing the Capital Asset Pricing Model (CAPM), which showed how the market must price individual securities in relation to the market portfolio. More specifically, their model – the CAPM – as stated in (Friedman 1987), ‘describes the relationship between the expected risk and expected return’. This model – the CAPM, can be used both as apricing model that predicts an asset’s required rate of return, and as a technique in the cost of equity analysis[1], as well.

The formula that generally describes the aforementioned relationship-the CAPM, is the following:

Rk = Rf + (Rm – Rf ) x beta

Rk = The required (expected) rate of return

Rf = The rate of a risk-free investment, i.e. cash

Rm = The market return

Beta =The price of the beta coefficient

 Example

Assuming we have a stock with a beta of 0.8, we would expect a rate of return (Rk) of 12.6% if the rate of the risk-free investment (Rf) is 7% and the market return (Rm) is 14%. It is worth noticing that because the stock’s beta is 0.8 (less than zero) the stock’s expected rate of return (Rk) is 12.6%, which is less compared to the market’s return (Rm = 14%). Conversely, if the beta is greater than 1, say 1.4, which determines a more risky stock than the market (beta =1), then the Rk would be 16.8%, which is higher compared to the market’s return (Rm = 14%).

The above mentioned higher rate compared to the market rate, is what such an investor actually requires because of the extra risk that he undertakes when choosing a stock with a beta greater than 1.

3.1 Beta Coefficient

The beta coefficient, as stated in their book (Gitman & Madura 2001), ‘Is a relative measure of non-diversifiable risk’. The beta is the covariance of a stock’s return in relation to the whole stock market’s return and it is measured by the R-square. As it is known, the R-square measures the degree of response between the independent and dependant variable, e.g. between the whole market return and a company’s share return.

When we consider ‘the whole stock market’s return’, we can refer, for example, to the General Index of the Athens Stock Exchange (with a beta coefficient of 1), which is a good indicator of the whole stock market’s behavior.

Stocks with beta higher than 1, are more volatile than the market and, consequently, are more risky. Conversely, stocks with beta lower than 1, are less volatile than the market and less risky, as well.

As a result, it can be argued that high-beta shares, due to their potential of higher-than-market returns, usually ‘attract’ investors willing to risk. Unfortunately, the expected higher-than-market return would be worked against the investor, i.e. a- less- than market return, should the stock market decline.

In conclusion, beta can be used to predict the volatility of a stock’s price related to the market risk, i.e. the systematic or the non-diversifiable risk. However, we should not forget that in order to find the beta coefficient, we have actually relied on past comparisons between company’s share return and the market return, which does not necessarily  predict accurately the future behavior of the company’s share.

4. Usefulness and Limitations of the Portfolio Theory and CAPM

Undeniably, the Portfolio Theory that later evolved into Modern Portfolio Theory introduced significant tenets of modern finance. The concepts below mentioned are still regarded as dominant tools for the current portfolio managers.

  1. The concept of diversification clarified to potential investors that by increasing the number of stocks or assets in their portfolios, they are actually reducing the non-systematic risk that is associated with each individual asset or, in other words, they are reducing their uncertainty. As a result, the overall risk of their portfolio can approach more closely the systematic risk, i.e. the market’s risk.
  2. Diversification is attainable, not only by increasing the number of shares, but also by including different assets in portfolios. In such a case, the result would be the same, i.e. to change in the investor’s favor the relationship between return to risk.
  3. Another important rule that followed the introduction of diversification was the concept of correlation, which enables prospective fluctuations of individual securities to cancel each other to a satisfactory extent.
  4. The Portfolio Theory by using statistical tools - standard deviation or coefficient of variation – managed to measure the volatility. Thus, both the risk-averse investors and those willing to risk were able to trace, through quantitative data, those portfolios that matched their desire for the undertaken risk in respect to the expected return.
  5. As a result, the efficient portfolio that succeeds the highest average rate of return for a given level of risk or, in other words, portfolio that ‘optimally’ balance risk and return, had been born. Thus, investors, for any given value of volatility (risk) can choose an optimal portfolio that gives them the greatest possible rate of return.
  6. Finally, through the analysis of the efficient frontier and the capital market line, the ‘target’ of all investors was determined as the point where the capital line touches the ‘original’ efficient frontier, which represents an identical portfolio - the market portfolio.

