Η Ελλάδα των χαμένων ευκαιριών (Πρώτο μέρος)

Θεωρούμε αυτονόητο ότι στην προσπάθεια της κάθε χώρας για ανάπτυξη θα πρέπει (μεταξύ άλλων) να αξιοποιήσει και εκείνους τους τομείς της Οικονομίας της που της προσφέρουν πλεονέκτημα έναντι άλλων χωρών. Δηλαδή η Οικονομία θα πρέπει κυρίως να προσανατολιστεί σε εκείνες τις δραστηριότητες που είναι ή μπορεί να είναι ανταγωνιστική στην διεθνή αγορά.

Η Ελλάδα είναι γνωστό ότι ουδέποτε διέθετε, για παράδειγμα ισχυρή βιομηχανία. Αντιθέτως, οι ισχυροί πόλοι για την εν δυνάμει οικονομική ανάπτυξή της σχετίζονταν ή έπρεπε να σχετίζονται με: α) τον τουρισμό (λόγω της μοναδικής γεωγραφικής της θέσης και της ύπαρξης των πανέμορφων και διάσπαρτων στα πελάγη της νησιών) β) την παιδεία και τον πολιτισμό (λόγω της βαριάς κληρονομίας μας σε αυτούς τους τομείς) και γ) την ναυτιλία (λόγω του παραδοσιακού δαιμόνιου των Ελλήνων στο θαλάσσιο εμπόριο που κατέστησε τη χώρα μας παγκόσμια δύναμη).

Στην παρούσα ανάλυση θα αναφερθούμε στο τι ΔΕΝ έκανε η Ελλάδα στο κομμάτι των εξαγωγών για να βελτιώσει την μονίμως προβληματική σχέση εισαγωγών –  εξαγωγών της. Συγκεκριμένα να αναφέρουμε ότι:

  • Πριν την καθιέρωση του ευρώ (€) την 1η Ιανουαρίου του 2002, το νόμισμα μας η δραχμή διακυμαίνεται ελεύθερα στην διεθνή αγορά συναλλάγματος και προσδιορίζει (με βάση την προσφορά και τη ζήτηση) την ισοτιμία της σε σχέση με τα άλλα νομίσματα.
  • Οι υποτιμήσεις της δραχμής. Μια δυνατότητα με αρνητική ηχώ στα αισθητήρια όργανα της ακοής των περισσοτέρων μας. Και πράγματι οι τρεις τελευταίες υποτιμήσεις τις δραχμής το 1983,1985 και 1998, της τάξεως περίπου του 14 % η κάθε μια, έγιναν για να αντιμετωπισθούν τα ελλείμματα του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών αλλά και για την αντιμετώπιση των διεθνών κερδοσκοπικών κέντρων (που έπαιζαν) με τις ισοτιμίες, τα ομόλογα, κ.α.

Ασφαλώς, οι κερδοσκοπικές επιθέσεις ήταν αποτέλεσμα της απελευθέρωσης της κίνησης των κεφαλαίων  και της διεθνοποίησης της χρηματιστηριακής αγοράς.

Από την επόμενη ημέρα της υποτίμησης, η Ελλάδα πλήρωνε πιο ακριβά τα χρέη της, τις εισαγωγές της, κ.α. Για παράδειγμα, το 1995 η ισοτιμία δολαρίου / δραχμής ήταν 1 / 237. Μια υποτίμηση της τάξεως του 14 % σήμαινε νέα ισοτιμία 1 / 270. Δηλαδή χρειαζόμασταν πλέον 270 δραχμές (έναντι 237) για να αγοράσουμε ένα δολάριο.

Εννοείται ότι με τη σειρά τους (σαν αλυσιδωτή αντίδραση)  και άλλα μεγέθη της οικονομίας είχαν λόγω της υποτίμησης αρνητικό επηρεασμό, αλλά δεν είναι σκοπός μας να αναφερθούμε με την συγκεκριμένη ανάλυση σε αυτά.