Undoubtedly, Markowitz was the first who actually quantified the risk. William Sharpe, Lintner, Mossin, and Famma in 1964 took the Markowit’z work further, by formalizing the Capital Asset Pricing Model (CAPM), which showed the relationship between individual securities in relation to the market portfolio.

More specifically, the CAPM contributes to the following:

  1. The introduction of the CAPM separated the non-systematic risk- the risk incorporated in each individual security, and the systematic risk, or market risk- the risk that affects all equities.
  2. According to CAPM, all investors should hold the market portfolio, leveraged or deleveraged with positions in the risk-free assets.
  3. The formula that describes the CAPM introduced the beta coefficient which actually is the covariance of a stock’s return in relation to the whole stock market’s return.
  4. Since it had already been proved that a number of about 20 shares were sufficient to significantly reduce the risk that was possible to eliminate, i.e. the non-systematic risk, leaving only the systematic risk to affect the diversified portfolio.
  5. Finally, the CAPM offers to investors a ‘quantified’ relationship between risk and return and thus enables them to ‘require’ an expected rate of return for any given level of risk, also offering companies a useful ‘tool in the cost of equity analysis.

Despite the usefulness of the aforementioned concepts, there have been many necessary assumptions in order to conclude to the aforesaid results.

More specifically, we can refer to the following assumptions:

  1. The theory in question, as well the associated models, are based on the hypothesis of an efficient market, which, among others, prerequisite:
    • The existence of many small investors, that is to say, ‘price takers’.
    • All investors have the same level of economic knowledge. They also all have free access to all information, which is not the case.
    • There is no restriction on investments, no taxes, and no transaction cost, which certainly does not respond to the real business environment.
    • All investors make their decisions under the principle of the ‘rational’ behavior or, in other words, they are all behaving as risk-averse investors who prefer higher return and lower risk. However, this is contentious. To give an example, we can refer to those people who like to bet, which indisputably does not characterize a risk-averse investor.
  2. Investors have the same investment horizon, which is far from certain. For example, we can refer to investors who are ‘expecting’, say a 15% return from a share, while others would be satisfied having such a return after 2 or 3 years time.
  3. Investors’ target is to maximize the utility of wealth. This is not unrealistic as it is known from the economic theory – consumer behavior.
  4. All the investors use the same ‘tools’ in order firstly, to measure the volatility (risk), i.e. the standard deviation of return, and secondly, to measure the return. However, this is implausible because investors are likely to have different ‘opinion’ about the future rates of the ‘tools’ in question.
  5. The likelihood that all investors can lend and borrow any desired amount of funds at the risk-free interest rate. Certainly, this is not case. For example, a huge multinational company can, undoubtedly, much more easily, negotiate the terms of a loan, e.g. the interest rate, than a small domestic one.
  1. In practice, investors take into consideration the historically determined betas, which does not necessary reflect their future value. Therefore, it would be better to consider the required return, which is specified by the model, as a rough estimation of the actual one.

[1] The CAPM return is a good indicator regarding the company’s cost of equity capital (having first deducted the relevant taxes).

 

Ψυχολόγος στα σχολεία. Η παρουσία είναι από μόνη της αρκετή;

Αν έχεις βρεθεί από τη θέση του καθηγητή σε αίθουσες διδασκαλίας μόνο από «τύχη» δεν βρέθηκες μπροστά σε συμπεριφορές που δύσκολα μπορούσες να διαχειριστείς. Και αναφερόμενοι σε συμπεριφορές καθόλου απαραίτητα δεν αναφερόμαστε μόνο σε αυτές που ονομάζονται παραβατικές. Με πολύ μεγαλύτερη συχνότητα ήρθες αντιμέτωπος με τον πόνο, την ανασφάλεια, την (υποτιθέμενη) αδυναμία, την αίσθηση υπερεκτίμησης ή υποτίμησης και βέβαια με  λανθασμένες συγκρίσεις . Έχοντας βιωματικά συναντήσει αυτές τις περιπτώσεις δύσκολα θα διαφωνήσεις με την χρησιμότητα της παρουσίας ψυχολόγου στο σχολικό περιβάλλον.

Αναζητώντας τα γιατί

Πριν λίγες μέρες (στις 10 Οκτωβρίου) ήταν η ημέρα της ψυχικής υγείας. Ένα «κομμάτι» της υγείας μας τραυματισμένο εδώ και καιρό και ατυχώς με την ιδιότητα του «μεταφερόμενου» στους κοντινά ευρισκόμενους.

Πολλοί θα επικαλεσθούν (και όχι άδικα) την μεγάλη αλλαγή της κοινωνίας που ήρθε σαν αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης, της τεράστιας ανάπτυξης της τεχνολογίας, της ολοένα και μεγαλύτερης υποκατάστασης του ανθρώπου από τις μηχανές, της διαφοροποίησης των ανθρώπινων σχέσεων, της επιθετικής και συνάμα «καθοδηγητικής» δύναμης των ΜΜΕ, ακόμα και της εδώ και μια 10ετία οικονομικής κρίσης.

Χωρίς διάθεση να αμφισβητήσουμε την (εμφανιζόμενη) ως πραγματικότητα θα θέλαμε αποφεύγοντας μια στρουθοκαμηλική λογική να μην αγνοήσουμε το δικό μας βαθμό συμμετοχής στην  υιοθέτηση και αποδοχή των νέων δεδομένων αλλά ταυτόχρονα και την «επιμονή» του περιβάλλοντος στην «άνευ διαπραγμάτευσης» παγίωσής τους.

Ένα μάθημα που δεν υπάρχει

Το σχολείο εδώ και χρόνια αποφεύγει την κάποτε αναγκαστική και αυταρχική μεταφορά γνώσεων σχετικών με αυτό που λέγεται «εκπαίδευση για την μελλοντική θωράκιση της πορείας του νέου».

Είναι εντελώς διαφορετική η προετοιμασία για την εισαγωγή στα ΑΕΙ από την αντίστοιχη προετοιμασία που θα σε κάνει «ικανό» να αντιλαμβάνεσαι, να αξιολογείς, να κρίνεις και να αποφασίζεις για το πως θα «υπάρχεις» διατηρώντας την ψυχική σου υγεία σε ένα περιβάλλον που κατά κανόνα δεν φημίζεται για την «ανοχή» του στην αντίθετη με τα δικά του θέλω έκφραση.

Αυτό το ανύπαρκτο (στο σήμερα) μάθημα που οραματιζόμαστε θα μπορούσε κάποιος να το ονομάσει «προσωπική αντίληψη». Σκοπός του θα ήταν το πως θα πετύχει ο νέος να είναι αρεστός στον εαυτό του σεβόμενος τους τρίτους χωρίς να «αφομοιώνεται» από αυτούς.

Ο οραματισμός μας οδηγεί σε μια πορεία αρχικά «πραγματικής αναγνώρισης» του περιβάλλοντος και στη συνέχεια μιας «προσωπικής επιλογής» για το μονοπάτι που θα ακολουθήσεις.