  • Όμως η υποτίμηση του νομίσματος πάντα έχει και μια άλλη διάσταση και αφορά τις εξαγωγές. Συγκεκριμένα το Ελληνικό προϊόν γίνεται πιο “φτηνό”. Και χρησιμοποιώντας τον όρο προϊόν εννοούμε όχι μόνο τις εξαγωγές αγαθών οι οποίες ασφαλώς αυξάνονται, αλλά και τον μονίμως ξεχασμένο  τομέα του τουρισμού. Είναι φανερό ότι όταν πλέον με 1 δολάριο ο ξένος αγοράζει αξία 270 δραχμών, έναντι 237.

Ανεξάρτητα από τους λόγους που οδήγησαν την Ελλάδα στην υποτίμηση της δραχμής, θα θέλαμε να εστιάσουμε την προσοχή μας ότι ΔΕΝ εκμεταλλεύτηκε τα υπέρ που της προσέφερε στο σκέλος των εξαγωγών και του τουρισμού.

Γνωρίζουμε ότι η ανταγωνιστικότητα ενός  προϊόντος είναι αποτέλεσμα μεμονωμένης ή συνδυαστικής προσφοράς καλής τιμής, ποιότητας και εξυπηρέτησης. Και ακριβώς εδώ ΔΕΝ εκμεταλλευτήκαμε, την λόγω της υποτίμησης, καλύτερης (για τους ξένους) τιμής ούτε των εξαγώγιμων προϊόντων μας, ούτε της υπηρεσίας (εισαγώγιμος τουρισμός).

Δυστυχώς, επικαλούμενοι την αύξηση του κόστους, ΔΕΝ βελτιώσαμε την ποιότητα των προϊόντων μας (που θα έδινε νέα ώθηση στην αύξηση των εξαγωγών), άλλα και επίσης ΔΕΝ βελτιώσαμε το επίπεδο της υπηρεσίας που ποσφέραμε στον τουρισμό.

Σχετικά δε με τον τουρισμό, ουδέποτε κατά την γνώμη μας ασχοληθήκαμε σαν χώρα σοβαρά, με την έννοια της κατάλληλης υποδομής και παιδείας στον συγκεκριμένο χώρο, κάτι που θα βελτίωνε το επίπεδο της προσφερόμενης υπηρεσίας. Χαρακτηριστικά να αναφέρουμε ότι στην Ελλάδα ΔΕΝ υπάρχει Πανεπιστημιακή σχολή σχετική με τον τουρισμό!

Κλείνοντας αυτό το πρώτο μέρος μένουμε με τη αίσθηση ότι από τα τεράστια κονδύλια που εισέρευσαν στην χώρα από την Ευρωπαϊκή Ένωση (από την 10ετία του 1980) ελάχιστα (συγκριτικά) διοχετεύσαμε προς την κατεύθυνση της έρευνας και ανάπτυξης, της καινοτομίας, του εκσυγχρονισμού που θα επέτρεπαν την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των εξαγώγιμων προϊόντων μας (άρα στην αύξηση των εξαγωγών) ώστε να αυξηθεί η ντόπια παραγωγή, άρα το ΑΕΠ και το εισόδημα, επομένως να αυξηθεί η αξία της χώρας.

Μάλλον, και επί της ουσίας, χρησιμοποιήθηκαν για να αυξήσουν την κατανάλωση από το εξωτερικό (δηλαδή αύξηση των εισαγωγών αντί αύξησης των εξαγωγών). Και βέβαια, η λήψη δανείων ήταν κάτι σαν απαραίτητη για την συνέχιση της υπέρ-κατανάλωσης κυρίως εισαγόμενων αγαθών Ατυχώς όμως (για εμάς) ο υπέρ-χρεωμένος  έχει πάντα μικρότερη αξία.