Ασφαλώς το να «αγνοείς» την καθοδηγούμενη πληροφόρηση για το πώς ερμηνεύεται σήμερα η «ωραία ζωή» είναι πράγματι δύσκολο. Για αυτό ακριβώς θα θέλαμε να διδαχτούμε τον τρόπο που θα ανακαλύψουμε την για εμάς ωραία ζωή αποφεύγοντας τις copy paste λογικές που οδηγούν στην ομαδοποίηση των «θέλω» που αντιπροσωπεύουν στην πραγματικότητα τα θέλω άλλων.

Τη διαδικασία αυτή η σκέψη μας δεν  την αντιλαμβάνεται σαν ένα μάθημα με Α ώρες διδασκαλίας που θα «αναφέρεται» στο εβδομαδιαίο πρόγραμμα. Αντίθετα την καταλαβαίνουμε σαν ένα διάλογο μεταξύ καθηγητών και μαθητή που θα πρέπει να αρχίσει από τα πρώτα χρόνια της σχολικής ζωής. Ασφαλώς για να το πετύχουμε χρειαζόμαστε μια διεπιστημονική προσέγγιση των θεμάτων που θα αναλυθούν.

Κλείνοντας

Ουδόλως αμφισβητούμε την θετική παρουσία του ψυχολόγου στο σχολείο. Θα είναι τα μάτια μιας ειδικότητας  που θα καθοδηγήσει το παιδί αλλά και εμάς τους καθηγητές στην σωστή αντιμετώπιση μιας κατάστασης που ενδεχομένως δεν είναι καν ορατή σε εμάς.

Θα θέλαμε βέβαια αυτή η παρουσία να έχει θεσμικά το ρόλο που πρέπει και όχι αυτό που ατυχώς μέχρι στιγμής έχουμε δει.

Θα επιμέναμε όμως ότι η μεγάλη χρησιμότητα της συγκεκριμένης ειδικότητας δεν βρίσκεται στο να αντιμετωπίζει «καταστάσεις» που έχουμε εμείς (η ατμόσφαιρα) δημιουργήσει.

Η στόχευση για εμάς θα έπρεπε να βρίσκεται στο πως θα σταματήσουμε την δημιουργία « καταστάσεων». ..

Risk Management – Part C

Manolis Anastopoulos @ University of Leicester - Risk Management

2.3 Risk (volatility) of a portfolio and the efficient frontier

The previous analysis concluded that the higher volatility increases the risk. We have also accepted in our analysis the regime of the risk–adverse investors, which mean the desire of minimizing the volatility in portfolios. Certainly, such a decision includes an effect in the opposite direction; if we limit the volatility (risk) we are at the same time limiting the prospective rate of return.

Consequently, in order to limit the volatility, it would be to our benefit to include in our portfolio securities with negative or low correlation, i.e. different risk’s securities in a way that prospective fluctuations of individual securities would cancel each other to a satisfactory extent. For instance, an increase in a specific raw material might be good for a producing company but not for a company that uses the specific raw material. Thus, it would be to our benefit to include both companies’ shares into our portfolio.

Therefore, it can be argued that through diversification, i.e. a combination of a satisfactory number of different assets or shares, we can attain a portfolio of a high average rate of return with less fluctuation. As stated in an recent article (JWH Journal 2005), ‘ As the number of stocks in the portfolio increases, there will be a reduction in the idiosyncratic risk or unique risk associated with the individual stocks, and the overall risk of the portfolio should more closely match the systematic risk of the market.’

Such a diversified portfolio that succeeds the highest average rate of return for a given level of risk, or, in other words, the portfolio that manages risk and return is called efficient portfolio.

Finally, we conclude that there are ‘efficient’ portfolios that ‘optimally’ balance risk and return. These optimal portfolios, according to the Modern Portfolio Theory (MPT), are lying across an upward-sloping curve called the efficient frontier of portfolios (fig. 2.3).

 

The efficient frontier -Manolis Anastopoulos

 

The above chart makes clear that for any given value of volatility (risk), investors can choose an ‘optimal’ portfolio that gives them the greatest possible rate of return.

Certainly, the portfolio, in order to give the maximum return for the amount of risk investors wish to bear, should lie on the efficient frontier, rather than lower in the interior of the curve. In addition, it is also worth mentioning, that as an investor moves higher up the curve, he undertakes proportionately more risk for a lower return, and, on the other hand, as he moves lower down the curve, he prefers a combination of low risk and low return.

 

2.3.1 Indifference curves and risk

Given that, as earlier stated, the majority of investors are risk–averse, it is anticipated that their indifference curves (x1, x2, z1, z2) will slope upwards from left to right (fig. 2.3). The curve’s slope indicates the fact that risk–averse investors are requesting proportionally more expected return than the risk level they are to undertake. On the contrary, the curve will slope downwards, when we consider risk–taking investors.

We conclude that - as Markowitz stated, investors ask for different portfolios of assets based on how risk-averse they are. For example, as illustrated in (fig. 2.3), an investor with an indifference curve of x1 (who is less risk-averse than the other with indifference curve of Z1) choose the point a that represents a portfolio with a less volatility (risk) and less expected return, as well.

 

2.3.2 Portfolios with equities and cash

When investing in risk-free assets, i.e. cash, we have a ‘pure’ return Rf, say 5%, with an σk (standard deviation) which equal to zero - point A in (fig.2.3.2). Certainly, we have the option, instead of investing in cash, to invest in ‘risky’ assets, i.e. securities or bonds, with a higher expected return and a higher σk, as well – point B in (fig. 2.3.2).

Certainly, investors should choose any point between A and B or right of B close to C, which means a combination of risk-free assets and a share mix.

Undoubtedly, as we move to the right, we increase the expected return of our portfolio and the standard deviation as well. As a result, an investor might think of borrowing an (X) amount at the risk-free rate of say 4% in order to buy a share mix of the same amount (X) that theoretically will offer him a higher expected return, say 12%. In such a case he would benefit from the difference of 8% (12% - 4%).

Finally, as illustrated in (fig.2.3.2), the straight line ABC, - which is called the Capital market line, can be regarded as the ‘new’ efficient frontier. As stated in his book (King 1999), ‘The capital market line shows the highest possible expected return for each possible degree of risk, once lending or borrowing at the risk-free rate is permitted.’

Portfolios with equities and cash - Manolis Anastopoulos

 

The point B, where the line that starts from the Rf touches the ‘original’ efficient line, represents the market portfolio, which is the ‘target’ of all investors, or, in other words, – as stated in his book (King 1999:84), ‘All investors want an identical portfolio of risky assets which, on its own, would take them to B.’

However, such a market portfolio - which is a risky portfolio – that succeeded through diversification to eliminate all the risk factor that was possible to eliminate, should (among others) contain all companies’ shares quoted on the stock exchange, which is undoubtedly unattainable. The aforementioned unattainable concept of including all shares can be overcome by selecting a maximum of 20 shares, this number of which has been proved to reduce significantly the risk that was possible to eliminate.

As stated in their book (Lumby & Jones 2002), ‘ Several studies have shown that constructing a randomly selected portfolio of shares consisting of only between fifteen and twenty different securities results in the elimination of around 90% of the maximum amount of risk which it would be possible to eliminate through diversification.’

This theory that actually expanded the Markowitz work, since it ‘offered’ the option to investors of including risk-free assets in their portfolios, was introduced by James Tobin in 1958. The theory called separation theorem.

 

 

Ψυχική Υγεία. Παγκόσμια ημέρα (10 Οκτωβρίου)

Ψυχική Υγεία! Αλήθεια υπάρχει άνθρωπος που θα γύριζε την πλάτη στην «ηρεμία» του νου του, στην «ησυχία» του ύπνου του, στην «απομάκρυνση» αρνητικών σκέψεων, στην «αισιόδοξη» ματιά του αύριο ή στην «πραγματική» ευθυμία;

Τα προηγούμενα ερωτήματα μοιάζουν να είναι ρητορικά και μόνο.