 

Καμπύλες IS – LM. Προσδιορισμός εισοδήματος (Υ) και επιτοκίου (i ή r) ισορροπίας

1.Καμπύλη IS (Investments  - Savings)

Δείχνει την ισορροπία στην αγορά ΑΓΑΘΩΝ

  • Βρίσκεται σε ισορροπία όταν οι επενδύσεις = αποταμιεύσεις (I = S)
  • Κάθε σημείο της δείχνει ισορροπία μεταξύ επενδύσεων και αποταμιεύσεων.
  • Έχει αρνητική κλίση ( το i και το Υ = Q έχουν αρνητική σχέση)
  • Με ↑ κρατικών δαπανών (G) ⇒ IS προς τα ΔΕΞΙΑiYE. Αλλά συγχρόνως λόγω ↑ i ⇒  ↓ I ⇒ ↓  AD = C+I ⇒ ↓ YE  με αποτέλεσμα ↓ MD ⇒ ↓ I  Crowding out effect (εκτόπιση επενδύσεων).

Εξαίρεση, αν η LM είναι κάθετη, οπότε θα έχουμε ↑ i και σταθερό ΥΕ (στην πράξη η LM ποτέ δεν είναι κάθετη)

Συμπεράσματα:

  • Η δημοσιονομική επέκταση ⇒ ↑ IS ⇒ ↑ ΥΕ (προϊόν) και ↑ i , η οποία (↑i) μετριάζει την ↑ AD = C + I.
  • Αν όμως έχουμε και νομισματική επέκταση ⇒ ↑ LM ( ↓ i και ↑ ΥΕ) ) αλλά η ↑ YE μεγαλύτερη και ενδεχομένως το επιτόκιο να παραμείνει σταθερό (το αρχικό).
  • Αυτά γίνονται φανερά διαγραμματικά αν αρχικά μετατοπίσουμε την IS δεξιά (↑ i και ↑ ΥΕ ) και στη συνέχεια μετατοπίσουμε την LM δεξιά, οπότε θα έχουμε νέα ↑ ΥΕ με ενδεχομένως σταθερό i (το αρχικό).
  • Άρα, η επίδραση της δημοσιονομικής πολιτικής πάνω στο Υ (προϊόν) εξαρτάται από την νομισματική πολιτική.
  • Επομένως, ένα μείγμα δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής επηρεάζει τόσο το επιτόκιο ισορροπίας (iE) όσο και το προϊόν ισορροπίας (Υε).
  • Με ↑ φόρων (Τ) ⇒ IS προς τα ΑΡΙΣΤΕΡΑ, οπότε με αντίστοιχη με την πάνω διαγραμματική ανάλυση καταλήγουμε σε αντίστοιχα συμπεράσματα.
  • Προσδιορισμός εξίσωσης IS

Έστω:

C = 0,8(Y-T)

T = 1000

G = 1000

I = 800 – 20r

Λύση

Υ = C + I + G = 0,8(Y-1000) + 800 – 20r + 1000 ⇒

⇒  Y = 5000 – 100r (IS)   (1)

ή    r = 50 – 0,01Y (2)

  • η κλίση της IS είναι αρνητική  αφού  dr/dY = - 0,01 < 0

 

2.Καμπύλη LM (Liquidity preferences – Money supply)

Δείχνει την ισορροπία στην αγορά ΧΡΗΜΑΤΟΣ

  • Βρίσκεται σε ισορροπία όταν η ζήτηση για χρήμα, δηλαδή η ανάγκη για ρευστότητα (L) είναι ίση με την προσφορά χρήματος (Μ)
  • Κάθε σημείο της δείχνει ισορροπία μεταξύ συνολικής ζήτησης και προσφοράς χρήματος.
  • M = Y∙ L (i)  δηλαδή, προσφορά χρήματος = ζήτηση χρήματος
  • M/P = Υ L (i)               όπου P = επίπεδο τιμών
  • Προσδιορισμός εξίσωσης LM

Έστω:  M^S/P = 1200

Μ^D/P = 0,4 Y – 40r

P = 1

Λύση:

M^S/P =  Μ^D/P ⇒ 1200 = 0,4 Υ – 40r ⇒ Y = 3000 + 100r (LM)  ή r = - 30 + 0,01Y

 

ΕΞΕΤΑΖΟΝΤΑΣ την συνδυασμένη ισορροπία των 2 αγορών (λύνοντας το σύστημα των εξισώσεων IS και LM) βρίσκουμε το Υ και το επιτόκιο(i) ισορροπίας.

ΑΟΘ: Γιατί όταν το μέσο προϊόν (ΑΡ) μεγιστοποιείται ισούται με το οριακό προϊόν (ΜΡ)

Μέσο προϊόν (AP) και οριακό προϊόν (MP) - Σε αρκετές ασκήσεις της Οικονομικής θεωρίας αναφέρεται ότι για παράδειγμα στον 5 εργάτη το μέσο προϊόν παίρνει την μέγιστη τιμή του.

Οι υποψήφιοι φοιτητές γνωρίζουν ότι η καμπύλη του οριακού προϊόντος κατερχόμενη τέμνει την καμπύλη του μέσου προϊόντος στη μέγιστη τιμή του.

Επομένως το max της καμπύλης του μέσου προϊόντος είναι συγχρόνως και σημείο τομής των δύο καμπυλών (ΑΡ και ΜΡ).

Σωστά λοιπόν οι υποψήφιοι θέτουν AP5 = MP5, αναλύουν τους τύπους ΑΡ και ΜΡ και αντικαθιστώντας ανάλογα συνεχίζουν την άσκηση.

Βιβλία-βοηθήματα ΑΟΘ/Οικονομίας του Μανώλη Αναστόπουλου θα τα βρείτε εδώ: https://econtopia.gr/shop/

Προχωρώντας σε επόμενα (των Πανελλαδικών) επίπεδα ανάλυσης και μέσω παραδείγματος θα δείξουμε γιατί στο σημείο όπου το μέσο προϊόν παίρνει τη μέγιστη τιμή του ισχύει  η ισότητα ΑΡ = ΜΡ.

Ας θεωρήσουμε τη συνάρτηση παραγωγής Q = 600L^2 – 10L^3

1.Το οριακό προϊόν της εργασίας (πρώτη παράγωγος της συνάρτησης παραγωγής)

ΜΡL = ΔQ/ΔL = 1200L – 30L^2     (1)

2. Το μέσο προϊόν της εργασίας AP = Q/L = (600L^2 – 10L^3) / L = 600L – 10L^2     (2)

Η συνάρτηση (2) θα έχει μέγιστο όταν η πρώτη παράγωγός της θα ισούται με το μηδέν και η δεύτερη παράγωγος θα είναι αρνητική.

Επομένως ΔAP/ΔL = 600 – 20L = 0 ⇒ L = 30

(η δεύτερη παράγωγος ισούται με – 20, άρα είναι αρνητική)

Δηλαδή για L = 30 το μέσο προϊόν (ΑΡ) παίρνει την μέγιστη τιμή του.

3. Η σχέση (1) – οριακό προϊόν για L = 30 ⇒ ΜΡ = 9.000

Η σχέση (2)  –  μέσο προϊόν   για L = 30 ⇒ ΑΡ = 9.000

 

Επομένως στο σημείο όπου το μέσο προϊόν παίρνει τη μέγιστη τιμή του ισχύει  η ισότητα ΑΡ = ΜΡ.

Στο συνημμένο σύνδεσμο μπορείτε να δείτε σε video παρουσίαση περισσότερα για την Παραγωγή και το Κόστος των επιχειρήσεων

Για άλλα θέματα ΑΟΘ μπορείτε να επισκεφτείτε το κανάλι μας στο YouTube.