 

Κοιτάζοντας την κοινωνία του χθες

Βλέποντας (για μια ακόμα φορά) ταινίες του παλιού Ελληνικού κινηματογράφου παίρνεις μια «αίσθηση» εκείνης της (σχετικής με το θέμα μας) εποχής. Εκεί μέσα αναμφίβολα διακρίνεις μέσα στην φτωχική (από υλικής άποψης) ατμόσφαιρα ιδιαίτερα πλούσιες (σε προσωπικό επίπεδο) παρουσίες.

Οι πρωταγωνιστές λάμπουν από ένα «είδος» χαράς που με την πρώτη προσπάθεια μετάφρασης δυσκολεύεσαι να αντιληφθείς.

Βέβαια αν προχωρήσεις και τολμήσεις να «ψάξεις» τα θέλω των ανθρώπων της εποχής θα τα βρεις να υστερούν σε μεγάλο βαθμό από αυτά που εμείς (στη σύγχρονη εποχή) «ονειρευόμαστε».

Ερευνώντας περισσότερο μάλλον θα πρέπει να «παραδεχτείς» ότι τα όνειρα της τότε γενιάς δεν «κατοικούσαν» στο νησί της ουτοπίας με αποτέλεσμα να μην χαρακτηρίζονται σαν «άπιαστα».

Και βέβαια η «κατάκτηση» του εφικτού σε «ανταμείβει» με ικανοποίηση, χαρά, ευχαρίστηση, αυτοεκτίμηση και ηρεμία.

Εδώ να σημειώσουμε ότι το εφικτό δεν σημαίνει και εύκολο, αλλά κάτι που «μπορείς» να το πετύχεις χωρίς να διαλυθείς.

Ασφαλώς οι απογοητεύσεις πάντα υπήρχαν και στο τότε οι βαριές μορφές τους οδηγούσαν στην «μελαγχολία». Μια λέξη που ενδεχομένως θυμίζει αυτή που αργότερα μάθαμε να λέγεται «κατάθλιψη».

 

Καλώς την σύγχρονη εποχή!

Σταδιακά, αλλά με σταθερά [..] βήματα, γίναμε «πολύ» ωραίοι σε όλα μας! Ανεξάρτητοι βρε αδελφέ! Σιγά μην έχουμε ανάγκη κάποιον άλλο εκτός από εμάς! Αγάπη, έρωτας, αφοσίωση, υποχώρηση; Τι είναι αυτά;

Κάπου στη 10ετια του 90 παίρνω το σκάφος μου και «αυτή» - μη μου φέρεις αντίρρηση σε κάτι γιατί σε «παρκάρω» σε 2 λεπτά και παίρνω μαζί μου άλλη «αυτή» και πάμε εκεί που «εγώ» θέλω».

Και αυτό το «ρημάδι» το θέλω στην αρχή ήταν κοντά (νησί του Σαρωνικού) πολύ γρήγορα όμως (η ανάγκη) έφτασε πολύ μακριά..

Ο άνθρωπος δεν θέλει και πολύ να χάσει την «αίσθηση» της πραγματικότητας ειδικά όταν «οδηγείται» από την ατμόσφαιρα στην ανακάλυψη και στη συνέχεια αποδοχή [..] της εικονικής πραγματικότητας!

Κάπως έτσι ο εφικτός στόχος μετονομάζεται σε μεγάλες προσδοκίες!

Εδώ πάλι να μη μπερδέψουμε τις «γήινες» φιλοδοξίες μας με τις «εξωπραγματικές» βλέψεις μας.