ΑΟΘ: Η βραχυχρόνια καμπύλη προσφοράς στον πλήρη ανταγωνισμό.

Η προσπάθεια δίνεται στο να γίνει κατανοητό το γιατί η καμπύλη προσφοράς της επιχείρησης σχετίζεται με την καμπύλη του MC και του AVC χωρίς να ξεφύγουμε (πολύ) από την ύλη που θα εξεταστούν οι υποψήφιοι για την εισαγωγή στα ΑΕΙ και ΤΕΙ.
Αρχικά πρέπει να έχουμε υπόψη ότι η μορφή αγοράς του πλήρους ανταγωνισμού δύσκολα συναντάται στην πραγματικότητα. Η τιμή πώλησης (Ρ) του αγαθού για κάθε επιχείρηση που ανήκει στον κλάδο είναι δεδομένη (price taker) και προσδιορίζεται από την προσφορά και την ζήτηση.
Το ότι μια επιχείρηση ΔΕΝ μπορεί να μεταβάλλει (επηρεάσει) την τιμή του αγαθού εξηγείται από τα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης μορφής αγοράς (μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων, ελευθερία εισόδου – εξόδου στον κλάδο, και ομοιογενές προϊόν)

Η επιχείρηση  στην προσπάθειά της να μεγιστοποιήσει τα κέρδη της (ή να ελαχιστοποιήσει τη ζημιά της) αναζητεί εκείνη την ποσότητα παραγωγής (Qm) που θα της εξασφαλίσει αυτό το στόχο της.

Α. Αυτό επιτυγχάνεται όταν το MC = P.

(Βιβλία-Βοηθήματα ΑΟΘ/Οικονομίας θα τα βρείτε εδώ: https://econtopia.gr/shop/)

Για όσο διάστημα το οριακό έσοδο (MR) - που αντιπροσωπεύει το επιπλέον έσοδο από την πώληση της εκάστοτε μονάδας προϊόντος που έχει παραχθεί – είναι μεγαλύτερο από το οριακό κόστος (MC) - που αντιπροσωπεύει το επιπλέον κόστος από την παραγωγή της εκάστοτε μονάδας, η επιχείρηση θα παράγει μια επιπλέον μονάδα διότι αυτό θα της αποφέρει κέρδος ίσο με τη διαφορά MR – MC. Αυτό συμβαίνει για όλο το διάστημα Α - Β.(Διάγραμμα 1. Συνθήκη Ισορροπίας – μεγιστοποίησης κερδών)

 Διάγραμμα 1

Μεγιστοπόιηση κερδών στον πλήρη ανατγωνισμό

Συνθήκη ισορροπίας - μεγιστοποίησης κερδών στον πλήρη ανταγωνισμό

Αν η επιχείρηση συνεχίζει να παράγει μονάδες μετά από εκείνη που αντιστοιχεί στο σημείο Β (Qm) αυτές θα της αποφέρουν ζημιά ίση με τη διαφορά MC – MR.

Επομένως το επίπεδο παραγωγής (Qm) που θα της εξασφαλίσει τα μέγιστα κέρδη (συνθήκη ισορροπίας) είναι εκείνο όπου το MC = MR (2).

Είναι προφανές, από τη μορφή των καμπυλών, ότι το σημείο της παραγωγής (Qm) που μας ενδιαφέρει να ισχύει η ισότητα MC = MR είναι το σημείο Β (όπου το MC ανέρχεται και όχι το σημείο Α όπου αυτό κατέρχεται διότι σε όλη τη ζώνη Α-Β το MR > MC άρα η επιχείρηση έχει συμφέρον να παράγει όλες αυτές τις μονάδες που ανήκουν στη συγκεκριμένη ζώνη).