Μάλιστα, και τώρα περιμένουμε η ψυχική ηρεμία να συντροφεύει τον κυνηγό της ουτοπίας! Πως θα μπορούσε να συμβεί αυτό όταν κάποια στιγμή ανακαλύπτεις το πραγματικό «λίγο» σου σε σχέση με το ψεύτικο «πολύ» που ήθελες να κατακτήσεις;

Η λέξη κατάθλιψη (με τις διάφορες μορφές της) μπήκε στο λεξικό μας. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Η αίσθηση του υπερ εγώ κάποια στιγμή συναντά την πραγματικότητα και στο τέλος αυτού του ραντεβού έρχεται η απογοήτευση, η αναγκαστική αποδοχή, η απομυθοποίηση, η μοναξιά και η διάλυση της αυτοεκτίμησης.

Και το χειρότερο τώρα κατηγορούμε και από πάνω τον εαυτό μας για την κατάθλιψή μας! Ξεχνάμε δηλαδή ότι «Mental illness is not a personal failure»

 

Κλείνοντας

Η δική μας σκέψη πιστεύει ότι (εκτός από σοβαρά θέματα υγείας) έχουμε την εσωτερική δύναμη να μας «πείσουμε» ότι μπορούμε να «γυρίσουμε» μια άσχημη περίοδο. Σε αυτή την (καθόλου εύκολη) προσπάθειά μας αυτό που χρειαζόμαστε είναι να δούμε πιο «ήσυχα» τα θέλω μας (ψάχνοντας τη λύση) , να αναγνωρίσουμε τα (πολλά) θετικά που έχουμε στη ζωή μας, να απομυθοποιήσουμε την ύλη και την «υποτιθέμενη» ευχαρίστηση που η κατοχή της μας προσφέρει και να θυμηθούμε ή να αναγνωρίσουμε τη δύναμη της (πραγματικής) συντροφικότητας.

Τότε πιστεύουμε ότι θα μπορέσουμε να ελέγξουμε την δύναμη αυτού του «μαύρου σκύλου» φράση που χρησιμοποιούσε ο  Ουίνστον Τσόρτσιλ όταν αναφερόταν στην κατάθλιψη που ο ίδιος βίωνε.

Είναι αφάνταστη η «δύναμη» της ηρεμίας στη ζωή μας. Ας την προσπαθήσουμε..

Risk Management – Part B

Manolis Anastopoulos @ University of Leicester - Risk Management

2.1 Return and risk

2.1.1 Return

Undoubtedly, the value of a claim is determined from its return (cash flow) over the holding period. Certainly, the level of the risk that is associated with the expected return is negatively related to the value of the claim. For example, a cash flow prepared for a vessel of 25 years of age has incorporated a great risk or uncertainty (expected earnings are very sensitive to a possible downturn of freights because of the vessel’s age), which results in lowering the value in question.

Finally, what investors actually consider is the present value (PV), which according to the basic valuation model, states that the value of any asset is ‘the present value of all future returns (cash flows) it is expected to provide over the relevant time period.’

More specifically, we can calculate the PV of a dated fixed-interest security (PDFIS), using, as stated in his book (King 1999), the following equation:

C: Annual coupon payment

n: A maturity value

M: Years to maturity

r1, r2 and r n: The annual rates of return required on loans of one, two and N years to the security issuer.

In many cases, investors anticipate not only to earn income but to make capital gain, as well. In such a case they consider the holding – period return, i.e. when possible price rise is incorporated in the expected return, as the following formula:

 

                        RH = [D + (P1 – P0)] / P0                                                                                                  (2.1.b)

 

D: Dividend or coupon payment over the period

P1: The price at the end of the period

P0: The current price.

Although theoretically the above equation is of good use, in practice there are two disadvantages. First, we are not quite sure about the accuracy of the P1, and secondly, D can not always be regarded a ‘guaranteed’ and ‘safe’ income payment. As a result, what we are actually doing is to forecast the P1 (the price at the end of the period), and the RH, as well. Consequently, we undertake risk whenever we are trying to forecast the expected return.

 

2.1.2 Risk

As stated earlier, risk is the possibility of having a final (actual) return that differs from the return that was expected (our initial estimation). In other words, it is the uncertainty that is related to the variability of returns.

There are risk free investments, e.g. a government bond that guarantees its holder the X amount after Z days. On the contrary, due to the variability of their returns, there are very risky investments, e.g. a holder of a company’s stocks.

 

2.2 Risk Measurement

In order to decide under uncertain conditions, e.g. investing in the stock market, it is helpful to measure the risk that is embodied in our decision. In addition to its range[1] and to probability[2], we have to apply statistical analysis for quantitative measurements of the risk, or, in other words, of the likely variability of its returns. More specifically, we can utilize the standard deviation[3]an indicator (equation 2.2.a) that measures the dispersion around the expected value[4] (equation 2.2.b), and the coefficient of variationan indicator that measures the relative dispersion or relative risk, useful in comparing the risk with different (2.2.c) expected values.

kj : return for the  jth outcome

Prj : Probability of occurrence of the jth outcome

n: number of outcomes considered

 

Finally, it will be to the benefit of the prospective investor to choose the lowest risk asset, comparing the coefficient of variation rather than the standard deviation. This is due to the fact that the coefficient of variation also considers the standard deviation (σk) and the expected value (k), as well. For example, the asset A, with CV = 0.75, σk = 4.5% and k = 6% although has a lower σk has a higher CV compared to asset B, with CV = 0.5, σk = 5% and k = 10%, which, due to its lower CV (0.5 vs 0.75), should be preferred.

 

 

 

[1] The range is calculated by subtracting the pessimistic outcome from the optimistic outcome.

[2] The probability is the change or likelihood that a given outcome will happen.

[3] Rule of thump: A higher standard deviation means a higher risk and a higher possible return.

[4] The expected value is the most likely return on a given asset.

 

Risk Management – Part A

Manolis Anastopoulos @ University of Leicester - Risk Management

Introduction

It is a historically known fact that people instead of keeping their cash with a zero return, decided to lend their surplus funds from the moment that the borrowers were willing to offer them a return.

On the other hand, as we know from economics, in order to acquire something we have to pay the price of having less of something else. As stated in their book, (Parking & King 1992), ‘More corn can be grown only by paying the price of having less cloth’.

In other words, it is a prerequisite for the surplus units to loose certainty, i.e. to accept risk, in order to gain return. This is the meaning of ‘risk’, the probability of ‘losing money’.

However, it can be generally argued that the majority of investors like to avoid risk whenever possible; they are risk–averse. As stated in their book, (Gitman & Madura 2001), ‘Given two choices with similar expected returns, they (the investors) prefer the less risky one.’  Consequently, investors are willing to accept increased risk only if they will be compensated with an increased rate of return. In other words, there is always a positive link between any claim’s uncertainty (risk) attached to its future performance and the required rate of return.

 

Portfolio Theory - Modern Portfolio Theory (MPT)

Investors, before the 1950s - based on the aforementioned ‘rules’ - used to focus on assessing the risk of individual securities in order to construct their portfolios[1]. For example, if an investor considers that the bank’s XX stocks were offering a satisfactory risk – reward characteristics, then he might construct his portfolio entirely of the stocks in question.

Later, in 1952, Harry Markowitz with his paper ‘Portfolio Selection’[2] introduced what is known as Modern Portfolio Theory.  Based on the concept of ‘diversification’ of the risk and ‘correlation’ of securities, he proposed that investors should select portfolios taking into consideration the portfolio’s overall risk – reward characteristics. More specifically, he argued that instead of tracing the risk’s level of individual securities, investors should measure their portfolios’ overall risk.

 

[1] Portfolios are usually constructed by different assets, such as: stocks, mutual funds, bonds and cash.

[2] Markowitz’s paper ‘Portfolio Selection’ published in 1952 by ‘The Journal of Finance.’