Να διευκρινίσουμε ότι στον πλήρη ανταγωνισμό και ανεξάρτητα από το μέγεθος της παραγωγής το MR ισούται με το Ρ. Αυτό διότι με δεδομένο ότι η τιμή (Ρ) παραμένει σταθερή, η εκάστοτε μεταβολή των εσόδων από την πώληση μιας μονάδας (MR) θα ισούται πάντα με την τιμή (Ρ).
Επομένως η σχέση (2) – συνθήκη μεγιστοποίησης κερδών, γίνεται MC = MR = P.

Β. Καμπύλη Προσφοράς και ανερχόμενο τμήμα του MC (που βρίσκεται πάνω από την καμπύλη AVC )

Σαν συμπέρασμα (από την προηγούμενη ανάλυση) η επιχείρηση θα προσφέρει εκείνη την ποσότητα (QS)  που θα προκύπτει από τη συνθήκη ισορροπίας (MC = MR = P)  ανά διαφορετικό επίπεδο τιμής (Ρ) του προϊόντος (όπως αυτή θα καθορίζεται στην αγορά).

Βεβαίως η επιχείρηση για να παράγει θα πρέπει να καλύπτει (τουλάχιστον) το μέσο μεταβλητό κόστος της (AVC). Δεν έχει νόημα να προσφέρει το προϊόν της σε τιμή (Ρ) μικρότερη του πόσο της κοστίζει κατά μέσο όρο. Μην ξεχνάμε εξάλλου ότι υπάρχει και το σταθερό κόστος της.

Συμπεραίνουμε ότι η επιχείρηση θα προσφέρει εκείνη την ποσότητα (QS) που προκύπτει από την ισότητα MC = MR = P. Και θα την αναπροσαρμόζει βάσει πάντα της ισότητας MC = MR = Ρ όταν μεταβάλλεται (στην αγορά) η τιμή (Ρ=MR). Όμως η μικρότερη τιμή (Ρ) που είναι διατεθειμένη να προσφέρει θα πρέπει να της καλύπτει το AVC. Επομένως η καμπύλη προσφοράς της θα ξεκινάει από Ρ ≥ AVC min.

Στο διάγραμμα 2 παρατηρούμε ότι όταν η τιμή πώλησης είναι Ρ2 η επιχείρηση καλύπτει το μεταβλητό κόστος της. Αντίστοιχα στην τιμή Ρ3 καλύπτει και μέρος του σταθερού κόστους της, ενώ στην τιμή Ρ4 καλύπτει πλέον ολόκληρο το συνολικό κόστος της.

Διάγραμμα 2

Καμπύλη προσφοράς (πλήρης αναταγωνισμός)

Η καμπύλη προσφοράς της επιχείρησης στον πλήρη ανταγωνισμό

Σε τιμές μικρότερες της Ρ2 (π.χ. στην Ρ1) η επιχείρηση δεν παράγει γιατί δεν καλύπτει ούτε το μεταβλητό κόστος της.

Αντίθετα σε τιμές μεγαλύτερες της Ρ4, η επιχείρηση θα έχει «πραγματικά» κέρδη με αποτέλεσμα την «προσέλκυση» νέων επιχειρήσεων στον κλάδο. Με συνέπεια την αύξηση της προσφοράς και επομένως την μείωση της τιμής σε επίπεδα μικρότερα της Ρ4 (ATC min).

Επομένως η βραχυχρόνια καμπύλη προσφοράς της επιχείρησης είναι το ανερχόμενο τμήμα της καμπύλης MC που βρίσκεται πάνω από την καμπύλη AVC.
Δηλαδή αποτελείται από όλα τα σημεία της καμπύλης MC όπου ισχύει P = MR =MC και τα οποία βρίσκονται πάνω από την καμπύλη AVC.

Για παράδειγμα, τα σημεία με συντεταγμένες (P2, Q2 - P3, Q3 – P4, Q4) στο διάγραμμα 2 .

 

Κράτα το